Κατηγορίες άρθρων

 Μια κριτική στο επιχείρημα περί «αιματοβαμμένης» ιστορίας.

Αρχική σελίδα
Εξωτ. πολιτική/ Διπλωματία
Εθνικά θέματα
Κοινωνία
Πολιτισμός
Θρησκεία
Διεθνή
Βιβλιογραφία/ Συνδέσεις
Εκδηλώσεις
Οπτικοακουστικό
υλικό
Δελτία
Ενημέρωσης
Ιστολόγιο
Αντίβαρου
Άγρα γραπτών
Πρόσφατα κείμενα
Με χρονολογική σειρά.
Ποια στάση προκρίνετε για το ζήτημα των Σκοπίων;
 όχι σε αναγνώριση που να περιλαμβάνει τον όρο «Μακεδονία» - βέτο στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ
 προσπάθεια εξεύρεσης λύσης σύνθετης ονομασίας
 αποδοχή ακόμα και της «διπλής» ονομασίας
 το θέμα μου είναι τελείως αδιάφορο - ας τους αναγνωρίσουμε και ως «Μακεδονία»
Results
Δελτίο ενημέρωσης!
Εγγραφή Διαγραφή
Συγγραφείς

Αθανάσιος Γιουσμάς
Άθως Γ. Τσούτσος
Άκης Καλαιτζίδης
Αλέξανδρος Γερμανός
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας
Αλέξανδρος Κούτσης
Αμαλία Ηλιάδη
Ανδρέας Σταλίδης
Ανδρέας Φαρμάκης
Ανδρέας Φιλίππου
Αντώνης Κ. Ανδρουλιδάκης
Αντώνης Λαμπίδης
Αντώνης Παυλίδης
Απόστολος Αλεξάνδρου
Απόστολος Αναγνώστου
Αριστείδης Καρατζάς
Αχιλλέας Αιμιλιανίδης
Βάιος Φασούλας
Βαν Κουφαδάκης
Βασίλης Γκατζούλης
Βασίλης Ζούκος
Βασίλης Κυρατζόπουλος
Βασίλης Πάνος
Βασίλης Στοιλόπουλος
Βασίλης Ν. Τριανταφυλλίδης
(Χάρρυ Κλυνν)
Βασίλης Φτωχόπουλος
Βένιος Αγελόπουλος
Βίας Λειβαδάς
Βλάσης Αγτζίδης
Γεράσιμος Παναγιωτάτος-Τζάκης
Γιάννης Διακογιάννης
Γιάννης Θεοφύλακτος
Γιάννης Παπαθανασόπουλος
Γιάννης Τζιουράς
Γιώργος Αλεξάνδρου
Γιώργος Βλαχόπουλος
Γιώργος Βοσκόπουλος
Γιώργος Βότσης
Γιώργος Κακαρελίδης
Γιώργος Καστρινάκης
Γιώργος Κεκαυμένος
Γιώργος Κεντάς
Γιώργος Κολοκοτρώνης
Γιώργος Κουτσογιάννης
Γιώργος Νεκτάριος Λόης
Γιώργος Μαρκάκης
Γιώργος Μάτσος
Γιώργος Παπαγιαννόπουλος
Γιώργος Σκουταρίδης
Γιώργος Τασιόπουλος
Γλαύκος Χρίστης
Δημήτρης Αλευρομάγειρος
Δημήτρης Γιαννόπουλος
Δημήτριος Δήμου
Δημήτρης Μηλιάδης
Δημήτριος Γερούκαλης
Δημήτριος Α. Μάος
Δημήτριος Νατσιός
Διαμαντής Μπασάντης
Διονύσης Κονταρίνης
Διονύσιος Καραχάλιος
Ειρήνη Στασινοπούλου
Ελένη Lang - Γρυπάρη
Ελευθερία Μαντζούκου
Ελευθέριος Λάριος
Ελλη Γρατσία Ιερομνήμων
Ηλίας Ηλιόπουλος
Θεόδωρος Μπατρακούλης
Θεόδωρος Ορέστης Γ. Σκαπινάκης
Θεοφάνης Μαλκίδης
Θύμιος Παπανικολάου
Θωμάς Δρίτσας
Ιωάννης Μιχαλόπουλος
Ιωάννης Χαραλαμπίδης
Ιωάννης Γερμανός
Κρίτων Σαλπιγκτής
Κυριάκος Κατσιμάνης
Κυριάκος Σ. Κολοβός
Κωνσταντίνος Αλεξάνδρου Σταμπουλής
Κωνσταντίνος Ναλμπάντης
Κωνσταντίνος Ρωμανός
Κωνσταντίνος Χολέβας
Λαμπρινή Θωμά
Μαίρη Σακελλαροπούλου
Μανώλης Βασιλάκης
Μανώλης Εγγλέζος - Δεληγιαννάκης
Μάρκος Παπαευαγγέλου
Μάρω Σιδέρη
Μιλτιάδης Σ.
Μιχάλης Χαραλαμπίδης
Μιχάλης Κ. Γκιόκας
Νέστωρ Παταλιάκας
Νικόλαος Μάρτης
Νίκος Ζυγογιάννης
Νίκος Καλογερόπουλος Kaloy
Νίκος Λυγερός
Νίκος Παπανικολάου
Νίκος Σαραντάκης
Νίνα Γκατζούλη
Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας
Παναγιώτης Ανανιάδης
Παναγιώτης Ήφαιστος
Παναγιώτης Α. Καράμπελας
Παναγιώτης Καρτσωνάκης
Παναγιώτης Φαραντάκης
Παναγιώτης Χαρατζόπουλος
Πανίκος Ελευθερίου
Πάνος Ιωαννίδης
Πασχάλης Χριστοδούλου
Παύλος Βαταβάλης
Σοφία Οικονομίδου
Σπυριδούλα Γρ. Γκουβέρη
Σταύρος Σταυρίδης
Σταύρος Καρκαλέτσης
Στέλιος Θεοδούλου
Στέλιος Μυστακίδης
Στέλιος Πέτρου
Στέφανος Γοντικάκης
Σωτήριος Γεωργιάδης
Τάσος Κάρτας
Φαήλος Κρανιδιώτης
Φειδίας Μπουρλάς
Χρήστος Ανδρέου
Χρήστος Δημητριάδης
Χρήστος Κηπουρός
Χρήστος Κορκόβελος
Χρήστος Μυστιλιάδης
Χρήστος Σαρτζετάκης
Χριστιάνα Λούπα
Χρίστος Δαγρές
Χρίστος Δ. Κατσέτος
Χρύσανθος Λαζαρίδης
Χρύσανθος Σιχλιμοίρης
Gene Rossides
Marcus A. Templar

Επικοινωνία
Οι απόψεις σας είναι ευπρόσδεκτες!
 

 


Μια κριτική στο επιχείρημα περί «αιματοβαμμένης» ιστορίας.

Δημήτριος Α. Μάος
Πολιτικός Επιστήμων

Αντίβαρο, Μάρτιος 2007


Οξύτατη αντιπαράθεση απόψεων φαίνεται πως προκαλεί το ζήτημα που έχει προκύψει με την καθιέρωση ή μη του νέου βιβλίου της ιστορίας της Στ’ Δημοτικού.

Δυστυχώς, διατρέχοντας την επιχειρηματολογία και των δύο πλευρών της διαμάχης (σε Internet, εφημερίδες, τηλεόραση) διεπίστωσα ότι σε αρκετές περιπτώσεις ο διάλογος εξετράπη από την βάση πάνω στην οποία θα όφειλε να διεξαχθεί, δηλαδή τα επιστημονικά επιχειρήματα, και κατέληξε στο να ευτελιστεί, μετατρεπόμενος σε ένα πεδίο εντυπώσεων και εκτόξευσης απαξιωτικών σχολίων ένθεν κακείθεν. Ένα πεδίο το οποίο αναδεικνύει για μιαν εις έτι φοράν το δίπολο των πολιτικών ιδεολογημάτων του «εθνικισμού» vs. «εκσυγχρονισμού», δηλαδή των υπο-προϊόντων του διπόλου «παράδοση» vs. «νεοτερικότητα» (βεμπεριανοί ιδεότυποι), στην αποκλειστική βάση επί της οποίας διεξάγεται ο διάλογος για το σύνολον σχεδόν των κοινωνικών ζητημάτων στην χώρα μας.

Πρέπει να ξεκαθαριστεί ευθύς εξ’ αρχής ότι το ζήτημα των βιβλίων της ιστορίας είναι κατ’ εξοχήν κοινωνικό ζήτημα, για το οποίον όχι μόνον δικαιούνται αλλά επιπλέον υποχρεούνται να έχουν άποψη και οι μη-επαϊοντες. Δεν θα πρέπει να λησμονούν οι αμύντορες του βιβλίου και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο ότι οι εξουσίες τους «…πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα (Άρθρο 1, Παρ. 3)»¨ το Σύνταγμα, με τη σειρά του επιτάσσει όπως «…η παιδεία έχει σκοπό (μεταξύ άλλων)….την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης (Άρθρο 16, Παρ. 2)¨ και τέλος «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων (Ναι ακόμη και των…housewives!!!), που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσον εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία (Άρθρο 120, Παρ. 4). Επομένως, το ελιτίστικο επιχείρημα περί «εσμού ασχέτων» από μόνο του δεν αρκεί για να διαφύγουν την απαραίτητη κριτική και τον έλεγχο για το κατά πόσον το νέο βιβλίο συμβάλλει πράγματι στην ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης.

Το σημείο στο οποίο επιθυμώ να εστιάσω την κριτική μου στο άρθρο αυτό είναι εκείνο το επιχείρημα το οποίο αναφέρει ότι «…η ιστορία έχει πάψει εδώ και πολλές δεκαετίες να …ρέει αίμα στην υπόλοιπη Ευρώπη». Επομένως, σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό («φιλειρηνική» εκπαίδευση) «…το κέντρο βάρους στην εξιστόρηση θα πρέπει να μετατοπιστεί από την πολιτική και διπλωματική ιστορία στην κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική ιστορία η οποία δεν περιέχει αιματηρές συγκρούσεις και εντοπίζει το ενδιαφέρον σε άλλες πτυχές του παρελθόντος.».

Καταρχάς, για να μην δημιουργείται σύγχυση, αξίζει να επισημάνουμε το εξής: αυτό το οποίο …ρέει αίμα δεν είναι η ιστορία per se (ούτε οι ιστορικοί είναι πολεμοχαρείς) αλλά ο πόλεμος, με το φαινόμενο του οποίου είναι στενά συνδεδεμένη (αν όχι συνυφασμένη) η ιστορική εξέλιξη των ανθρωπίνων κοινωνιών. Αυτό συμβαίνει διότι ο πόλεμος απορρέει άμεσα από την φύση του ανθρώπου, η οποία σύμφωνα με τον Θουκυδίδη συνιστά τον αποκλειστικό παράγοντα για τα συμβαίνοντα στον ιστορικό βίο. Αφενός λοιπόν η πίεση του πολέμου προκαλεί πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές αναταραχές και εξελίξεις, οι οποίες επηρεάζουν και ενίοτε καθορίζουν την ιστορική πορεία των ανθρώπινων κοινωνιών¨ αφετέρου οι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της κάθε εποχής διαμορφώνουν τη φύση του πολέμου. Η αμφίδρομη αυτή σχέση αποτελεί κεντρικό στοιχείο της παγκόσμιας ιστορίας. Επομένως, ακόμη και εάν οι υπερασπιστές του βιβλίου ιστορίας της Στ’ δημοτικού προσδοκούν, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους της εξιστόρησης σε κοινωνικά, οικονομικά ή πολιτισμικά ζητήματα (αυτά αλήθεια δεν έχουν προκαλέσει ταξικές ή εμφύλιες συγκρούσεις, δηλαδή ροή αίματος;;;), ότι θα απαλλαγούν από την ιστορία που…ρέει αίμα ένα είναι βέβαιον: ότι θα ξαναβρούν μπροστά τους το φαινόμενο του πολέμου και επομένως μια «αιματοβαμμένη» ιστορία. Συνιστώ στους υπερασπιστές της «φιλειρηνικής ιστορίας», πέραν του Θουκυδίδη, να διαβάσουν τα αριστουργήματα των Michael Howard “Ο Ρόλος του Πολέμου στη Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία” (ελληνική μετάφραση εκδόσεις Ποιότητα 2000), Arthur Marwick “War and Social Change in the 20th Century” (MacMillan Press Ltd, 1974) και Mark Mazower (τον οποίο και επικαλέσθηκαν) “Σκοτεινή Ήπειρος: Ο Ευρωπαϊκός 20ός αιώνας” (ελληνική μετάφραση εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2001), ώστε να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι αφενός μεν την σύνδεση μεταξύ «αιματοβαμμένης ιστορίας» και σύγχρονων Ευρωπαϊκών κοινωνιών, αφετέρου δε ότι η ιστορία δεν έχει πάψει, ούτε θα πάψει ποτέ να… ρέει αίμα (είναι άραγε τυχαίο ότι οι επιφανέστεροι ιστορικοί της ανθρωπότητας, προεξάρχοντος του Θουκυδίδη, είναι αυτοί ακριβώς που εξιστόρησαν πολέμους;;;).

Η ανθρώπινη φύσις παραμένει πάντα η ίδια, αλλά η καθηγήτρια Κα Κουλούρη θέλει να αγνοεί ότι γι’αυτόν τον λόγο, το παρελθόν είναι και παρόν και μέλλον. Συγχέει δε δύο διαφορετικά πράγματα. Ότι άλλο είναι η αλήθεια την οποίαν πρέπει οπωσδήποτε να απεικονίζει η Ιστορία και άλλο είναι η ανάγκη μιας παράλληλης και ταυτόχρονης ηθικής διδασκαλίας επί του δέοντος της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Εάν αποσβέσουμε, όπως μας διδάσκει η Κα καθηγήτρια, από την ιστορία τους πολέμους, τα ολοκαυτώματα και τις γενοκτονίες, πρέπει να είμαστε έτοιμοι και βέβαιοι ότι θα τα βρούμε και στο μέλλον. Η ιστορία αποτελεί «κτήμα ες αεί» και αυτή ακριβώς είναι η παιδευτική της αξία, δηλαδή να μαθαίνουμε από την «βρώμα» του παρελθόντος ώστε να μην επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη και όχι να την …κρύβουμε κάτω από το χαλί. Αν αυτό το αποστερήσουμε από τους μαθητές τότε ποια η παιδευτική της αξία;;;

Επειδή υποστηρίχθηκε κατά κόρον ως επιχείρημα υπέρ της «φιλειρηνικής» ιστορίας το προηγούμενο παράδειγμα της Γερμανίας, Γαλλίας και Ιταλίας, οφείλουμε να κάνουμε κάποιες απαραίτητες επισημάνσεις προς αποφυγή συγχύσεων: α) στην περίπτωση της Γαλλό-Γερμανικής έχθρας, κανένα εκ των δύο κρατών δεν υπήρξε επί 400 χρόνια υπό τον ζυγό του άλλου (το κύριο σημείο τριβής ήταν, κατ’εξαίρεσιν, οι περιοχές της Αλσατίας-Λωρραίνης, δηλαδή ζήτημα καθαρά εδαφικό-συνοριακό αλλά και «συμβολικό» μεταξύ δύο κυρίαρχων εθνών-κρατών), και επομένως κανένα δεν διεξήγαγε αγώνα ανεξαρτησίας έναντι του άλλου με σκοπό την δημιουργία εθνικού κράτους, β) η ιστορικός Κα Κουλούρη αποκρύπτει επιμελώς το γεγονός ότι η συμφιλίωση με το παρελθόν και η απόφαση Γαλλίας και Γερμανίας να αποσιωπήσουν δυσάρεστα ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος, δεν υπήρξε απόρροια τάχα μιας «νέας επιστημονικής» θεώρησης της ιστορίας αλλά αποτέλεσμα της ταπεινωτικής ήττας, των καταστροφών και της οικονομικής καχεξίας που ακολούθησαν τους 2 αιματηρούς Παγκοσμίους πολέμους, καθώς και της δημιουργίας αισθήματος ενοχής στην (διαιρεμένη εως και το 1990) Γερμανία για τα εγκλήματα του ολοκαυτώματος, επί του οποίου οικοδομήθηκε η μεταπολεμική εθνική ταυτότητα (βλέπε M. Fulbrook, German National Identity After the Holocaust, Oxford: Polity, 1999). Επομένως, η Γερμανία και η Ιταλία οικοδόμησαν την μεταπολεμική εθνική τους ταυτότητα και επομένως και την συγγραφή των βιβλίων της ιστορίας τους ακριβώς ως απόρριψη-ενοχοποίηση της πρό-πολεμικής, μιλιταριστικής εθνικής ταυτότητας που τους οδήγησε στην καταστροφή (εδώ παρεπιπτόντως καταρρίπτεται και το άλλο επιχείρημα της Κας Κουλούρη, η οποία ισχυρίστηκε ότι «…είναι ωστόσο λάθος η άποψη ότι μόνο η αφήγηση των δεινών του έθνους καλλιεργεί την εθνική συνείδηση.»). Η Γαλλία, καθημαγμένη οικονομικά και πολιτικά από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, προσάρμοσε την μεταπολεμική εθνική της συνείδηση στην προσπάθεια υιοθέτησης θεσμών και πολιτικών στο εσωτερικό (΄Δ Γαλλική Δημοκρατία, Σχέδιο Μονέ για οικονομικό εκσυγχρονισμό, Γκωλισμός) και το εξωτερικό (διακήρυξη Σουμάν για την δημιουργία της ΕΚΑΧ, ένταξη στο NATO) που θα της διασφάλιζαν οικονομική ανάπτυξη και πολιτική σταθερότητα και ασφάλεια. Επομένως κρίθηκε επιβεβλημένο να αλλάξουν από κοινού τα βιβλία της ιστορίας, αλλά αυτό δεν έγινε με «επιστημονικά κριτήρια», γ) αλλά ακόμη και να δεχθούμε ότι στην περίπτωση Γαλλίας-Γερμανίας η αποσιώπηση ιστορικών γεγονότων έγινε με «επιστημονικά κριτήρια», τουλάχιστον οι δύο χώρες το αποφάσισαν αμοιβαίως. Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση Ελλάδος και Τουρκίας. Εάν η Ελλάς οφείλει κατά τους «φιλειρηνιστές» να παραχαράξει την Ιστορία, ας ρωτήσουμε τι κάνει η Τουρκία; Αποδυναμώνει και αυτή το εθνικό φρόνημα κατά το παράδειγμα του πολιτισμού Γαλλίας-Γερμανίας;

Τέλος, η απλουστευτική κατάτμηση της ιστορίας σε πολιτική και διπλωματική που …ρέει αίμα και σε κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική ιστορία που …δεν ρέει αίμα (για «παιδαγωγικούς» σκοπούς) οδηγεί και σε περαιτέρω μεθοδολογικά προβλήματα, διότι αποκόπτει την απαραίτητη διασύνδεση του τί συμβαίνει σε διεθνές επίπεδο με το τί συμβαίνει στο εσωτερικό των κρατών. Επιπλέον φαίνεται ότι υποκρύπτει και ιδεολογικό-πολιτικούς στόχους. Σύμφωνα με την θεώρηση του επιστημονικού κλάδου της ιστορικής κοινωνιολογίας «Τα κράτη κάνουν πολέμους αλλά και οι πόλεμοι κάνουν τα κράτη» (Charles Tilly). Η πραγματικότητα είναι ότι το εθνικό κράτος κυριάρχησε ως οργανωτική μονάδα του νεωτερικού κόσμου σε σχέση με πόλεις-κράτη (ομόσπονδα κρατίδια) ή πολυεθνικές αυτοκρατορίες, λόγω ακριβώς της καλύτερης, συγκριτικά, ικανότητάς του να διεξάγει πολέμους. Τα έθνη-κράτη όχι μόνον δημιουργήθηκαν από τους πολέμους και τις επαναστάσεις αλλά και υπέστησαν (κοινωνικούς και πολιτικούς) μετασχηματισμούς μέσα από επαναλαμβανόμενους πολέμους. Συνεπώς, τα εθνικά κράτη αποκτούν την ισχύ τους (φορολογία, διοίκηση, στράτευμα) ακριβώς μέσω της προετοιμασίας για διεξαγωγή πολέμων. Παράλληλα, η εμπλοκή σε πόλεμο επιτρέπει στα κράτη να αποκτήσουν μεγαλύτερη επιρροή επί των πληθυσμών τους και, κινητοποιώντας τους προς έναν «κοινό στόχο» (αυτό που ο George Mosse ονομάζει «εθνικοποίηση των μαζών»), να τους ενσωματώσουν στο εθνικό κράτος (αυτό που ο A. Marwick ονομάζει «κοινωνικοποίηση του έθνους», η οποία κατόπιν οδήγησε -ενίοτε- και σε ταξικούς αγώνες). Αν λοιπόν η συνειδητοποίηση ότι ο πόλεμος αποτελεί το αποφασιστικό στοιχείο στην δόμηση του συγχρόνου έθνους-κράτους (και των εθνικών κοινωνιών) και την ιστορική του εξέλιξη συνδυαστεί ως πρόταση με την επιταγή του «αφοπλισμού» της ιστορίας, γιατί να μην ισχυριστεί κάποιος ότι επιχειρείται (μέσω αυτής) η «αποδόμηση» των εννοιών του έθνους-κράτους και της εθνικής ταυτότητας;;;


Αυτό το κείμενο είναι γραμμένο σε μονοτονικό. Διαβάστε την πολυτονική του έκδοση.

http://www.antibaro.gr