Κατηγορίες άρθρων

 Πως ερμηνεύεται ιστορικά η απόπειρα μεταρρύθμισης των περιεχομένων της Ελληνικής Ιστορίας που διδάσκεται στους μαθητές

Αρχική σελίδα
Εξωτ. πολιτική/ Διπλωματία
Εθνικά θέματα
Κοινωνία
Πολιτισμός
Θρησκεία
Διεθνή
Βιβλιογραφία/ Συνδέσεις
Εκδηλώσεις
Οπτικοακουστικό
υλικό
Δελτία
Ενημέρωσης
Ιστολόγιο
Αντίβαρου
Άγρα γραπτών
Πρόσφατα κείμενα
Με χρονολογική σειρά.
Ποια στάση προκρίνετε για το ζήτημα των Σκοπίων;
 όχι σε αναγνώριση που να περιλαμβάνει τον όρο «Μακεδονία» - βέτο στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ
 προσπάθεια εξεύρεσης λύσης σύνθετης ονομασίας
 αποδοχή ακόμα και της «διπλής» ονομασίας
 το θέμα μου είναι τελείως αδιάφορο - ας τους αναγνωρίσουμε και ως «Μακεδονία»
Results
Δελτίο ενημέρωσης!
Εγγραφή Διαγραφή
Συγγραφείς

Αθανάσιος Γιουσμάς
Άθως Γ. Τσούτσος
Άκης Καλαιτζίδης
Αλέξανδρος Γερμανός
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας
Αλέξανδρος Κούτσης
Αμαλία Ηλιάδη
Ανδρέας Σταλίδης
Ανδρέας Φαρμάκης
Ανδρέας Φιλίππου
Αντώνης Κ. Ανδρουλιδάκης
Αντώνης Λαμπίδης
Αντώνης Παυλίδης
Απόστολος Αλεξάνδρου
Απόστολος Αναγνώστου
Αριστείδης Καρατζάς
Αχιλλέας Αιμιλιανίδης
Βάιος Φασούλας
Βαν Κουφαδάκης
Βασίλης Γκατζούλης
Βασίλης Ζούκος
Βασίλης Κυρατζόπουλος
Βασίλης Πάνος
Βασίλης Στοιλόπουλος
Βασίλης Ν. Τριανταφυλλίδης
(Χάρρυ Κλυνν)
Βασίλης Φτωχόπουλος
Βένιος Αγελόπουλος
Βίας Λειβαδάς
Βλάσης Αγτζίδης
Γεράσιμος Παναγιωτάτος-Τζάκης
Γιάννης Διακογιάννης
Γιάννης Θεοφύλακτος
Γιάννης Παπαθανασόπουλος
Γιάννης Τζιουράς
Γιώργος Αλεξάνδρου
Γιώργος Βλαχόπουλος
Γιώργος Βοσκόπουλος
Γιώργος Βότσης
Γιώργος Κακαρελίδης
Γιώργος Καστρινάκης
Γιώργος Κεκαυμένος
Γιώργος Κεντάς
Γιώργος Κολοκοτρώνης
Γιώργος Κουτσογιάννης
Γιώργος Νεκτάριος Λόης
Γιώργος Μαρκάκης
Γιώργος Μάτσος
Γιώργος Παπαγιαννόπουλος
Γιώργος Σκουταρίδης
Γιώργος Τασιόπουλος
Γλαύκος Χρίστης
Δημήτρης Αλευρομάγειρος
Δημήτρης Γιαννόπουλος
Δημήτριος Δήμου
Δημήτρης Μηλιάδης
Δημήτριος Γερούκαλης
Δημήτριος Α. Μάος
Δημήτριος Νατσιός
Διαμαντής Μπασάντης
Διονύσης Κονταρίνης
Διονύσιος Καραχάλιος
Ειρήνη Στασινοπούλου
Ελένη Lang - Γρυπάρη
Ελευθερία Μαντζούκου
Ελευθέριος Λάριος
Ελλη Γρατσία Ιερομνήμων
Ηλίας Ηλιόπουλος
Θεόδωρος Μπατρακούλης
Θεόδωρος Ορέστης Γ. Σκαπινάκης
Θεοφάνης Μαλκίδης
Θύμιος Παπανικολάου
Θωμάς Δρίτσας
Ιωάννης Μιχαλόπουλος
Ιωάννης Χαραλαμπίδης
Ιωάννης Γερμανός
Κρίτων Σαλπιγκτής
Κυριάκος Κατσιμάνης
Κυριάκος Σ. Κολοβός
Κωνσταντίνος Αλεξάνδρου Σταμπουλής
Κωνσταντίνος Ναλμπάντης
Κωνσταντίνος Ρωμανός
Κωνσταντίνος Χολέβας
Λαμπρινή Θωμά
Μαίρη Σακελλαροπούλου
Μανώλης Βασιλάκης
Μανώλης Εγγλέζος - Δεληγιαννάκης
Μάρκος Παπαευαγγέλου
Μάρω Σιδέρη
Μιλτιάδης Σ.
Μιχάλης Χαραλαμπίδης
Μιχάλης Κ. Γκιόκας
Νέστωρ Παταλιάκας
Νικόλαος Μάρτης
Νίκος Ζυγογιάννης
Νίκος Καλογερόπουλος Kaloy
Νίκος Λυγερός
Νίκος Παπανικολάου
Νίκος Σαραντάκης
Νίνα Γκατζούλη
Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας
Παναγιώτης Ανανιάδης
Παναγιώτης Ήφαιστος
Παναγιώτης Α. Καράμπελας
Παναγιώτης Καρτσωνάκης
Παναγιώτης Φαραντάκης
Παναγιώτης Χαρατζόπουλος
Πανίκος Ελευθερίου
Πάνος Ιωαννίδης
Πασχάλης Χριστοδούλου
Παύλος Βαταβάλης
Σοφία Οικονομίδου
Σπυριδούλα Γρ. Γκουβέρη
Σταύρος Σταυρίδης
Σταύρος Καρκαλέτσης
Στέλιος Θεοδούλου
Στέλιος Μυστακίδης
Στέλιος Πέτρου
Στέφανος Γοντικάκης
Σωτήριος Γεωργιάδης
Τάσος Κάρτας
Φαήλος Κρανιδιώτης
Φειδίας Μπουρλάς
Χρήστος Ανδρέου
Χρήστος Δημητριάδης
Χρήστος Κηπουρός
Χρήστος Κορκόβελος
Χρήστος Μυστιλιάδης
Χρήστος Σαρτζετάκης
Χριστιάνα Λούπα
Χρίστος Δαγρές
Χρίστος Δ. Κατσέτος
Χρύσανθος Λαζαρίδης
Χρύσανθος Σιχλιμοίρης
Gene Rossides
Marcus A. Templar

Επικοινωνία
Οι απόψεις σας είναι ευπρόσδεκτες!
 

 


Πως ερμηνεύεται ιστορικά η απόπειρα μεταρρύθμισης των περιεχομένων της Ελληνικής Ιστορίας που διδάσκεται στους μαθητές

Γιάννης Παπαμιχαήλ
Καθηγητής Παντείου

Αντίβαρο, Ιανουάριος 2007



Στο όνομα του «εξορθολογισμού» και της άμβλυνσης των συγκρούσεων μεταξύ ιστορικών ομάδων (εθνικά ή ταξικά προσδιορισμένων), στο όνομα δηλαδή της καλλιέργειας ενός δεσποτικού, αυτοκρατορικού «παγκόσμιου ειρηνισμού», κάποιοι εγκάθετοι «οργανικοί υποδιανοούμενοι» της Νέας Τάξης αποφάσισαν (με το αζημίωτο φυσικά) να απαλείψουν τα στοιχεία εκείνα της λαϊκής ιστορικής μνήμης που εμποδίζουν τους Έλληνες εν δυνάμει υπηκόους της «παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών» να ενταχθούν στη νέα συμβολική τάξη. Να διαγράψουν δηλαδή τις μνήμες που συγκροτούν τις νεοελληνικές, πολιτισμικές και πολιτικές ταυτότητες και τις «απαράδεκτες» πλέον πατριωτικές στάσεις και συμπεριφορές.

Εντούτοις, το σημαντικό κατά την άποψή μας δεν βρίσκεται τόσο στην επιλεκτική διαγραφή κάποιων «ενοχλητικών» γεγονότων, σημασιοδοτήσεων ή αξιών από την διδακτική ύλη της (ελληνικής) ιστορίας: κάθε διδακτικός μετασχηματισμός της επιστημονικής γνώσης – και ιδιαίτερα κάθε ιστοριογραφία, περιέχει τέτοιες επιλογές ή «προσαρμογές» - που οφείλουν βέβαια να τεκμηριώνονται από διδακτικής και ψυχολογικής άποψης με θεωρητικά και εμπειρικά δεδομένα σχετικά με τους παιδαγωγικούς στόχους και τις μαθησιακές διαδικασίες που τις καθοδηγούν και τις καθιστούν χρήσιμες για τους μαθητές.

Το πιο σημαντικό στοιχείο της αλλαγής των σχολικών εγχειριδίων της Ιστορίας βρίσκεται λοιπόν κατά τη γνώμη μας όχι στο τι «δεν διδάσκεται πια», αλλά στο τι «διδάσκεται» έστω εμμέσως, μέσω ακριβώς αυτών των «αποσιωπήσεων»: μια «αυτοκρατορικώς» και εκ των άνω θεσπισμένη αντίληψη «περί της Ιστορίας» - και παράλληλα, μια αγγλο-αμερικανικής έμπνευσης «πολιτική φιλοσοφία» που επιβάλλεται στο σύνολο σχεδόν του δυτικού κόσμου ως η μόνη «πολιτικώς ορθή».

Ως προς την παρατηρούμενη αποδυνάμωση της ιστορικότητας των συνειδήσεων είναι λοιπόν χρήσιμο να θυμηθούμε το πλαίσιο της ευρύτερης εκπαιδευτικής πολιτικής, μέσα από το οποίο θέματα όπως ο «πολιτισμός» ή ο «διάλογος» αναδεικνύονται ως κεντρικά ζητήματα παιδαγωγικής διαπραγμάτευσης με στόχο υποτίθεται, την «ανάπτυξη της κριτικής σκέψης των μαθητών»: Η αναθεώρηση των σχολικών εγχειριδίων της (νεοελληνικής) ιστορίας εντάσσεται σε μια ευρύτερη απόπειρα αποδόμησης, όχι μόνο των αξιών και των στερεοτύπων επί των οποίων οργανώθηκε πράγματι η «εθνική ιστοριογραφία», αλλά των ίδιων των μεθόδων διαμέσου των οποίων είναι πια «πολιτικώς ορθό» να ορίζεται η ιστορική αλήθεια. Πρόκειται στην ουσία για ένα μάθημα απλοϊκού «σχετικισμού» και εργαλειακής «απομάγευσης» του μέσου «κοινού νου» που εξασκείται μέσω μιας πολύμορφης και πολυεπίπεδης «διδασκαλίας» μαθημάτων όπως η Ιστορία, η Κοινωνιολογία, η «Αγωγή του Πολίτη»…

Για να περιγράψουμε συνοπτικά την κατάσταση στο επίπεδο των «νοοτροπιών», θα λέγαμε ότι είναι σαν ξαφνικά ο «κόσμος», αυτός ο «μεταμοντέρνος», ο ασταθής, ο «χωρίς βαθιές ρίζες», ο «διαρκώς μετακινούμενος» και υπερκινητικός κόσμος του μέσου δυτικού ανθρώπου, που έχει προ πολλού πάψει να είναι αναλφάβητος και απληροφόρητος, να ανακάλυψε πως η ανθρωπότητα ζούσε και ζει σε κοινωνίες που έχουν όλες κάποια Ιστορία, που αποτελεί αντικείμενο “αφήγησης”, μέσω της οποίας έχουν διαμορφωθεί οι διάφορες εθνικές κουλτούρες και οι διαφορετικοί πολιτισμοί. Ο δυτικός άνθρωπος συνειδητοποίησε λοιπόν ότι οι σύγχρονες κοινωνίες δεν διαθέτουν διάρκεια και σταθερότητα, (που παλαιότερα αποκαλούνταν «ρίζες» και οι οποίες, βυθισμένες κάπου στο μεσόστρωμα μεταξύ της «ιστορικής παράδοσης» και του εθιμικού πλαισίου, ήταν ταυτόχρονα «νοητές» και «ορατές»). Δημιουργείται, λοιπόν, η εντύπωση ότι η «ξαφνική» αυτή «αποκάλυψη» συνέβαλε στο να καταστήσει τον μέσο δυτικό άνθρωπο «πιο σοφό», δηλαδή «σχετικιστή» ή τουλάχιστον «σκεπτικιστή» (όσον αφορά την εγκυρότητα των δικών του παραδόσεων). Κατά «συνέπεια» η παραπάνω «απομάγευση» της σκέψης του, όχι πια έναντι των θεολογικών πεποιθήσεων, αλλά και έναντι της ιστορίας της κοινωνίας όπου ζει, μοιάζει να καθιστά τον «πολίτη» εν δυνάμει πιο ηθικό ή έστω πιο έμπειρο στις διανοητικές και ηθικές «κακοτοπιές» της μισαλλοδοξίας και του φανατισμού: πιο αποστασιοποιημένο από τα «πράγματα της Ιστορίας», πιο «διανοούμενο» (ικανό, λόγου χάρη, να διανοηθεί τις «ταυτότητες» και την αποσταθεροποίησή τους), πιο αυθόρμητα «αποδομιστή» κάθε θεμελιοκρατίας, πιο «ανεκτικό στην ετερότητα». Αυτό το ηθικό μορφωτικό σχήμα, γύρω από το οποίο ασφαλώς έχουν ρυθμιστεί οι «πολιτισμικές σπουδές», συγκλίνει στην απορρύθμιση όλων των παραδοσιακών βεβαιοτήτων, αλλά στηρίζεται ωστόσο εξολοκλήρου σε ένα μηχανιστικό και καθόλου «ουδέτερο» στερεότυπο κατανόησης της φύσης του επιθυμητού «διαλόγου» μεταξύ των «πολιτισμών» ή μεταξύ των «παραδόσεων». Αποθεώνοντας την Ιστορία του, αυτό το στερεότυπο, που υπονομεύει συστηματικά τα θεμέλια όλων των σταθερών «κοινωνικών βεβαιοτήτων», των παραδόσεων και της ιστορικής ορθολογικότητας, αναδεικνύει, αποσιωπώντας τα, τα δικά του μεθοδολογικά θεμέλια, τα θεμέλια της υπονόμευσης δηλαδή, κάπου μεταξύ του πιο τυπικού αγγλοσαξονικού εμπειρισμού και της ανάδυσης στο προσκήνιο της Ιστορίας ενός «μεταμοντέρνου» και «διεθνιστικού» καπιταλισμού, ηθικά ασύδοτου, απελευθερωμένου από κάθε μορφή «συνόρων» και σοβαρής πολιτικής αμφισβήτησης. Ακριβώς αυτά τα «θεμέλια της εκθεμελίωσης», τις «δομές του αποδομισμού», τους «ρυθμούς της απορρύθμισης», ο αυτοκρατορικός λόγος και η ιδεολογία του προσπαθούν (με μεγάλη προς το παρόν επιτυχία) να αποκρύψουν, έστω αποκαλύπτοντάς τα ως «πρακτικές» εκφράσεις της μόνης «πρακτικής», δημοκρατικής ορθολογικότητας του «δυτικού κόσμου» ή ως «αντικειμενικές περιγραφές» των διαδικασιών του εκσυγχρονισμού και του εξορθολογισμού. Πρόκειται για τη γνωστή αποικιοκρατική ιδέα της ηθικής «ανωτερότητας του δυτικού πολιτισμού», στη σύγχρονη εκδοχή της.

Είναι λοιπόν, ίσως μέσα από αυτό το πλαίσιο που θα έπρεπε να κατανοήσουμε και τις αντιφατικές στάσεις των σύγχρονων δυτικών ανθρώπων έναντι της έννοιας της «παράδοσης» - ιδιαίτερα, μάλιστα, εκείνων που συνδέουν την παρακμή των (εθνικών κλπ.) συνόρων με το ενδεχόμενο της χειραφέτησης των ατόμων (δηλαδή, απελευθέρωση της επιθυμίας, «της έκρηξης του φανταστικού και της δημιουργικότητας) και με τα άλλα κοσμοπολίτικα ιδεώδη του συρμού. Διότι, αν με τον όρο παράδοση εννοούμε συνήθως ένα σύνολο τελετουργιών, μια συλλογή δογμάτων ή διδασκαλιών, έναν συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς, έναν τρόπο θεώρησης του κόσμου ή του εαυτού μας, έναν τρόπο για να αντιλαμβανόμαστε τους άλλους και να ερμηνεύουμε την πραγματικότητα, μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε ότι ο «κριτικός λόγος» εναντίον της «εθνικής ιστοριογραφίας» θα είναι επίσης συχνά εκείνος που θα εξυμνεί κάθε «καινοτομία» και κάθε ατομική «χειραφέτηση» από τα δεσμά των κλειστών κοινωνιών του παρελθόντος, που θα προτρέπει στην «απελευθέρωση του ατόμου» από τους μύθους, τις σημασίες και τις ιστορίες των «συλλογικών υποκειμένων». Αυτός ο λόγος λοιπόν έχει μια μεγάλη παράδοση. Αυτή η παράδοση, μαζί με όλες τις σημασίες που τη συγκροτούν, αποτελεί σήμερα αντικείμενο μιας συστηματικής εκπαιδευτικής μεταβίβασης. Στις σχηματικές αντιλήψεις της ιστορικής εξέλιξης του «μέσου δυτικού διανοούμενου», αυτού του πνευματικού τέκνου όλων των νεότερων ή μεταμοντέρνων εκσυγχρονισμών, η έννοια της «παράδοσης» αποτελεί συνώνυμο «κάποιου πράγματος στάσιμου», αν όχι κάτι το ριζικά «οπισθοδρομικό». Η αρνητική, λοιπόν, κοινωνική αναπαράσταση της έννοιας της «ιστορικής παράδοσης», όχι μόνο αποτελεί τμήμα μιας συγκεκριμένης ιστορικά πολιτισμικής παράδοσης, αλλά όπως όλες οι «διανοητικές παραδόσεις» μέσα από την εξέλιξη και τη μετεξέλιξή τους, διατηρεί ως προς την κοινωνική της δυναμική έναν συγκεκριμένο πολιτικό στόχο. Η παράδοση του λόγου, που εκθειάζει πάντα την «αλλαγή» και αντιμετωπίζει επιφυλακτικά κάθε παράδοση, αποτελεί τρόπον τινά το πιο τυπικά «αμερικανικό» σκέλος της σχετικής αγγλοαμερικανικής εμπειριστικής, νεωτερικής παράδοσης. Στοχεύει στην αποσάθρωση της χωροχρονικής θεμελίωσης (της διάρκειας και της «ιστορικότητας» ) των κοινωνιών, στην ανασυγκρότηση των ατομικών συνειδήσεων της «παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών» και στην «ορθολογική» δέσμευσή τους, στο μεταμοντέρνο, «αέναο παρόν». Στην απομυθοποίηση κάθε ιδέας «συμβολικής συνέχειας», γύρω από την οποία το νομαδικό, «παγκόσμιο πλήθος» θα μπορούσε να οργανωθεί ποιοτικά ως πολιτική συλλογικότητα στον ιστορικό χρόνο. Αποβλέπει, τελικά, στη «διακοπή της συνομιλίας», που η παράδοση, σύμφωνα με την έκφραση του Gadamer, «εκδιπλώνει το χρόνο». Είναι λοιπόν ακριβώς, με τη σταδιακή συγκρότηση αυτής της συγκεκριμένης «τοτεμικής» κοινωνικής παράστασης περί των «παραδόσεων», που ο κοινός επιστημονισμός του «μέσου διανοούμενου» εμφανίζεται ταυτόχρονα ως «εκσυγχρονιστικός», «κριτικός», αναλυτικά διαπιστωτικός και «ριζικά αντιρομαντικός». Στο πλαίσιο αυτής της διανοητικής προδιάθεσης, και χωρίς να (αισθάνεται πως) αντιφάσκει με τα σχετικιστικά πρότυπα ή τα ιδεώδη της ανεκτικότητας που απορρέουν από τις ίδιες τις αγγλο–αμερικανικές παραδόσεις, τις οποίες έχει βαθύτατα ενστερνιστεί, ο «μέσος διανοούμενος», απαλλάσσεται από το φορτίο όλων των υπόλοιπων ιστορικών παραδόσεων (εθνικών, θρησκευτικών κλπ.) μετασχηματίζοντας σε έθιμα, με ένα λόγω «φολκλοροποιώντας» τις παραδόσεις σε όλα τα πεδία της κοινωνικής δράσης και πρακτικής του: αντίθετα από τις παραδόσεις, τα έθιμα και οι “κουλτούρες”σπανίως έχουν πραγματική κανονιστική ισχύ.

Σκιαγραφώντας, όμως, μια εν δυνάμει πραγματικότητα σαν την «ιδεολογία του μέσου διανοούμενου των δυτικών κοινωνιών» (μια ιδεολογία, που είναι αρκετά μακριά από το να χαρακτηρίζει το σύνολο των σχετικών διεργασιών και των αντιφάσεων που μπορεί σήμερα κανείς να καταγράψει), κινδυνεύουμε με τη σειρά μας να ταυτίσουμε αυτήν την αναγκαία σχηματοποίηση με ένα ήδη τετελεσμένο, πραγματικό «γεγονός». Στο ιστορικό γίγνεσθαι δεν υπάρχουν, ωστόσο, τέτοια οριστικά δεδομένα. Είναι, λόγου χάρη, εμφανή, ακριβώς στην ίδια «κοινή γνώμη» των ευρωπαϊκών κοινωνιών, ορισμένα σημάδια των «αντιστάσεων της παράδοσης». Κατανοητές ως «επιβιώματα του παρελθόντος», οι παραπάνω αντιστάσεις αποβλέπουν στη διατήρηση κάποιων κοινωνικών πρακτικών που συχνά προσεγγίζονται με τους «ιδεαλιστικούς όρους» της ρομαντικά εξιδανικευμένης «κοινωνικής συνεκτικότητας». Στο πεδίο της οργάνωσης των κοινωνικών παραστάσεων της «ιστορικής συνέχειας», (π.χ. του Παπαρηγόπουλου), συνήθως εμφανίζεται ως αντίπαλος αυτών των ιδεολογικών «επιβιωμάτων» ένας πολιτικός λόγος που θεωρεί τον εαυτό του «εκφραστή» ενός «διανοητικού και πολιτισμικού εκσυγχρονισμού». Ριζικά απορριπτικός απέναντι στα «επιβιώματα», ιδίως στο μέτρο που δεν θα αποτελούσαν απλώς κάποια «έθιμα», ο «εκσυγχρονιστικός» λόγος τείνει να αντιμετωπίσει την όποια κοινωνική και πολιτική τους νομιμοποίηση ως εκδήλωση και δείγμα γραφής ενός, μάλλον απλοϊκού, «ιστορικισμού». Στην προέκταση, ωστόσο, της «αυτοκρατορικής» μετατροπής των (εθνικών κλπ.) παραδόσεων σε απλά τελετουργικά και έθιμα προς «κατανάλωση», μπορούμε πολύ καλά να φανταστούμε το ενδεχόμενο της μετατροπής αυτών των «περιφρονημένων κοινωνικών αντιστάσεων» σε «φονταμενταλιστικό» πλαίσιο εκδήλωσης των κοινωνικο-πολιτισμικών αντιθέσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν λογικό να περιμένει κανείς και την εμφάνιση μιας τάσης προς την απότομη μεταστροφή των εθίμων σε «παραδόσεις»… Είναι σαφές ότι οι αυτοκρατορικές ανασυγκροτήσεις των εθνικών πολιτισμών συνοδεύονται συμμετρικά από την ανάπτυξη όλων των «λεπενισμών». Και αυτό μάλλον θα συμβαίνει όλο και πιο συχνά, ακριβώς στο μέτρο που ο «πόλεμος των πολιτισμών» αναπαράγεται συμβολικά σε εθνικό επίπεδο, ιδιαίτερα στις πιο «ιστορικές» κοινωνίες, θρυμματίζοντας τη λαϊκή (πολιτική) κουλτούρα και παράδοση μεταξύ δυο («φονταμενταλιστικά αντιθετικών») πολιτισμικών παραδειγμάτων κοινωνικής συμβίωσης ή/και σύγκρουσης: το «παραδοσιακό» εθνικό και ταξικό παράδειγμα της ομαδοποίησης των κοινωνικών συμφερόντων, που εκτίθενται στο ιδεατό ή νοητό μέλλον τους υπό το ηθικο-πολιτικό σχήμα της ιστορικής και «εδαφικής» θεμελίωσης των συλλογικών συμφερόντων και το τοτεμικά αμερικανικό (αυτοκρατορικό) παράδειγμα της εξατομίκευσης των αντικρουόμενων συμφερόντων και της ρεαλιστικής (κυνικής) αυτοπραγμάτωσης των ατόμων στο αποεδαφοποιημένο παρόν («όλοι εναντίον όλων»).

Όπως όλοι πια γνωρίζουμε, οι οργανικοί διανοούμενοι της νέας, αυτοκρατορικής τάξης φορούν τον άνετο λόγο της «Αριστεράς». Περιφέρονται με συγκινητικό πάθος κάπου μεταξύ «αντιεθνικισμού» και «κοσμοπολιτισμού», δηλαδή ξενόφιλου «αντιπατριωτισμού», οικειοφοβίας και συμβολικής υπερκινητικότητας. Όσοι από αυτούς, έχουν την τύχη ή την ατυχία να είναι και αμερικανοτραφείς, με την κλασσική θρασύτητα και την ημιμάθειά τους, θεωρούν συνήθως ότι μεταφέρουν και εκ των έσω τον «Λόγο του Θεού» ή το «Νόμο της Φύσης» των κοινωνικών και πολιτικών πραγμάτων: όπως όλοι οι καλοί φυσιοκράτες δεν ισχυρίζονται ποτέ πως νομοθετούν ή μεταφέρουν, ως ιεραπόστολοι του «ορθού λόγου», τις δικές τους φιλοσοφικές, πολιτικές και ηθικές παραδόσεις. Ισχυρίζονται μόνο πως περιγράφουν, «ως εξωτερικοί, αντικειμενικοί παρατηρητές», μια κατάσταση πραγμάτων. Περιγράφοντας ενδεχομένως με κάποια αντικειμενικότητα, τις συνέπειες των εθνικισμών του παρελθόντος όπως και τις κρατικές πρακτικές «επινόησης των ιστορικών παραδόσεων» των ιστορικών ευρωπαϊκών εθνικών κρατών, ξεχνούν να μιλήσουν για τις αγγλοαμερικανικές «επινοήσεις» ή την επίσης εξόφθαλμη πραγματική παράδοση της «αντικειμενικής περιγραφής» των παραδόσεων των Άλλων από κάποιον «εξωτερικό παρατηρητή». Δεν αναλύουν καθόλου τους γενικότερους, πολιτικο-πολιτισμικούς και ιστορικούς όρους που θα νομιμοποιήσουν μεθοδολογικά τη μετατόπιση του ερευνητικού ενδιαφέροντος της ιστορίας σε αναλυτικές περιγραφές των τοπικών οικονομικών ή πολιτικών μικρο-γεγονότων, δεν κάνουν καν τον κόπο να αναλύσουν το σημείο αφετηρίας της «αντικειμενικότητάς» τους: η αυτοκρατορική λογική λογοκρίνει κάθε διανοητική απόπειρα που θα είχε πραγματικά ως στόχο της την κριτική αυτογνωσία του «εθνογραφούντος ιδεογράφου». Οι περισσότεροι αναμορφωτές της σχολικής ιστορίας μας μοιάζουν να σέβονται λοιπόν τα επιστημονικά προσχήματα, ενώ επικροτούν ταυτόχρονα την αυτοκρατορική μεθοδολογική επάρκεια (και την αυθάδεια, για τους υπόλοιπους «ιθαγενείς»), της πολιτικής κουλτούρας, από όπου αυτοί οι στοχαστές συνήθως προέρχονται.

Αντίθετα από ότι συμβαίνει με τους εκάστοτε «ιερείς» και τους «πιστούς» του κάθε θρησκευτικού δόγματος, οι ηγεσίες των ιερατείων ήταν και παραμένουν ριζικά «άθεες»: γνωρίζουν πολύ καλά τις κοινωνικές και πολιτικές σκοπιμότητες που εξυπηρετούν τα αξιακά και φιλοσοφικά συστήματα οργάνωσης της κάθε συμβολικής τάξης πραγμάτων. Ο λεπτός σκεπτικισμός και οι αμφιβολίες που διατυπώνουν, άμεσα ή έμμεσα, οι πραγματικοί στοχαστές και διανοούμενοι της αυτοκρατορίας (Φουκουγιάμα, Χάμπερμας, Νέγκρι κλπ.) έρχονται συχνά σε αντίθεση με τις χονδροειδείς ερμηνείες ή «εφαρμογές» του δόγματος από το ακαδημαϊκό παπαδαριό της Νέας Τάξης (λόγου χάρη τους συγγράφοντες τα νέα σχολικά εγχειρίδια της Ιστορίας) και, κατά μείζονα λόγο, από τους «απλούς πιστούς» και τους «μαθητές» τους.

Δεν ψεύδονται λοιπόν όσοι αναφέρουν (π.χ. D. Gross) πως το (ευρωπαϊκό) κράτος δάμασε την παράδοση χάριν των δικών του σκοπών, είτε προσφέροντας την πλήρη υποστήριξή του στην «παράδοση του εθνικισμού», που από τη φύση της επικυρώνει με σθεναρότητα το σύγχρονο «έθνος – κράτος», είτε υποθάλποντας «δυναμικά τον εθνικισμό μέσω της θεσμοποίησής του σε επίσημες τελετές και επίσημες εθνικές εορτές», είτε ακόμα εξασφαλίζοντας «τη συμπερίληψη του εθνικισμού στα σχολικά βιβλία και τα προγράμματα διδασκαλίας». Είναι όμως επίσης φανερό, πως από την άποψη του ιστορικού γίγνεσθαι συμβαίνει σήμερα μάλλον το αντίθετο: ακριβώς επειδή το «νεότερο έθνος – κράτος» έχει πάψει να είναι «σύγχρονο» και τείνει ταχύτατα να υποκατασταθεί, ως προς την κρατική του οντότητα και κυριαρχία, από το αυτοκρατορικό υπερκράτος, είναι ο πολιτισμικός εθνικισμός αυτού του υπερκράτους και η «επινόηση των δικών του πολιτικών παραδόσεων» που μοιάζουν να αντιστοιχούν στον ιστορικό χαρακτηρισμό του «σύγχρονου». Μεταξύ άλλων, αυτός ο ιδιότυπος πολιτισμικός αυτοκρατορικός εθνικισμός εκδηλώνεται στις παλαιές, ιστορικές εθνικές κοινωνίες της Ευρώπης «αμυντικά» και με τρόπο «κριτικό», ως «καταδίκη των εθνικισμών και των παράλογων πολέμων». Διαχέεται ως ειρηνιστική ιδεολογία («ανεκτικότητα», συμβίωση των διαφορών κλπ.) – συνεπώς ως «ορθολογική παιδαγωγική που στοχεύει στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης των μαθητών. Κάποια ακαδημαϊκή «αριστερή διανόηση» παρέχει άλλωστε τα βασικά εδέσματα του μεταεθνικού ιδεολογικού “μενού”. Πρώτα από όλα βέβαια, με την μόνιμη “υπενθύμιση” των κοινωνικών ανισοτήτων – συνεπώς του ταξικού (αστικού) χαρακτήρα των εθνικών κρατών. Η “υπενθύμιση” στοχεύει βέβαια στην αποσταθεροποίηση των «εθνικών συνειδήσεων» και στην κοσμοπολίτικη νοηματοδότηση των λαϊκών εκδηλώσεων του “πατριωτισμού”, με μια χροιά “φύση οπισθοδρομική”. Ακόμα στο όνομα είτε των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, είτε των “προλεταρίων που δεν έχουν πατρίδα”, είτε συνηθέστερα και των δυο, η ίδια “αριστερά”, συμμετοχική, “διεθνιστική”, κατά φαντασία ή κατά δήλωση ριζοσπαστική, ανοίγει τους ιδεολογικούς δρόμους της αυτοκρατορικής “ορθολογικής διαγραφής” των ιστορικών συνθηκών και των συγκρούσεων επί των οποίων συγκροτήθηκε στην νεότερη Ιστορία των συλλογικών υποκειμένων της Γηραιάς ιδίως Ηπείρου, η οργανική διαπλοκή των συνειδήσεων και των ταυτοτήτων των εθνικών λαών και των κοινωνικών τάξεων.

Συνοψίζοντας: οι οργανικού διανοούμενοι της Νέας Αυτοκρατορικής Τάξης επιχειρούν την πλήρη αποδόμηση των ερεισμάτων της νεοελληνικής “εθνικής μνήμης”. Η αποδόμηση των ιστορικών συνειδήσεων που επιχειρείται μέσα από την αναθεώρηση των εγχειριδίων της Ιστορίας δεν είναι απλώς “ιδεολογική”. Είναι μεθοδολογική: πρόκειται για μια πολιτικά οργανωμένη προσπάθεια που αποσκοπεί στη δημιουργία ενός “πολιτικά ορθού” τρόπου σκέψης περί των σχέσεων ατόμου – κοινωνίας. Ενός τρόπου σκέψης συναινετικού και πολιτικά “δουλικού”.

Επειδή η ιστορία συνιστά τον συνειδησιακό πυρήνα κάθε «έθνους» δηλαδή κάθε σταθερής στο χρόνο ανθρώπινης συλλογικότητας, η απόπειρα διαγραφής αυτού του πυρήνα από τις κοινωνικές συνειδήσεις συνιστά όχι μόνο μια πράξη πολιτική αλλά και ενδεχομένως τον κεντρικό άξονα μιας απόπειρας «εθνοκτονίας». Καμία σοβαρή κοινωνία δεν μπαίνει ποτέ σε «διάλογο» με εκείνους τους αποκαλούμενους «προδότες» που επιχειρούν κάτι τέτοιο σε βάρος της. Γι’ αυτό ακριβώς κανένας εκπαιδευτικός άξιος του ονόματος αυτού δεν θα πρέπει να προσαρμόσει την παιδαγωγική του πρακτική σε αυτό το ιδεολογικό σκουπιδαριό που εμφανίζεται ως «εκσυγχρονισμός», του μαθήματος της νεοελληνικής ιστορίας.

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Ρεσάλτο Ιανουαρίου 2007

Αυτό το κείμενο είναι γραμμένο σε μονοτονικό. Διαβάστε την πολυτονική του έκδοση.

http://www.antibaro.gr