Κατηγορίες

ΚλεΜΜΕνη Δημοκρατία

Αρχική σελίδα
Εξωτ. πολιτική/ Διπλωματία
Εθνικά θέματα
Κοινωνία
Πολιτισμός
Θρησκεία
Διεθνή
Βιβλιογραφία/ Συνδέσεις
Εκδηλώσεις
Οπτικοακουστικό
υλικό
Δελτία
Ενημέρωσης
Ιστολόγιο
Αντίβαρου
Άγρα γραπτών
Πρόσφατα κείμενα
Με χρονολογική σειρά.
Δελτίο ενημέρωσης!
Εγγραφή Διαγραφή
Συγγραφείς

Αθανάσιος Γιουσμάς
Άθως Γ. Τσούτσος
Άκης Καλαιτζίδης
Αλέξανδρος Γερμανός
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας
Αλέξανδρος Κούτσης
Αμαλία Ηλιάδη
Ανδρέας Σταλίδης
Ανδρέας Φαρμάκης
Ανδρέας Φιλίππου
Αντώνης Κ. Ανδρουλιδάκης
Αντώνης Λαμπίδης
Αντώνης Παυλίδης
Απόστολος Αλεξάνδρου
Απόστολος Αναγνώστου
Αριστείδης Καρατζάς
Αχιλλέας Αιμιλιανίδης
Βάιος Φασούλας
Βαν Κουφαδάκης
Βασίλης Γκατζούλης
Βασίλης Ζούκος
Βασίλης Κυρατζόπουλος
Βασίλης Πάνος
Βασίλης Στοιλόπουλος
Βασίλης Ν. Τριανταφυλλίδης
(Χάρρυ Κλυνν)
Βασίλης Φτωχόπουλος
Βένιος Αγελόπουλος
Βίας Λειβαδάς
Βλάσης Αγτζίδης
Γεράσιμος Παναγιωτάτος-Τζάκης
Γιάννης Διακογιάννης
Γιάννης Θεοφύλακτος
Γιάννης Παπαθανασόπουλος
Γιάννης Τζιουράς
Γιώργος Αλεξάνδρου
Γιώργος Βλαχόπουλος
Γιώργος Βοσκόπουλος
Γιώργος Βότσης
Γιώργος Κακαρελίδης
Γιώργος Καστρινάκης
Γιώργος Κεκαυμένος
Γιώργος Κεντάς
Γιώργος Κολοκοτρώνης
Γιώργος Κουτσογιάννης
Γιώργος Νεκτάριος Λόης
Γιώργος Μαρκάκης
Γιώργος Μάτσος
Γιώργος Παπαγιαννόπουλος
Γιώργος Σκουταρίδης
Γιώργος Τασιόπουλος
Γλαύκος Χρίστης
Δημήτρης Αλευρομάγειρος
Δημήτρης Γιαννόπουλος
Δημήτριος Δήμου
Δημήτρης Μηλιάδης
Δημήτριος Γερούκαλης
Δημήτριος Α. Μάος
Δημήτριος Νατσιός
Διαμαντής Μπασάντης
Διονύσης Κονταρίνης
Διονύσιος Καραχάλιος
Ειρήνη Στασινοπούλου
Ελένη Lang - Γρυπάρη
Ελευθερία Μαντζούκου
Ελευθέριος Λάριος
Ελλη Γρατσία Ιερομνήμων
Ηλίας Ηλιόπουλος
Θεόδωρος Μπατρακούλης
Θεόδωρος Ορέστης Γ. Σκαπινάκης
Θεοφάνης Μαλκίδης
Θύμιος Παπανικολάου
Θωμάς Δρίτσας
Ιωάννης Μιχαλόπουλος
Ιωάννης Χαραλαμπίδης
Ιωάννης Γερμανός
Κρίτων Σαλπιγκτής
Κυριάκος Κατσιμάνης
Κυριάκος Σ. Κολοβός
Κωνσταντίνος Αλεξάνδρου Σταμπουλής
Κωνσταντίνος Ναλμπάντης
Κωνσταντίνος Ρωμανός
Κωνσταντίνος Χολέβας
Λαμπρινή Θωμά
Μαίρη Σακελλαροπούλου
Μανώλης Βασιλάκης
Μανώλης Εγγλέζος - Δεληγιαννάκης
Μάρκος Παπαευαγγέλου
Μάρω Σιδέρη
Μιλτιάδης Σ.
Μιχάλης Χαραλαμπίδης
Μιχάλης Κ. Γκιόκας
Νέστωρ Παταλιάκας
Νικόλαος Μάρτης
Νίκος Ζυγογιάννης
Νίκος Καλογερόπουλος Kaloy
Νίκος Λυγερός
Νίκος Παπανικολάου
Νίκος Σαραντάκης
Νίνα Γκατζούλη
Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας
Παναγιώτης Ανανιάδης
Παναγιώτης Ήφαιστος
Παναγιώτης Α. Καράμπελας
Παναγιώτης Καρτσωνάκης
Παναγιώτης Φαραντάκης
Παναγιώτης Χαρατζόπουλος
Πανίκος Ελευθερίου
Πάνος Ιωαννίδης
Πασχάλης Χριστοδούλου
Παύλος Βαταβάλης
Σοφία Οικονομίδου
Σπυριδούλα Γρ. Γκουβέρη
Σταύρος Σταυρίδης
Σταύρος Καρκαλέτσης
Στέλιος Θεοδούλου
Στέλιος Μυστακίδης
Στέλιος Πέτρου
Στέφανος Γοντικάκης
Σωτήριος Γεωργιάδης
Τάσος Κάρτας
Φαήλος Κρανιδιώτης
Φειδίας Μπουρλάς
Χρήστος Ανδρέου
Χρήστος Δημητριάδης
Χρήστος Κηπουρός
Χρήστος Κορκόβελος
Χρήστος Μυστιλιάδης
Χρήστος Σαρτζετάκης
Χριστιάνα Λούπα
Χρίστος Δαγρές
Χρίστος Δ. Κατσέτος
Χρύσανθος Λαζαρίδης
Χρύσανθος Σιχλιμοίρης
Gene Rossides
Marcus A. Templar

Επικοινωνία
Οι απόψεις σας είναι ευπρόσδεκτες!
 

 

 

ΚλεΜΜΕνη Δημοκρατία

Αφιερώνεται στη γεμάτη από Πόρτες του Πολυτεχνείου Ελληνική Περιφέρεια.
Δεν αφιερώνεται στο εργοστάσιο «Ανισοκρατία» που τις παράγει ούτε βέβαια
στο πολιτικό προσωπικό, όποια θέση κι αν κατέχει στην παραγωγική αλυσίδα.

Θράκη 17 XI 2006, 33 χρόνια μετά,

Χ. Κ.



Του πρώην Βουλευτή Έβρου Χρήστου Κηπουρού


Εισαγωγή


Α. Περιφέρεια. Ο νεωκόρος της Αθηναϊκής Μητρόπολης


Ναι μεν τα κείμενα της παρούσας τριλογίας έχουν ως κοινό τη Δημοκρατία, όμως δεν περιορίζονται στο να την αναδεικνύουν σε επίκαιρο ζήτημα. Το οποίο γίνεται ακόμη και πιο επίκαιρο σε ημέρες, όπως είναι η επέτειος του Πολυτεχνείου, προς τιμή της οποίας άλλωστε έχουν γραφτεί. Η τιμή βέβαια αυτή δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το μεγάλο εκείνο επώνυμο μέρος των στελεχών της ομώνυμης γενιάς που άλλα σύντομα κατέληξαν στα γραφειοκρατικά κομματικά επιτελεία της Πρωτεύουσας και άλλα από γενιά του Πολυτεχνείου μετατράπηκαν σε γενιά του Κοινοβουλίου.


Νομίζω ότι η γενιά του Πολυτεχνείου είναι η περισσότερο προδομένη από «ηγεσίες» της νεοελληνική γενιά. Ενώ στη αρχή της διαδρομής τους οι τελευταίες τα έβαλαν με το φασισμό, στη συνέχεια και κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης αλλά και μέχρι σήμερα, τον υπηρέτησαν και τον υπηρετούν. Και μάλιστα ποικιλόμορφα. Πότε σαν κεμαλισμό, πότε σαν Αθηναϊσμό και πότε σαν τηλεφασισμό. Ας μην επεκταθώ σε διευθύνσεις και σε ονόματα. Είναι άλλωστε λίγο πολύ γνωστά.
 



Τα λέω όλα αυτά όχι για τίποτε άλλο αλλά για να δείξω το τι όφειλε κανείς να κάνει όλα αυτά τα χρόνια. Μεταξύ άλλων πώς να τιμήσει τα θύματα της γενιάς του. Σε ποιο τόπο να ψάξει να δει αν υπάρχει η πόρτα του Πολυτεχνείου, όπως συνηθίστηκε να λέγεται. Και επίσης ποιο θα μπορούσε να είναι το σύνθημα που θα αντικαθιστούσε το «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία». Κατά τη γνώμη μου ένα τέτοιο νέο πρόταγμα μπορεί να είναι το «Χωριό, Περιφέρεια, Παιδεία, Δημοκρατία». Όσο για την τελευταία, δεν αναφέρομαι βέβαια σε κάποια από τις πληθωριστικές της μορφές που κυκλοφορούν στην αγορά, αλλά συγκεκριμένα στην Τέταρτη, με έναρξη το Δημοψήφισμα για το Περιφερειακό {1}.

Τριάντα τρία χρόνια μετά, για τη θέση του ψωμιού δεν βρίσκω άλλο πιο κατάλληλο από το Χωριό και τη Γεωργία. Για την Παιδεία, την ίδια την Παιδεία. Αυτή άλλωστε είναι η πλέον διαχρονική έννοια. Μπορεί ο Χρόνος να είναι ο πατέρας των πάντων, όπως έλεγε το πατριωτάκι μου ο Ορφέας, όμως η παιδεία θα συνεχίσει στο διηνεκές να έχει ανάγκη από έναν ισόχρονο εμπλουτισμό. Και για αυτό και αέναο. Τόσο από τις νέες κάθε φορά μορφές, όσο επί του προκειμένου, από ένα είδος που απουσιάζει από τη χώρα και που σχετίζεται με την περιφερειακή της εκδοχή και την κουλτούρα της Περιφέρειας. Εννοείται ότι ως προς την Ελευθερία, η μόνη που θα μπορούσε να πάρει τη θέση της είναι η Δημοκρατία. Η θεμελιώδης αυτή αρχή και αξία που μόνο στην ισοκρατία μεταξύ πρωτεύουσας και περιφερειών μπορεί πλέον να αναζητηθεί.


Συγνώμη, αλλά τα κατά καιρούς ογδόντα και ογδόντα δύο τοις εκατό των κονδυλίων που λέγεται από τις Κυβερνήσεις ότι κατευθύνονται στην περιφέρεια, δεν είναι άλλο από το ίδιο έργο σε επανάληψη. Δεν ξέρω γιατί, άλλα όλα αυτά εμένα με θυμίζουν τις ντουμπλεδιές που βλέπαμε στους κινηματογράφους βήτα προβολής σαν φοιτητές στη Θεσσαλονίκη. Άλλωστε έτσι έγινε με το τρίτο κοινοτικό πλαίσιο και τους πρώην, και με την περιφερειακή κατάρρευση να διαιωνίζεται, έτσι θα γίνει και με το τέταρτο και με τους νυν. Και έτσι και χειρότερα θα γίνει και με το πέμπτο, αν φυσικά υπάρξει. Το ίδιο θα συνεχίσει να γίνεται, όσο η Ελληνική περιφέρεια θα αποτελεί τον νεωκόρο της Αθηναϊκής Μητρόπολης. Ο οποίος μάλιστα, παρόλα αυτά, θα πρέπει να είναι και πολύ ευχαριστημένος. Όπως ακριβώς ο καντηλανάφτης του γνωστού ανέκδοτου, ο οποίος καμάρωνε όταν, προ πολλών βέβαια δεκαετιών, έλεγε ότι ο ίδιος μαζί με το Δεσπότη του, έπαιρναν μισθό εκατό χιλιάδες το μήνα. Εκ των οποίων οι ενενήντα εννέα χιλιάδες ήταν ο μισθός του Μητροπολίτη. Κι αυτός, πλέον των άδηλων πόρων.


Ίσως κάποιος θεωρήσει ως υπερβολή το ψάξιμο της πόρτας του Πολυτεχνείου στην Περιφέρεια. Θα φέρω ένα μόνο παράδειγμα και πιστεύω ότι θα αναθεωρήσει. Γιατί οι νέοι Συνταγματάρχες, αυτοί που κατοικοεδρεύουν στις Αθηναϊκές τηλεοράσεις και τις εφημερίδες, όπως και στα Δημόσια Έργα αλλά και στις προμήθειες του κράτους, είναι πολύ πιο επικίνδυνοι και πολύ περισσότεροι από τους γνωστούς τρεις του 1967. Εννοείται και όλοι εκείνοι οι εκ της πολιτικής τάξης που συναγελάζονται, αν δεν αποτελούν θεραπαινίδες τους. Αν στη χώρα μας η άλλη όψη της Δημοκρατίας ήταν η ισοκρατία στις σχέσεις των Αθηνών με τις περιφέρειες, ως και ο ΠΑΘΕ, θα είχε γίνει ακόμη από το δεύτερο πακέτο. Και όχι μόνο οι Αττικές διακλαδώσεις με τις γνωστές λεόντειες συμβάσεις.


Ε, λοιπόν, όχι μια ή δύο και τρεις πόρτες του Πολυτεχνείου αλλά πολύ περισσότερες συναντά κανείς μαζί με αθώο αίμα εν ροή. Άλλες φορές στη Στενώπη, όπως ονόμασα σε αντιδιαστολή με την Ευρώπη, την Ελλάδα του λεγόμενου τροχαίου στην κοιλάδα των Τεμπών τον Απρίλιο του 2003, και άλλες φορές στην οδό Πατρών Αθηνών, στο Πέταλο του Μαλιακού, αλλά και αλλού. Ας μην επεκταθώ στις παρενέργειες της ανισοκρατίας στα χωριά και στην προδιαγεγραμμένη και επικείμενη εξαφάνισή τους. Δεν ξέρω αν πάψουν να υπάρχουν ψάρια στον αιώνα που διανύουμε ή πότε θα τελειώσουν τα πετρελαϊκά αποθέματα του πλανήτη, κάτι βέβαια που θα παραπέμπει και στο «ουδέν κακό αμιγές καλού», όμως γνωρίζω πολύ καλά ότι κατά τη διάρκεια του εικοστού πρώτου αιώνα, αν όχι στις επόμενες κιόλας δεκαετίες, η δημογραφική καμπύλη της υπαίθρου έχει από τώρα κλεισμένο ραντεβού, να συναντηθεί δηλαδή με την τετμημένη των Χ. Των Χωριών.


Ένα προδιαγεγραμμένο ραντεβού με την ιστορία που πλέον ούτε καν η Δημοκρατία μπορεί να το ακυρώσει. Και αν υπάρχει μια αχνή ελπίδα στην Τέταρτη {1}, αυτή πάλι παραμένει, από πολλών ετών, στο ράφι. Κάποια δε στιγμή θα κουραστεί και θα φύγει. Ας λένε ότι πεθαίνει τελευταία. Είναι όπως η έμπνευση που έλεγε ο Καβάφης. Δεν είναι πόρνη να έρθει όποια ώρα τη θελήσει ο ποιητής. Όπως και η Δημοκρατία δεν είναι delivery, λέω εγώ. Αν κάτι είναι delivery είναι το τηλεοπτικό πακέτο στο σπίτι. Όπως τα επίκαιρα επί χούντας. Μόνο που τώρα πρόκειται για επίκαιρα εν ροή. Θέλω να πω ότι τώρα είναι πολύ χειρότερα. Όχι μόνο γιατί ο διανοητικός, πολιτικός και κοινωνικός βιασμός είναι, μεταξύ άλλων, και ανθρωπολογικός, αλλά γιατί υπάρχει και κάτι πιο άσχημο. Είναι και εθελοντικός. Ποιος Όργουελ και ποιο 1984. Έχουν ήδη ξεπεραστεί προ πολλού. Αν ο συγγραφέας της Φάρμας των ζώων, ήταν ένα από αυτά, ήταν πολιτικό ζώο. Συγκεκριμένα, ένα έλλογο άλογο. Μόνο που σήμερα οι μηχανές -ηλεκτρονικές, τηλεοπτικές, και ανάμεσά τους οι κομματικές- είναι χιλιάδων αλόγων. Σκέτων όμως αλόγων, που απλά τους έμαθαν να τρέχουν, με τις κομματικές μηχανές να μπερδεύουν το γνωστό από την πολιτική Δρόμο με τον ιππόδρομο.


Ένας λόγος ακόμη για τον οποίο χρειάζεται το νέο πρόταγμα που λέω. Ο διανοητικός, πολιτικός και ηθικός αγώνας για το Χωριό, τη Γεωργία, την Περιφέρεια, την Παιδεία και την Τέταρτη Δημοκρατία. Αν και θα μπορούσα να το κάνω, δεν λέω ότι είναι κάτι το πάνδημο. Ότι πρέπει να γίνει το κέντρο της Ελληνικής πολιτικής ζωής. Δεν μπορεί όμως και οι άλλοι αγώνες, όποιοι και αν είναι αυτοί, να απασχολούν αποκλειστικά τη ζωή της Εκκλησίας του Δήμου. Να υπερκαλύπτουν το χώρο, το χρόνο, τα Μέσα, τη ζωή και την ψυχή των πολιτών. Γιατί εκτός από τις κοινωνικές τάξεις, υπάρχει μια ακόμη. Και δεν μιλώ για την μεταξύ της ησυχίας και ασφάλειας γνωστή εθνικόφρονα τάξη. Ούτε βέβαια για κάποια νέα τάξη, επίσης γνωστή και με κάθε κατηγορίας και χρώματος για την πατρίδα μας, θιασώτες. Λέω τι μπορεί να γίνει με έναν θεσμικό τρόπο. Επειδή δε όσο δεν συμφωνώ με τα όμορφα χωριά που καίγονται όμορφα άλλο τόσο διαφωνώ με τις άσχημες πρωτεύουσες που καίγονται άσχημα, για αυτό δείχνω το δρόμο της Τέταρτης Δημοκρατίας {1}.


Για αυτό και μιλώ για την τάξη που προσδοκά ο νέος αυτός αγώνας. Την τάξη των Περιφερειών, απέναντι στην Αθηναϊκή αταξία. Για αυτό το Πολυτεχνείο μιλώ. Αυτό που δεν το τελειώνει κανείς ποτέ. Όπως όμως δεν τελειώνουν και οι παραβιάσεις της πόρτας του αφού και οι οιμωγές του χωριού δεν θα ακουστούν. Ναι μεν φταίει ο διαρκής θόρυβος των απεργούντων συντεχνιών, που θα έλεγαν και τα τηλεοπτικά ξεφτέρια τα οποία μόνιμα μπερδεύουν τα γένη, και κάποιοι ίσως προσθέσουν στις αιτίες τη μεγάλη απόσταση και το απόμερο. Όμως το πιο τραγικό όλων είναι ότι οι θρηνώδεις κραυγές που έλεγα, για λόγους μιας ιδιότυπης αξιοπρέπειας και για να μη επισύρουν ίσως τον οίκτο, είναι εσωτερικές, και για αυτό βουβές. Ταυτόχρονα όμως άγνωστης έκβασης.
__________

{1} Σημ. {1}, Χρήστος Κηπουρός, Τέταρτη Δημοκρατία, βλ. ιστοσελίδα Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης, http://alex.eled.duth.gr/kipouros/



1. ΚΛΕΜΜΕΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ



«Αν υπάρχει η πόρτα του Πολυτεχνείου, είναι στην Περιφέρεια. Αν κάποιος είναι πίσω από τα σίδερα της φυλακής, είναι ο Συλλογικός Δημοκράτης. Ο Συλλογικός Περικλής».



Αν είχαμε σαν χώρα φυσιολογική ανάπτυξη, ήδη από πολλών ετών, πολλά πράγματα, αν όχι όλα, θα ήταν διαφορετικά. Από την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και την οικονομία ως την ίδια τη Δημοκρατία. Θα ήμασταν η χώρα που θα πλεονεκτούσε ακόμη και απέναντι των πλούσιων Ευρωπαίων εταίρων και των οικονομιών τους. Έφταναν και περίσσευαν για αυτό τα τέσσερα συγκριτικά αν όχι και μονοπωλιακά πλεονεκτήματα. Ο ιστορικός πολιτισμός, η γαστρονομία, η ναυτιλία και ο τουρισμός ενώ η γεωοικονομία και η γεωργία θα τα συνέδεαν μεταξύ τους επηρεάζοντας τα ακόμη περισσότερο θετικά, αν δεν απογείωναν τα όποια μεγέθη τους.

 


Για τις σχέσεις αυτές έχω γράψει. Άλλοτε προτείνοντας τη βιολογική γαστρονομία {1}, και άλλοτε τις ιστορικές αν όχι και μυθολογικές ονομασίες προέλευσης {2}. Για τη μόνη βουτιά της γεωργίας που θα ήταν αποδοτική. Επειδή όμως κάποιοι ίσως έχουν ενστάσεις έχω να φέρω συγκεκριμένο παράδειγμα. Δεν γνωρίζω βέβαια αν ο Picasso εμπνεύστηκε το έργο της κατσίκας, που εκτίθεται στο ομώνυμο Μουσείο του στο Παρίσι, από τη δική μας Αμάλθεια, όπως και σε άλλα έργα του επηρεάστηκε από τα ειδώλια της κυκλαδικής τέχνης. Ξέρω όμως η τοποθέτηση του εν λόγω έργου ως του μοναδικού στην αυλή του ίδιου Μουσείου, όση τιμή περιποιεί στο μεγάλο αυτό καλλιτέχνη, άλλη τόση περιποιεί στο ίδιο το ιστορικό κατοικίδιο. Όπως γνωρίζω ότι σε λίγο διάστημα για να βλέπει εδώ κανείς κατσίκες θα πρέπει να ανατρέχει σε βιβλία ζωολογίας, ιστορίας αν όχι και μυθολογίας. Άντε έστω θα δει στην Κρήτη ή στη Σαμοθράκη, αν τύχει να είναι ορειβάτης. Το μόνο συγγενές είδος τους που θα υπάρχει εν αφθονία, θα είναι ο τραγέλαφος.


Δεν μιλώ βέβαια για το γνωστό φανταστικό ζώο αλλά για την παράλογη κατάσταση από την οποία κατατρύχεται από δεκαετιών η χώρα και που δεν μπορεί κανείς να βρει άκρη. Ακόμη και η υποθαλάσσια ζωή, και η ίδια η ζωή στη ζούγκλα έχουν οδικούς χάρτες, που όμως απουσιάζουν από την κοινωνικοπολιτική και κοινωνικοοικονομική ζωή. Ναι μεν ειδικοί επιστήμονες ασχολούνται με τα της εξαφάνισης των διάφορων μορφών πανίδας ή χλωρίδας, όμως δεν γίνεται κάτι ανάλογο με τη σύνθεση των δύο αυτών μορφών ζωής στη χώρα αυτή. Μιλώ για την επικείμενη εξαφάνιση του χωριού. Αυτός νομίζω είναι και ο μίτος της Αριάδνης του Ελλαδικού Αθηναϊκού μινώταυρου. Μόνο που ο νέος Θησέας δεν θα προλάβει καν να βγει από το λαβύρινθο. Μπορεί να μπήκε το όνομά του σε κάποιο ομώνυμο αναπτυξιακό πρόγραμμα, όμως η πρόγνωση για το μέλλον είναι από τις πιο άσχημες.


Η ώρα του λογαριασμού έχει προ πολλού παρέλθει. Η φράση «μπορεί να γίνει κάτι» δεν μπορεί να κάνει πλέον τίποτε. Προ πολλού επίσης, αποτελεί φενακισμό. Η ζωή δεν τραβάει καμιά ανηφόρα. Αν τραβάει κάτι αυτό είναι η κατηφόρα, κανονικότατα. Αν δε κάτι χαρακτηρίζει τη σχέση των μεγάλων πόλεων με τις μικρές, όπως και των πόλεων με τα χωριά, αυτό είναι ένας πολύμορφος κανιβαλισμός. Ο οποίος και παίρνει την πιο ακραία μορφή στη σχέση των Αθηνών με τις άλλες περιφέρειες της χώρας. Το μόνο που έμεινε από το τρένο της ανάπτυξης είναι τα συντρίμματα από τη σύνθλιψη του ονείρου για όσους κατά καιρούς πίστεψαν ότι μπορούσε να γίνει κάτι.


Μια τέτοια ανάγνωση της πραγματικότητας έπρεπε να γίνει από πολύ παλιά. Και να υιοθετηθεί άλλος ορισμός για τη Δημοκρατία. Γιατί η Τρίτη Δημοκρατία, η γνωστή και ως μεταπολιτευτική, απέτυχε παταγωδώς. Προφανώς δεν αρκούσαν οι γνωστές και τετριμμένες εκφράσεις της που επιμένουν να τις γιορτάζουν ενώ όλοι γνωρίζουν ότι δεν έχουν αντίκρισμα. Τελικά η λεγόμενη συντεταγμένη πολιτεία αποδείχθηκε ότι είναι τετμημένη και τεταμένη. Η δική μου Δημοκρατία είναι η ισοκρατία μεταξύ της πρωτεύουσας και των περιφερειών. Και μεταξύ των πόλεων και των χωριών. Χωρίς αυτή δεν μπορεί να υπάρχει Δημοκρατία. Γίνεται μάλιστα και ανυπολόγιστη ζημιά που προκαλεί η παράταση της μεταπολιτευτικής Δημοκρατίας. Στερεί τους Έλληνες από την επόμενη Δημοκρατία. Στην ουσία την κλέβει. Πέραν των άλλων δηλαδή, η Τέταρτη Δημοκρατία, για την οποία άλλωστε έχω γράψει τόσα {3}, αποτελεί και μια κλεμμένη Δημοκρατία.

_____________

Σημειώσεις

{1} Χρήστος Κηπουρός, Βιολογική Γαστρονομία, βλέπε ιστοσελίδα του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης, http://alex.eled.duth.gr/kipouros/  


{2} Χρήστος Κηπουρός, Πολύφημος Τυρός, βλέπε την ιστοσελίδα του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης, http://alex.eled.duth.gr/kipouros/  


{3} Χρήστος Κηπουρός, Τέταρτη Δημοκρατία, βλέπε την ιστοσελίδα του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης, http://alex.eled.duth.gr/kipouros/  














2. Το περιφερειακό, η Δημοκρατία, κι ο Δικομματισμός


Αντί Εισαγωγής

Οι τρεις θέσεις για τις σχέσεις μεταξύ των ως άνω εννοιών, με τις οποίες καταπιάνεται το παρόν κείμενο και αποτελούν τη λογική βάση για την 4η Δημοκρατία, είναι οι εξής:
1. Δημοκρατία στη χώρα, χωρίς Δημοκρατία στη σχέση της Αθήνας με τις υπόλοιπες περιφέρειες, δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η διαιώνιση της πασίγνωστης λεόντειας σχέσης.
2. Η σχέση της Δημοκρατίας με το Δικομματισμό αποτελεί μια αντίφαση μεταξύ λογικής και ιστορίας. Ναι μεν ο Δικομματισμός είναι προς εξοβελισμό, όμως αυτό δεν ακυρώνει το ρόλο του. Το ρόλο του ως ιστορικού παρτενέρ της Δημοκρατίας, κατά την επί τόσους αιώνες «συγκατοίκησή» τους. Αρχής μάλιστα γενομένης από την Αθηναϊκή γη που εκτός από παγκόσμια πατρίδα της Δημοκρατίας, είναι επίσης και πατρίδα του Δικομματισμού.
3. Δεδομένου του συγκεντρωτισμού της πολιτικής-κομματικής Ελλάδας, και εάν υπάρξει κάποτε πολυκομματισμός, δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη Δημοκρατία στις Περιφέρειες.
Άρα τη Δημοκρατία στη χώρα. Όπως και τη Δημοκρατία σαν θεμελιώδη αρχή και αξία.
Αυτό το γόρδιο χρειάζεται να κόψει η 4η Δημοκρατία. Για αυτή και εγώ μιλώ από ετών.


Πολλοί στην υπόλοιπη Ευρώπη σκέφτονται για τις χώρες τους τα ίδια. Οι Σοσιαλιστές σε μια από αυτές προτείνουν στους πολίτες «να εφεύρουν το αύριο», όπως λένε. Επίσης και Δεξιοί μιλούν για τις Επόμενες Δημοκρατίες τους. Εδώ, όμως σε εμάς ποιος θα το κάνει αυτό; Π.χ. το εδώ ομόλογο κόμμα των πρώτων, δεν έχει πλέον να προφέρει κάτι. Δεν έχει επόμενα λόγους ύπαρξης. Όπως βέβαια και τα άλλα. Όμως αν τους πει κανείς να λύσουν τους ζυγούς ή ότι «αυτό δεν είναι Δημοκρατία», θα πουν: αυτός τρελάθηκε. Ότι κατέβηκε από άλλο πλανήτη. Ε, λοιπόν και εγώ λέω, καλύτερα Αρειανός, αν είναι να λέω αυτά που πιστεύω, και όχι να πιστεύω αυτά που λέω ή αυτά που με λένε να λέω. Αυτό δεν συμβαίνει; Όπως δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι θα συμβεί και με την Τέταρτη Δημοκρατία. Μόνο ας γίνει. Έτσι άλλωστε γίνεται πάντοτε. Και ας είναι δικομματισμός όταν υλοποιηθεί. Αφού το τέλος του, όπως προκύπτει από την ιστορία, θα αργήσει πολύ.



Το Περιφερειακό, η Δημοκρατία, κι ο Δικομματισμός

Παλαιόθεν, πολλοί, με πρώτη την Αριστερά με την ευρεία έννοια του όρου αλλά και διάφορα, εκτός αυτής, ευρισκόμενα πολιτικά πρόσωπα, αν συμφωνούν σε κάτι είναι ότι απορρίπτουν το δικομματισμό. Δεν είναι άλλωστε και λίγα τα λογικά, πολιτικά όσο και ιστορικά επιχειρήματα που διατίθενται για να αιτιολογήσουν πλήρως τον απορριπτισμό. Μόνο που κάποιες φορές αυτός μετατρέπεται σε αφορισμό αν όχι και αναθεματισμό αφού τα όποια δεινά της χώρας αποδίδονται και καταλογίζονται στο δικομματισμό. Κάτι που δεν γίνεται μόνο όταν το αίσθημα υπερχειλίζει μπαίνοντας στα χωράφια της λογικής ούτε όταν προκαλείται το περί δικαίου αίσθημα, άλλες φορές από τους υποστηρικτικούς θεσμούς, με κορυφαίο το εκλογικό σύστημα της παραλογικής αντί για αναλογική, και άλλες φορές, από τις ουσιαστικά ανύπαρκτες διαφορές των μεν από τους δε.


Ο λόγος για τους Κυβερνώντες και τους Αντιπολιτευόμενους. Και ναι μεν η ΝΔ είναι μπλε ΠΑΣΟΚ, όμως οι διαφορές τους έχουν εξαλειφθεί ακόμη και στο χρώμα. Γιατί ούτε καν σε αυτό διαφέρουν. Γιατί αλλιώς είναι σαν να διαφέρει το γαλαζοπράσινο από το πρασινογάλαζο. Για να είμαστε όμως δίκαιοι με όλους, υπάρχει και κάτι άλλο. Η περίπτωση που ο συνεχής καταλογισμός ευθυνών στο δικομματισμό λειτουργεί σαν άλλοθι απαλλαγής ευθυνών από όσους τον απορρίπτουν. Αν δε έχει δίκαιο, που έχει, ο Ηράκλειτος όταν λέει ότι ο λόγος κυβερνά τα πάντα, τότε και οι ευθύνες των τελευταίων είναι το επακόλουθο της απουσίας λόγου, ιδεών και πολιτικής. Και γιατί αν διέθεταν, θα μπορούσαν να κυβερνούν χωρίς να είναι στην κυβέρνηση.


Αν η Αριστερά ορίζεται και σαν η μητέρα των ιδεών, τότε η Αριστερά της χώρας μας με την μια ή την άλλη μορφή της, δεν είναι Αριστερά. Όχι μόνο δεν έχει να πει κάτι
νέο αλλά από πάνω μέχρι κάτω μυρίζει ναφθαλίνη. Δεν λέω ότι δεν έχει νέους. Έχει. Και μάλιστα ιδιαίτερα μαχητικούς. «Νέο» δεν έχει, όπως δεν έχει και κανείς εκ του
δικομματισμού. Αυτό την έκανε ακίνδυνη, αν το δόγμα της υπερβολής που διατρέχει το πολιτικό σώμα της δεν την αναδεικνύει και σε έναν ιδιότυπο εταίρο των πολιτικών
εκπροσώπων των κατά τα άλλα ταξικών αντιπάλων της. Στην ουσία, της εκάστοτε κυβέρνησης. Μια αντιπολιτευτική αντιπολίτευση που εξ αντικειμένου καταλήγει να αποτελεί κάποιο είδος συμπολίτευσης. Μια πολιτική που δεν αφήνει το φρούτο να ωριμάσει, αν δεν δίνει και τη συνταγή για το πώς μπορεί να κυβερνά η Δεξιά.


Όπως άλλωστε το ίδιο ακριβώς γίνεται με την καθολική αντιπολίτευση που ασκεί η Αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά και «η νέα φωνή της αλήθειας» των τηλεοπτικών καναλιών. Κάτι βέβαια που δεν απαλλάσσει την Κυβέρνηση από την ιστορική της ευθύνη. Όχι τόσο ως προς την οικονομική πολιτική, που άλλωστε μέσες άκρες είναι ίδια με εκείνη των προκατόχων της, όσο για την απόλυτη διάψευση γύρω από την περίφημη αλλά και κλεμμένη λέξη της γνωστής «επανίδρυσης». Να μην τα ξαναλέω τώρα τα της διαμονής του πρωθυπουργού δύο ημέρες την Εβδομάδα στην Περιφέρεια ούτε τα του Δημοψηφίσματος για το Περιφερειακό και που η λύση του με τις δώδεκα Αιρετές περιφέρειες είναι η άλλη όψη της Δημοκρατίας. Επί του προκειμένου, της Τέταρτης {1}.


Μπορεί κάποια ζητήματα για τις Περιφέρειες να συμπεριλαμβάνονται στα κομματικά κιτάπια της αντιπολίτευσης όμως τα ακυρώνει στην πράξη αφού ο αγώνας της έχει πολύ διαφορετικές προτεραιότητες. Ναι μεν η αριστερά αγωνίζεται αλλά ο αγώνας της έχει δική του ατζέντα. Επιπλέον γίνεται για να γίνεται. Αν δεν γίνεται για ζημιά αφού καταλήγει να συγχέει την ατζέντα με τον ατζέντη. Μετά βγαίνει και καταριέται και το δικομματισμό αν και η ίδια με τον τρόπο της τον στηρίζει. Ας μην επεκταθώ στην τηλεοπτική κεντροαριστερά όλη αυτή την κάστα των προοδευτικών δήθεν προκαθήμενων δημοσιογράφων, που μόνο δημοκράτες δεν είναι. Ακόμη και όταν ανοίγουν τα παντζούρια των παραθύρων τους για να μπουν ιδέες που μόνο ιδέες δεν είναι, άσχετα αν οι ίδιοι αλλά και οι προσκεκλημένοι τις θεωρούν ως τέτοιες και μάλιστα φρέσκες μπερδεύοντας τες με τον αέρα που μπήκε κατά το άνοιγμα των παραθύρων.


Εδώ θα είμαστε. Γιατί το έργο έχει ξαναπαιχτεί και παλιότερα. Κάτι που είναι γνωστό στους γραφειοκρατικούς κύκλους που μεταξύ άλλων είναι διαπιστευμένοι να πωλούν στην αγορά «νέο». Τώρα αν αυτό είναι ηλικιακό ή ιδεολογικό και πολιτικό, ουδόλως τους ενδιαφέρει. Ή μάλλον τους ενδιαφέρει, και μάλιστα πολύ να μην είναι από το τελευταίο είδος. Να το θέσω όμως και διαφορετικά. «Νέο» στην πρωτεύουσα χωρίς να αναφέρεται στη Δημοκρατία που φέρνει μαζί της η Ελλάδα των Περιφερειών, όχι μόνο δεν είναι «νέο» αλλά είναι πολύ παλιό. Είναι επίσης γνωστό το «νέο» εκείνο που γεννήθηκε τέτοια εποχή στη Θεσσαλονίκη, προ οκταετίας αν θυμάμαι καλά, και που ήδη μας άφησε χρόνους. Ας μην επεκταθώ.


Τα ίδια ισχύουν για το καινούργιο μεν πλην ηλικιωμένο «νέο» της ίδιας πόλης, το τυχαία αν όχι προς ώρας, ασκεπές. Εννοείται ότι και το όποιο κομματικό «νέο», παρά
τα περί του αντιθέτου διαφημιζόμενα, δεν συνιστά «νέο», και ότι πίσω βρίσκεται ο φόβος για το «νέο». Φαίνεται άλλωστε πέραν από τα λόγια, και στα μάτια. Το «νέο» στην Ελλάδα είναι η Περιφέρεια. Και όλοι αυτοί που διατείνονται ότι είναι το «νέο»,
είναι με την Αθήνα. Ας μην επεκταθώ σε αυτούς που δεν είναι και που δεν το κάνουν βέβαια γιατί το πιστεύουν αλλά από λόγους πολιτικού βιοπορισμού, τον οποίο και τους τον εξασφαλίζουν τα Αθηναϊκά Μέσα κάθε φορά που τους επιλέγουν ως τους
αντιπάλους τους, και κυρίως επειδή είναι και ολίγον ευάλωτοι αλλά και επειδή με τον τρόπο αυτό τα Μέσα οικοδομούν τη δική τους Αντιδημοκρατική Δημοκρατία.


Αν ο Θουκιδίδης, στην τρίτη νομίζω Δημηγορία, έβαλε στο στόμα του Περικλή τη λέξη «τυραννίδα» προκειμένου να χαρακτηρίσει την Αθηναϊκή ηγεμονία, σήμερα αν ζούσε και έλεγε κάτι για την τηλεοπτική, και όχι μόνο, Αθήνα, πως αλλιώς θα τη χαρακτήριζε αν όχι σαν μαύρο κουτί της Δημοκρατίας; Και ενώ έχουμε ανάγκη από το Συλλογικό Δημοκράτη, ένα ομώνυμο υποκατάστατο δηλαδή του Περικλή, αφού πλέον Περικλήδες δεν υπάρχουν, παρά μόνο Κλικλήδες, από δεκαπενταετίας η χώρα έχει καταστεί όμηρος του Συλλογικού Αντιδημοκράτη, όπως θα αποκαλούσα εγώ την τηλεοπτική πρωτεύουσα, για να μη πω τίποτε πιο βαρύ.


Ας πάρουμε όμως τα πράγματα του δικομματισμού με τη σειρά. Καταρχήν με βάση τον ιστορικό κανόνα, με όποιες εξαιρέσεις και αν έχουν υπάρξει, πρόκειται για ένα φαινόμενο του οποίου το πρώτο και κύριο χαρακτηριστικό είναι η διαχρονικότητα. Και η βαλίτσα του πάει μακριά. Έως την κλασσική Αθηναϊκή Δημοκρατία, όπου ο δικομματισμός ήταν οργανικό της μέρος, έστω και αν παράλληλα διέθετε βαλβίδα εξαέρωσης του αλαζονικού εξουσιαστικού πολιτικού συστήματος που συνιστούσε η Αριστοφανική κωμωδία μετά των στηλιτεύσεων εις βάρος των «δερματοπωλών» και των «αλλαντοπωλών», όπως γίνεται στους «Ιππής». Για αυτό μια σοβαρή ερμηνεία γύρω από το φαινόμενο του δικομματισμού οφείλει καταρχήν να λάβει υπόψη της την επί τόσους αιώνες ύπαρξη και αντοχή του.


Ναι μεν κανείς δεν πρέπει να υποτιμά τα σλόγκαν της οικονομίας που αναπαράγουν και διαιωνίζουν το περί της σταθερότητας γνωστότατο επιχείρημα, ότι η οικονομική σταθερότητα εξασφαλίζεται μόνο μέσα από την πολιτική σταθερότητα. Κάτι δηλαδή που προϋποθέτει σταθερές όσο και ισχυρές -μερικοί τις λένε βιώσιμες- κυβερνήσεις, και που κατά τη γνώμη τους ο πολιτικός δικομματισμός ευνοεί τη δημιουργία τους κλπ. Όμως πέραν του ότι η ιστορία δεν το επιβεβαιώνει, με πρώτη την παρελθούσα εικοσαετία όσο τις προηγούμενες από την ίδια οκταετίες, ακόμη και αν το δεχθεί κανείς ως ένα λογικό επιχείρημα, δεν παύει να ερμηνεύει μερικά το δικομματισμό. Ο οποίος εκτός από σύστημα είναι επίσης προϊόν της κλασσικής Αθήνας και της ομώνυμης Δημοκρατίας που εξήχθησαν μετά του Ελληνικού πολιτισμού στα πέρατα της γης. Δεν είναι δε λίγες οι νέες πατρίδες στις οποίες ο δικομματισμός μεσουράνησε και μεσουρανεί, με πρώτες τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τελευταία αναπτύσσονται και άλλες σχέσεις με τα ουράνια, μεσαιωνικές αν όχι και απευθείας με τα θεία.


Ας μην επεκταθώ στην εξαγωγή και νεοελληνικών πολιτικών προϊόντων και θεσμών στην ίδια υπερδύναμη, όπως συμβαίνει με τις οικογενειακές επιχειρήσεις εξουσίας, γιατί αν παραπέμπει κάπου είναι το ίδιο με αυτό στο οποίο παραπέμπει η επανάληψη της ιστορίας. Κάτι φυσικά που δεν έχει σχέση με τη Δημοκρατία, αφού η τελευταία, μεταξύ όλων των άλλων οφείλει επίσης να βρίσκεται και στον αντίποδα της όποιας κληρονομικότητας. Αυτή είναι η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των επιχειρηματικών και των πολιτικών Οίκων. Των γνωστών τζακιών αλλά και των φουφούδων.


Ναι μεν η ευδοκίμηση του δικομματισμού εξαρτάται τόσο από το ιστορικό όσο και το οικονομικό περιβάλλον, όμως εκείνο που έπαιξε τον πρώτο ρόλο είναι το κοινωνικό. Η κοινωνία άλλωστε προϋπήρξε της οικονομίας. Θέλω να πω -αν επεκταθώ πιο πολύ-
ότι ο δικομματισμός σχετίζεται τελικά με την κοινωνική και πολιτική ανθρωπολογία καθώς και τη συνάντηση, συνύπαρξη και λειτουργία του ανθρώπινου μυαλού από κοινού με το γνωστό δυισμό. Κάτι που ενσωματώθηκε αποτελώντας πλέον μέρος της πολιτικής ανθρωπολογίας.


Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και απέναντι στον απόλυτα αιτιολογημένο απορριπτισμό του δικομματισμού, σπεύδουν εκλογικευτικοί μηχανισμοί να τον συνδράμουν και να τον ενισχύσουν. Πολλές φορές μάλιστα να τον αναγεννήσουν εκ της τέφρας του. Το πιο γνωστό ελιξίριο εξ αυτών είναι ένα κλασσικό απόφθεγμα. Το «εκ δύο κακών το μη χείρον, βέλτιστο» έστω και αν εκ των υστέρων όπως και πάλι έδειξε η ιστορία, πολλές φορές το μη χείρον αποδείχτηκε χειρότερο. Δεν λέω βέβαια ότι το «ουκ εν τω πολλώ το ευ αλλά εν τω ευ το πολύ» μπορεί να μεταφερθεί ως έχει στις ιδέες, την πολιτική και τη Δημοκρατία. Απλά λέω ότι ναι μεν η πολυφωνία είναι η άλλη όψη της Δημοκρατίας, όμως η ευφωνία είναι η πρόσοψή της, στο εσωτερικό της οποίας θα διαμένει ο συλλογικός Δημοκράτης. Η ψυχή και η ψίχα της. Αυτά θα έλεγε και η πολιτική τάξη της χώρας μας, αν δεν κατατρύχονταν από αφωνία.


Κάποιοι λένε ότι το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να αντιλαμβάνεται το πολύ μέχρι τον αριθμό δύο χιλιάδες. Ίσως στην εικόνα που έχει σχηματίσει για την εξουσία, δηλαδή τη διοίκηση και το έλεγχο να φτάνει μέχρι το δύο, σκέτο. Κάτι που προέρχεται επίσης και από τις βασικές πνευματικές δραστηριότητες. Και συγκεκριμένα από τον πρώτο δυισμό της ανέκαθεν υφιστάμενης στην ιστορία των ανθρώπων όσο και των λαών, θεολογίας. Το δυισμό του καλού και του κακού. Με άλλα λόγια όταν η θεολογία αυτή δεν γίνονταν θρησκεία που ελέω θεού κυβερνούσε επί αιώνες, γίνεται πολιτική και το ζεύγος του καλού και του κακού, ένας ομώνυμος δυισμός. Επόμενα ο δικομματισμός. Δύο συνολικά. Κυβέρνηση και Αντιπολίτευση. Δηλαδή ο πολιτικός δυισμός. Επίσης
η εναλλαγή των δύο στη διοίκηση. Μόνο που κατά τις ημέρες μας η μείωση μέχρι και εκμηδένιση των ουσιαστικών διαφορών των από δεκαετιών δύο κυρίαρχων πολιτικών κομμάτων, μετέβαλε το δικομματισμό αυτό σε κάποιο είδος μονοκομματισμού.
Δεν γνωρίζω αν είναι ένα φαινόμενο που θα εξακολουθήσει να υπάρχει στο διηνεκές. Ούτε αν η ισορροπία του θα είναι διαρκής. Λέω ότι φαίνεται να υπάρχει μέσα του ένα λειτουργικό σύστημα που αντιμετωπίζει τις μεταβατικές περιόδους, κάθε δηλαδή
φορά που ένα κοινωνικοπολιτικό «νέο» εμφανίζεται απειλώντας να διαταράξει την υφιστάμενη ισορροπία. Οπότε εάν το εν λόγω «νέο» δεν είναι κάτι το θνησιγενές και
ξεπεράσει το θανάσιμο κίνδυνο της αμείλικτης, σε ανάλογες περιπτώσεις, βρεφικής ή παιδικής θνησιμότητας, τότε η διαταραχή που έλεγα το πολύ πολύ να διαρκέσει μέχρι την αντικατάσταση του ενός παλιού εκ των δύο, το οποίο στη συνέχεια αφού θα έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό όσο και το βιολογικό του κύκλο, στην ουσία δεν θα έχει λόγους ύπαρξης. Οπότε θα μείνουν και πάλι δύο. Δύο συν κάτι, πλην ένα άλλο κάτι, ίσον δύο. Τι άλλο έγινε μήπως και στον προηγούμενο κύκλο, το μεταπολιτευτικό; Αυτή δεν είναι η εξίσωση της μεταπολίτευσης;


Να μη τα επιρρίπτουμε όμως όλα σε αυτόν. Αν «ουδέν κακό αμιγές καλού», τότε ένα σημαντικό μέρος του Κλασσικού Πολιτισμού της Αθήνας, όπως ο Παρθενώνας, δεν θα υπήρχε χωρίς το γνωστό ταμείο της συμμαχίας της Δήλου. Ναι μεν «καλό» ο ναός της Παρθένου Αθηνάς, «κακό» όμως, η λήστευση του περιφερειακού πλεονάσματος, των μελών της συμμαχίας. Ένα άλλο «κακό», αναγκαίο το θεωρούσαν πολλοί ήταν ο εν λόγω δικομματισμός. Και η Ελλάδα εκτός από πατρίδα της Δημοκρατίας, είναι και πατρίδα του δικομματισμού. Με βάση αυτά οφείλουμε να κάνουμε το λογαριασμό.


Κατά τα άλλα, πέραν του κλασσικού δικομματισμού καθώς και του νεοκλασικού των Ευρωπαϊκών και άλλων χωρών, αν ο νεοελληνικός συγκριθεί με το νεοκλασικό, τότε το μόνο στο οποίο παραπέμπει είναι τα πολυώροφα κτίρια των μεγαλουπόλεων. Η εξ αυτών γνωστή πολυκατοικία που ναι μεν στεγάζει κόσμο, όμως από την ασχήμια, δεν βλέπεται. Επιπλέον είναι αυθαίρετη, αντί για την αιρετή Ελλάδα των Περιφερειών. Τη μόνη για την οποία αξίζει να αγωνίζεται κανείς. Όπως και για την 4η Δημοκρατία {1}. Τα θεσμικά θεμέλια. Αυτά που ακόμη και ένας Δημοκρατικός δικομματισμός μπορούσε να θέσει, και μάλιστα να προσπορισθούν αμφότερα τα μέρη του, όχι και ευκαταφρόνητα οφέλη. Ακόμη και να αναγεννηθούν και κυρίως να κερδίσει η χώρα. Μόνο που ο υπαρκτός δεν είναι ούτε Δημοκρατικός ούτε καν δικομματισμός.


Και αν ακόμη αποδεχόταν κανείς ότι το υπαρκτό θεσμικό και πολιτικό σύστημα είναι Δημοκρατικό, κάτι που δεν προκύπτει ούτε από την κατάσταση που από δεκαετιών βρίσκονται οι περιφέρειες της χώρας με την παντελή απουσία της ισοκρατίας ούτε βέβαια από το αντιδημοκρατικότατο τηλεοπτικό σύστημα με την ομώνυμη απουσία της ισηγορίας -ας μην επεκταθώ- ακόμη και τότε θα αποτελούσε μια Δημοκρατία μισή και ανάλατη. Αυτό διότι η άλλη μισή και το άλας της, η Άμεση Δημοκρατία, επί τριάντα δύο έτη παραμένει στο ράφι. Αγνοούμενη. Μπορεί οι τρεις σωματοφύλακες να εμπνέονταν από το γνωστό «ένας για όλους και όλοι για έναν», όμως κανείς από τους υπαρκτούς μας θεματοφύλακες δεν εμπνέεται από το «όλοι για όλους».


«Συμμετοχή», «πολιτικός πολιτισμός», «κοινωνία των πολιτών», «ενεργοί πολίτες» από αναμάσημα έγιναν μέρος της φλυαρίας τους ενώ την ίδια στιγμή αγνοούν ότι δεν είναι μόνο οι Βουλευτές πολίτες αλλά και οι πολίτες Βουλευτές. Αυτό γίνεται στο Δημοψήφισμα, σύμφωνα με την κληρονομιά των πολιτών εκείνων της πατρίδας της Άμεσης Δημοκρατίας, την Παιδεία των οποίων μόνο να ζηλέψουν έχουν τα χθεσινά
και σημερινά μέλη της Βουλής, μετά των όποιων κυβερνήσεων. Αυτό δε που όφειλαν να κάνουν και δεν το κάνουν είναι κάτι που σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες λειτουργεί ήδη από ετών. Ακόμη και σε μικρές. Μιλώ για την ηλεκτρονική Εκκλησία του Δήμου. Και κυρίως για τη συνέχειά της απέναντι στο τοπίο που δημιουργούν οι νέες μεγάλες ταχύτητες του διαδικτύου. Γιατί σήμερα απλοί Δήμοι Ευρωπαϊκών, ακόμη και Ασιατικών πόλεων, είναι παρασάγγες μπροστά και από αυτό το Ελληνικό κράτος.


Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Μπορεί η σχέση της Δημοκρατίας με το δικομματισμό να συνιστά μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στη λογική και την ιστορία αφού η πρώτη μεν προβάλει τον εξοβελισμό του δικομματισμού, η δε δεύτερη την από αιώνων ιστορική συγκατοίκηση του ζεύγους, όμως ούτε ο πολυκομματισμός -και αν ακόμη έρθει ποτέ- ούτε βέβαια η συνέχιση του δικομματισμού, μπορούν να εξασφαλίσουν Δημοκρατία. Και γιατί Δημοκρατία στη χώρα, χωρίς Δημοκρατία στη σχέση της πρωτεύουσας με τις Περιφέρειες, δεν μπορεί να υπάρξει. Αυτό το γόρδιο καλείται να κόψει η επόμενη Δημοκρατία. Για αυτό και οφείλει να αναζητηθεί στην ισοκρατία και στην ισοτιμία της πρωτεύουσας με τις περιφέρειες. Όλα λοιπόν αυτά, κυρίως δε η, παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα, εμμένουσα ανισοκρατία, με ενέπνευσαν την πολιτική πρόταση του Δημοψηφίσματος για το Περιφερειακό ζήτημα {1}. Τη λειτουργία του κράτους και το αργοπορημένο έστω πέρασμα από την 3η στην 4η Δημοκρατία {1}, αν όχι στην τελευταία αυτή, χωρίς καν τον αριθμητικό προσδιορισμό.


Σε μια τέτοια περίπτωση αρκούν ακόμη και οι δύο εκ του ιστορικού δικομματισμού. Όπως στην κλασσική Ελλάδα. Άντε έστω τρεις, που έφερε η Γαλλική Επανάσταση γιατί αργότερα ακολούθησαν επαναστάσεις που με το μονοκομματισμό επέστρεφαν σε ένα νέο μεσαίωνα. Σε ότι πάντως αφορά τη δική μας χώρα όχι μόνο δυο ή τρεις αλλά ακόμη και δεκατρείς να υπήρχαν, πάλι δεν θα έκαναν κάτι. Αν η πολιτική Ελλάδα έφερε κάτι κατά τις παρελθούσες δεκαετίες, αυτό είναι οι δυο τρεις οικογένειες πολιτικών ευγενών. Παλάτια πολιτικά τα οποία αντί των εστεμμένων, τροφοδοτούν απλά τη χώρα εναλλάξ με Κυβερνήτες.


Μάλιστα ως προς τις γενιές, έχει ήδη από προχθές εγγραφεί ώστε να πάρει σειρά η τέταρτη γενιά, και η οποία θα θύμιζε τα «παιδιά του Πειραιά» αν δεν επρόκειτο για ένα επιπλέον παλάτι, όπου πέραν του γνωστού «από τον παππού στον εγγονό» έχει επίσης προστεθεί και το «από τη γιαγιά, στην εγγονή». Εγώ μιλώ για την Τέταρτη Δημοκρατία και αυτοί μιλούν για το πως η τέταρτη γενιά τους θα πάρει την άγουσα προς στη κορυφή της εξουσιαστικής πυραμίδας της χώρας. Τώρα αν η χώρα αυτή για τέταρτη συνεχόμενη δεκαετία κατατρύχεται από τεταρταίο πυρετό, αντί για τέσσερεις ημέρες που διαρκεί και μπορεί να θεραπευθεί, ποσώς τους ενδιαφέρει. Κατά τα άλλα, και μιλώ για τα διαλείμματα, παίρνουν τη σκυτάλη κάποιοι θλιβεροί πρώτοι πολίτες που ναι μεν δεν είναι παλατιανοί αλλά που κάθε φορά τους ξεχνάει ακόμη και ο θυρωρός της πολυκατοικίας τους. Ουδέν κακό αμιγές καλού, όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες.

Σημείωση {1} Χρήστος Κηπουρός, Τέταρτη Δημοκρατία, βλέπε την ιστοσελίδα του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης, http://alex.eled.duth.gr/kipouros/
3. Τα χωριά πεθαίνουν σαν τα δέντρα




Άκουσα το όμορφο παραδοσιακής υφής και Δημοτικής ύφανσης τραγούδι «της άρνης το νερό» του ταλαντούχου Σταύρου Σιόλα και χάρηκα πολύ που ένας Αθηναίος νέος πέραν του βραβείου που πήρε με την αξία του στο φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, έδωσε μαθήματα, όπως και πολλές από τις υπόλοιπες συνθέσεις, στον εντός και εκτός των Αθηνών πολύμορφο επαρχιωτισμό και αντιγραφισμό. Επιπλέον θυμήθηκα το Γιάννη Σκαρίμπα που λέει την ίδια αυτή φράση στο κείμενό του «Σκλάβος στη Χαλκίδα» και που και αυτός -ένας ακόμη Γιάννης, όπως λέγονταν- έπινε της «άρνης το νερό», προτού αρχίσει να τον σέρνει από τη μύτη η πανέμορφη Μαριδγίτσα του.


Μόνον ως μια τέτοια συλλογική Μαριδγίτσα, σκέφτηκα, ότι μπορεί κανείς να προσομοιάσει και την πρωτεύουσα, που βέβαια κάθε άλλο παρά ωραία είναι. Είτε είναι η πόλη Αθήνα είτε η Κυβερνητική, η αντιπολιτευτική, η πολιτική, η συνδικαλιστική αλλά και πολλών άλλων μορφών. Όλες, χωρίς εξαίρεση, πίνουν από το ίδιο νερό από τους ταμιευτήρες του Μαραθώνα, της Υλίκης, του Μόρνου και του Ευήνου, χωρητικότητας ενάμισι δισεκατομμυρίων περίπου κυβικών μέτρων. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει μόνο η Άρνη η μυθολογική, η Άρνη της Καρδίτσας, της Αρκαδίας ή της Άνδρου. Η Άρνη βουνό ή βρύση της δημοτικής παράδοσης και των ομώνυμων τραγουδιών. Η άρνη που συμπίπτει με τη σύνθεση λησμοσύνης και άρνησης, και που για αυτό είναι χειρότερη από λήθη αφού είναι εκ προθέσεως.


Υπάρχει και μια ακόμη. Μια τέτοια άρνη είναι, λέω εγώ, η ΕΥΔΑΠ. Αλλιώς δεν εξηγείται η λησμοσύνη και άρνηση των περιφερειών. Και δεν μιλώ μόνο για την όνομα και πράγμα Στερεά Ελλάδα αφού τα υγρά πλέον τέλος. Κυρίως μιλώ για τα μυαλά των πολιτικών, με την ευρεία έννοια του όρου, ανθρώπων, τα οποία και τα χάνουν με τη Μαριδγίτσα τους. Από τα κεντρικά πολιτικά πρόσωπα ως τους εκπροσώπους των συνδικαλιστικών φορέων, που πολλοί αποκαλούν «συντεχνίες». Μόνο που δεν διευκρινίζουν, ποιες είναι οι τέχνες που τις χαρακτηρίζουν. Γιατί αν μια από αυτές είναι η πολιτική, όπως έλεγαν και οι αρχαίοι μας παππούδες, τότε όφειλε να υπακούει σε προτεραιότητες, με ταυτόχρονο βέβαια σεβασμό προς το συνολικό κοινωνικοοικονομικό και γεωγραφικό σώμα της χώρας.


Έτσι αν με έλεγαν να διαλέξω μεταξύ μιας ομοσπονδίας, ακόμη και δεκάδων χιλιάδων υπαλλήλων του κράτους, και ενός μικρού χωριού κάποιων έστω δεκάδων ανθρώπων, θα προτιμούσα το δεύτερο. Δεν θα το έκανα βέβαια μόνο για λόγους οικολογικούς, όπως ο Παζολίνι που έδινε ολόκληρη Μοντέντισον για μια πυγολαμπίδα. Επιπλέον, θα το επέλεγα, όχι μόνο για μια φορά αλλά πενήντα. Και μάλιστα το οποιοδήποτε χωριό. Γιατί αν υπάρχουν ισάριθμες ομοσπονδίες που διεκδικούν πότε η μια και πότε η άλλη τα «δίκαιά» τους, τότε είναι επόμενο ο θόρυβος και μόνο, να μην αφήσει ποτέ να ακουστεί το κλάμα του χωριού, και που για αυτό επί δεκαετίες ολόκληρες δεν ακούγεται. Λες και είναι βουβό. Είναι βέβαια βουβό, αλλά αυτό έχει να κάνει με λόγους αξιοπρέπειας, ώστε να μη το λυπηθούν για την επικείμενη εξαφάνισή του από τον ορίζοντα και το χάρτη. Γιατί έχει πρότυπο τα γειτονικά του δέντρα. Προτιμά να πεθάνει, όπως εκείνα, όρθιο, παρόλο που έχει το δίκαιο με το μέρος του, όντας ένα ακόμη προϊόν της Ελλαδικής Αθηναϊκής ανισοκρατίας.


Αν υπήρχε κάποτε κυβέρνηση με ψυχή, θα συμπεριλάμβανε κατά τις προγραμματικές της δηλώσεις και τα εξής: Λυπούμαστε αλλά στη διάρκεια της τετραετίας δεν θα μπορέσουμε να ικανοποιήσουμε νέα οικονομικά αιτήματα Δημοσίων υπαλλήλων και εργαζομένων στις ΔΕΚΟ. Τα όποια διαθέσιμα υπάρχουν στο Δημόσιο ταμείο καθώς και τα όσα εξοικονομηθούν στη διάρκεια της κυβερνητικής θητείας, θα έχουν ως αποκλειστικούς αποδέκτες τα χωριά. Τα οποία παράλληλα κηρύσσονται σε είδος υπό εξαφάνιση και που για αυτό θα έπρεπε να έχουν τεθεί υπό κρατική προστασία και να έχουν εξασφαλίσει την αναγκαία κοινωνική αλληλεγγύη, από πολύ πριν.


Αν το συνδικαλιστικό κίνημα αποτελεί έναν βασικό πυλώνα της Δημοκρατίας που αδυνατεί όμως, λόγω της χρόνιας παθογένειάς του, να δει μέχρι τους περιφερειακούς πυλώνες, μπορούσαν να του το πουν, αν υπήρχαν κόμματα. Όχι κομμάτια αν όχι ψήγματα της αλήθειας που αυτοαποκαλούνται κόμματα και αυταπατώνται έχοντας αναπεπταμένη την αγωνιστική, όπως τη λένε, σημαία. Άγονοι αγώνες και τόποι, όπως ακριβώς είναι οι βραχονησίδες. Είτε βρίσκονται στο κέντρο της πρωτεύουσας, όπως η Χαριλάου Τρικούπη, η Ρηγίλλης, η Κουμουνδούρου είτε σε προάστια, όπως είναι ο Περισσός.


Αν ήμουν στη θέση τους θα αποσυρόμουν. Σε όποια και αν ανήκα πλευρά. Κυρίως γιατί δεν είχα να προσφέρω κάτι, το οποίο και καθορίζει αν συντρέχει λόγος ύπαρξης. Δεύτερο, γιατί βάζοντας σε δεύτερη μοίρα το Περιφερειακό ζήτημα, πλήττεται αν δεν καταργείται κιόλας η Δημοκρατία. Γιατί Δημοκρατία στη χώρα, χωρίς Δημοκρατία στη σχέση της Αθήνας με τις περιφέρειες, δεν υπάρχει. Το μόνο που υπάρχει είναι η αναπαραγωγή και διαιώνιση της γνωστής λεόντειας σχέσης. Ως προς αυτό δε, αλλά και σε πολλά άλλα, δεν θα υπήρχε χειρότερη από την κυβέρνηση αν δεν υπήρχε η αντιπολίτευση. Επειδή δε το «εκ δύο κακών, το μη χείρον βέλτιστο» έχει ακυρωθεί από παλιά, εξ ανάγκης κανείς οδηγείται στο να πει: Ούτε κυβέρνηση ούτε αντιπολίτευση.


Ας μην επεκταθώ στο εξ αντικειμένου χέρι βοήθειας των αντιπολιτεύσεων προς την κυβέρνηση και στην προφανή διευκόλυνσή της στη διακυβέρνηση. Να πω μόνο ότι κάποτε τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα μπορούσαν μέσα από τις ιδέες τους να κυβερνούν χωρίς να είναι στην κυβέρνηση. Και τώρα αυτό γίνεται. Μόνο που γίνεται από την ανάποδη, αφού βέβαια κυβερνάει κάποιος άλλος, αντί για τα ίδια. Και το αν θα συνεχίσει να κυβερνάει, αυτό θα οφείλεται αποκλειστικά στη δική τους στάση, τις επιλογές και τις προτεραιότητες και επιπλέον, με την ευγενή στήριξη των υστερικών, με την εκκωφαντική μούγγα, τηλεοπτικών Μέσων. Η μεγαλύτερη όμως ζημιά γίνεται αλλού. Όσοι πολίτες δεν παίρνουν το δρόμο της αποχής, αν δεν τον έχουν ήδη πάρει, έχουν να επιλέξουν ανάμεσα στους διαπληκτισμούς και σε μια οικονομική πολιτική, μέσες άκρες ίδια, με εκείνη των πρώην. Ένας δηλαδή λαός που ποτέ στην ιστορία δεν ήταν δεξιός, πάει να γίνει. Πάνε να τον κάνουν. Από κοινού και εξ αδιαιρέτου, όλοι.

Αν χρειάζεται κάτι είναι ένας γόνιμος αγώνας για την Ελλάδα των Περιφερειών και την 4η Δημοκρατία. Ο θησαυρισμός ιδεών για πιο πρόσφορες, στο μέλλον, στιγμές. Όσο τώρα για τη λεγόμενη πολιτική είτε αυτή γίνεται στη Βουλή είτε πολύ περισσότερο στο γυαλί είτε είναι πρασινογάλαζη και γαλαζοπράσινη είτε στις αποχρώσεις του ερυθρού, δεν κάνει ούτε για τα πανηγύρια. Η μόνη ψήφος με κύρος είναι το άκυρο. Όσο δε για το αν υπάρχει κύρος στο έγκυρο, η γνώμη μου είναι πως όχι. Γιατί αν κύρος είναι η επιρροή που ασκεί μια πολιτική και ηθική στάση, τότε αν το χθεσινό όσο και το σημερινό έγκυρο συμβάλλει σε κάτι αυτό είναι η παράταση του ήδη πολύχρονου πολιτικού χειμώνα. Πολύχρωμου μεν, χειμώνα δε.

_______________

Σ. Σ. Ευχαριστίες στο Γρηγόρη Αζορίδη, για τη photo του τοπίου στα μέρη 2 και 3, καθώς και στη γενική εικόνα.


Θράκη Νοέμβριος 2006,

 

 

 

 

http://www.antibaro.gr