Κατηγορίες άρθρων

 Η Τέταρτη Δημοκρατία ως αίτημα

Αρχική σελίδα
Εξωτ. πολιτική/ Διπλωματία
Εθνικά θέματα
Κοινωνία
Πολιτισμός
Θρησκεία
Διεθνή
Βιβλιογραφία/ Συνδέσεις
Εκδηλώσεις
Οπτικοακουστικό
υλικό
Δελτία
Ενημέρωσης
Ιστολόγιο
Αντίβαρου
ʼγρα γραπτών
Πρόσφατα κείμενα
Με χρονολογική σειρά.
Δελτίο ενημέρωσης!
Εγγραφή Διαγραφή
Συγγραφείς

Αθανάσιος Γιουσμάς
ʼθως Γ. Τσούτσος
ʼκης Καλαιτζίδης
Αλέξανδρος Γερμανός
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας
Αλέξανδρος Κούτσης
Αμαλία Ηλιάδη
Ανδρέας Σταλίδης
Ανδρέας Φαρμάκης
Ανδρέας Φιλίππου
Αντώνης Κ. Ανδρουλιδάκης
Αντώνης Λαμπίδης
Αντώνης Παυλίδης
Απόστολος Αλεξάνδρου
Απόστολος Αναγνώστου
Αριστείδης Καρατζάς
Αχιλλέας Αιμιλιανίδης
Βάιος Φασούλας
Βαν Κουφαδάκης
Βασίλης Γκατζούλης
Βασίλης Ζούκος
Βασίλης Κυρατζόπουλος
Βασίλης Πάνος
Βασίλης Στοιλόπουλος
Βασίλης Ν. Τριανταφυλλίδης
(Χάρρυ Κλυνν)
Βασίλης Φτωχόπουλος
Βένιος Αγελόπουλος
Βίας Λειβαδάς
Βλάσης Αγτζίδης
Γεράσιμος Παναγιωτάτος-Τζάκης
Γιάννης Διακογιάννης
Γιάννης Θεοφύλακτος
Γιάννης Παπαθανασόπουλος
Γιάννης Τζιουράς
Γιώργος Αλεξάνδρου
Γιώργος Βλαχόπουλος
Γιώργος Βοσκόπουλος
Γιώργος Βότσης
Γιώργος Κακαρελίδης
Γιώργος Καστρινάκης
Γιώργος Κεκαυμένος
Γιώργος Κεντάς
Γιώργος Κολοκοτρώνης
Γιώργος Κουτσογιάννης
Γιώργος Νεκτάριος Λόης
Γιώργος Μαρκάκης
Γιώργος Μάτσος
Γιώργος Παπαγιαννόπουλος
Γιώργος Σκουταρίδης
Γιώργος Τασιόπουλος
Γλαύκος Χρίστης
Δημήτρης Αλευρομάγειρος
Δημήτρης Γιαννόπουλος
Δημήτριος Δήμου
Δημήτρης Μηλιάδης
Δημήτριος Γερούκαλης
Δημήτριος Α. Μάος
Δημήτριος Νατσιός
Διαμαντής Μπασάντης
Διονύσης Κονταρίνης
Διονύσιος Καραχάλιος
Ειρήνη Στασινοπούλου
Ελένη Lang - Γρυπάρη
Ελευθερία Μαντζούκου
Ελευθέριος Λάριος
Ελλη Γρατσία Ιερομνήμων
Ηλίας Ηλιόπουλος
Θεόδωρος Μπατρακούλης
Θεόδωρος Ορέστης Γ. Σκαπινάκης
Θεοφάνης Μαλκίδης
Θύμιος Παπανικολάου
Θωμάς Δρίτσας
Ιωάννης Μιχαλόπουλος
Ιωάννης Χαραλαμπίδης
Ιωάννης Γερμανός
Κρίτων Σαλπιγκτής
Κυριάκος Κατσιμάνης
Κυριάκος Σ. Κολοβός
Κωνσταντίνος Αλεξάνδρου Σταμπουλής
Κωνσταντίνος Ναλμπάντης
Κωνσταντίνος Ρωμανός
Κωνσταντίνος Χολέβας
Λαμπρινή Θωμά
Μαίρη Σακελλαροπούλου
Μανώλης Βασιλάκης
Μανώλης Εγγλέζος - Δεληγιαννάκης
Μάρκος Παπαευαγγέλου
Μάρω Σιδέρη
Μιλτιάδης Σ.
Μιχάλης Χαραλαμπίδης
Μιχάλης Κ. Γκιόκας
Νέστωρ Παταλιάκας
Νικόλαος Μάρτης
Νίκος Ζυγογιάννης
Νίκος Καλογερόπουλος Kaloy
Νίκος Λυγερός
Νίκος Παπανικολάου
Νίκος Σαραντάκης
Νίνα Γκατζούλη
Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας
Παναγιώτης Ανανιάδης
Παναγιώτης Ήφαιστος
Παναγιώτης Α. Καράμπελας
Παναγιώτης Καρτσωνάκης
Παναγιώτης Φαραντάκης
Παναγιώτης Χαρατζόπουλος
Πανίκος Ελευθερίου
Πάνος Ιωαννίδης
Πασχάλης Χριστοδούλου
Παύλος Βαταβάλης
Σοφία Οικονομίδου
Σπυριδούλα Γρ. Γκουβέρη
Σταύρος Σταυρίδης
Σταύρος Καρκαλέτσης
Στέλιος Θεοδούλου
Στέλιος Μυστακίδης
Στέλιος Πέτρου
Στέφανος Γοντικάκης
Σωτήριος Γεωργιάδης
Τάσος Κάρτας
Φαήλος Κρανιδιώτης
Φειδίας Μπουρλάς
Χρήστος Ανδρέου
Χρήστος Δημητριάδης
Χρήστος Κηπουρός
Χρήστος Κορκόβελος
Χρήστος Μυστιλιάδης
Χρήστος Σαρτζετάκης
Χριστιάνα Λούπα
Χρίστος Δαγρές
Χρίστος Δ. Κατσέτος
Χρύσανθος Λαζαρίδης
Χρύσανθος Σιχλιμοίρης
Gene Rossides
Marcus A. Templar

Επικοινωνία
Οι απόψεις σας είναι ευπρόσδεκτες!
 

 


Η Τέταρτη Δημοκρατία ως αίτημα

Χρήστος Κηπουρός
πρώην Βουλευτής Έβρου

Αντίβαρο, Απρίλιος 2007




Α. Εισαγωγή



Ως ιδέες και θεσμικές προτάσεις η Τέταρτη Δημοκρατία έχει τεθεί αρκετές φορές έως σήμερα {1}. Καιρός ήταν λοιπόν να τεθεί και ως αίτημα. Τόσο ως Ιστορικό όσο και ως Πολιτικό. ʼλλωστε είναι η ίδια η πραγματικότητα που αναδεικνύει τους λόγους που το θέτουν. Και οι οποίοι ούτε ένας είναι ούτε δύο. Είναι πολλοί. Η οικονομία του μύθου τους περιορίζει σε τρεις, όσα και τα μέρη της τριλογίας.



Η αρχή γίνεται με το «Περιφερειών Πολίτες». Ακολουθεί το κείμενο «Ξεπεσμένοι Δημοκράτες» και την τριλογία κλείνει «Η Τρίτη Εθνικοφροσύνη». Τη σειρά βέβαια αυτή δεν την επέβαλλε η επικαιρότητα. Είναι χρονολογική. Με αυτή γράφτηκαν, και με την ίδια παρατίθενται στη συνέχεια. Μπορεί να επιβλήθηκε και από άλλους λόγους οι οποίοι θέτουν το αίτημα, όμως όπως και να έχουν τα πράγματα, εάν το πέρασμα από την έκφραση και τη μεταφορά μιας ανθρώπινης σκέψης και πολυετούς επεξεργασίας σε γραπτό σώμα αποτελεί ένα βήμα, το να γίνει αίτημα είναι νομίζω ένα επιπλέον βήμα.


Αν το πρώτο βήμα είναι το διανοητικό, το δεύτερο θα είναι το πολιτικό. Φαντάζεται όμως κανείς και τη χαρά την οποία θα κρύβουν μέσα τους τα επόμενα βήματα. Από το κτίσιμο της Πολιτικής προς την Τέταρτη Δημοκρατία, έως την σταδιακή αποδοχή από τους Πολίτες, από τους οποίους, όπως είναι παραδεκτό από όλους, κανένας δεν είναι ευχαριστημένος από κανέναν. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να συμβαίνει κάτι το διαφορετικό με την υπαρκτή Πολιτική Αθήνα του Ελαιώνα και των Τηλεοπτικών όσο και Έντυπων Λιοσίων μετά των πολυάριθμων παρεπιδημούντων σμηνών εκ γλάρων.


Και ιδίως όταν έχει κανείς μπροστά του δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εικόνες οι οποίες διαφέρουν όσο η ημέρα με την νύχτα και ακόμη περισσότερο. Από τη μια είναι η μουτζούρα του Ελαιώνα. Από την άλλη οι θαμπές εικόνες της αρχαίας Αθήνας, όπως αυτές υπάρχουν στον τόμο «ΕΛΛΑΣ», του Ν. Πολίτου, έκδοση 1887, που μαζί με τις προηγούμενες μπήκαν στο εξώφυλλο της παρούσας εργασίας.


Δεν ισχυρίζομαι ότι η Τέταρτη Δημοκρατία μπορεί ως δια μαγείας να μας πάει από το σήμα κατατεθέν της από δεκαετιών Ελλάδας του Ελαιώνα, στο κλασσικό ιερό τοπίο. Λέω απλά ότι είναι σε θέση να συμβάλλει στη δημιουργική επιστροφή στην ιστορική ιερότητα της Εκκλησίας του Δήμου. Λέω ότι επί χιλιάδες έτη δεν υπάρχει καλύτερος καμβάς από το Δημοκρατικό για νέες ζωγραφιές. Μια τέτοια ζωγραφιά εμπνέει η Τέταρτη Δημοκρατία. Ένας χάρτης που δείχνει το πώς να περάσουμε διαμέσου της τέχνης της Πολιτικής και της Δημοκρατίας, από την τέχνη του άσχημου και την κακοτεχνία, στην τέχνη του ωραίου και στην αισθητική.



________________


Σημείωση {1} Χρ. Κηπουρός, Τέταρτη Δημοκρατία, Συμβόλαιο με τις Περιφέρειες, 36η έκδοση. Η εργασία δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου της Θράκης στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://alex.eled.duth.gr/kipouros/




























1. Περιφερειών Πολίτες


Ναι μεν η Ιστορία σχετίζεται πολλαπλά με την Πόλη, και επόμενα την Πολιτική και τη Δημοκρατία, όμως και η τελευταία δεν μπορεί απλά να υπονοείται. Όπως το σκέτο «Έλληνας» δεν αρκεί, και συνοδεύεται από τη λέξη «Πολίτης» για να γίνει «Έλληνας Πολίτης», έτσι δεν αρκεί και το σκέτο «Μακεδόνας», «Ηπειρώτης», «Θεσσαλός», «Θράκας» κλπ.

Χ. Κ.


Αποτελεί μεγάλο όσο επίσης και ανεκπλήρωτο όνειρο. Ο λόγος για την ταυτότητα καταγωγής από τις ιστορικές και πολιτισμικές οντότητες των Ελληνικών Περιφερειών και τη μετεξέλιξή της ώστε να λάβει νέα μορφή και περιεχόμενα. Να μην τρέφει δηλαδή το μέλλον μόνο με το παρελθόν αλλά και με το ίδιο το παρόν και το μέλλον, προτού αυτά καταστούν παρελθόν. Μιλώ για μια πολιτισμική σύνθεση, με γερή μεν δόση από ιστορία αλλά και ανάλογη Δημοκρατία, και με ζητούμενο το πώς από την καταγωγή θα περάσουμε στην αγωγή, διαμέσου μιας νέας Πολιτισμικής Πολιτικής και Δημοκρατίας.


Αυτό που χρειάζεται προηγουμένως είναι να χτίσουμε την Περιφέρεια των Ιδεών που στη συνέχεια θα κατοικηθεί από τις ίδιες. Εμείς δε, εκτός από Πολίτες των Πόλεων και των Χωριών, όσο και της Χώρας, να γίνουμε και Πολίτες των Περιφερειών. Να μάθουμε τι χρειάζεται για αυτό, πέραν της απόκτησης της Περιφερειακής Συνείδησης που ναι μεν εύχονται πολλοί εκ της συμβατικής πολιτικής, χωρίς όμως να ξανοίγονται στα βαθιά αφού επιμένουν στην παράκτια «αλιεία». Λόγια που λένε για να τα λένε, και που η από δεκαετιών Περιφερειακή κατάρρευση αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα που τα διαψεύδει διαρκώς όσο και καθολικά.


Δεν υποτιμάται ούτε αμφισβητείται ο ρόλος ούτε η δυναμική των κοινωνικών θεσμών μέσα στην ιστορική διαδρομή. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί σταδιακά να αναπτύσσονται και νέες μορφές κοινωνικών θεσμών, όχι αναγκαστικά μέσα από τους γνωστούς πολιτικούς και θεσμικούς δρόμους και τρόπους αλλά από καινούργιους οι οποίοι από μεν τη μια πλευρά θα παρακάμπτουν τα γνώριμα συμβατικά πλαίσια της πολιτικής από δε την άλλη, δεν θα αποτελεί προαπαιτούμενο η ύπαρξη των πολιτικών κομμάτων, όπως τα έχουμε γνωρίσει. Να το πω και διαφορετικά. Η πολιτική πέθανε, ζήτω η πολιτική.


Όμως ποια Πολιτική; Ποιοι Πολίτες και Ποια Πόλη; Σε αυτό ακριβώς το ερώτημα είναι υποχρεωμένες να απαντήσουν οι ιδέες. Και η ιστορία έδειξε ότι τα λεγόμενα πολιτικά κόμματα στην ουσία όχι μόνο εμποδίζουν την ανάπτυξη των ιδεών αλλά και οι ιδέες είναι καταδικασμένες από το όλο σύστημα των Μέσων μετά των όποιων παρελκομένων, να καταλήγουν στο δρόμο για τη χωματερή. Γιατί για τα πνευματικά προϊόντα δεν υπάρχει άλλη οδός. Αν δε υπάρχει περίπτωση να κυβερνήσουν, αυτό μπορεί πλέον να γίνει μόνο χωρίς τη μεσολάβηση των παραδοσιακών σχηματισμών.
Ένα νέο μοντέλο πολιτικής στη θέση της Πόλης θα τοποθετήσει την Περιφέρεια. Από φτωχό συγγενή της Πρωτεύουσας θα αναδείξει σε Πρωτεύουσα αυτή την ίδια. Για τη θεσμοθέτηση της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας Περιφέρειας της Ευρώπης όσο και της Εθνικής Πολιτιστικής Πρωτεύουσας Περιφέρειας έχω γράψει πρόσφατα στο κείμενο για τα Πανεπιστήμια. Η κάθε μια από τις συνολικά δώδεκα Περιφέρειες που προτείνω για τη χώρα, θα καθίσταται Πρωτεύουσα επί ένα εξάμηνο ανά έξη χρόνια. Μεγάλο ζητούμενο η ισοτιμία των Περιφερειών με το Αθηναϊκό κέντρο, που είναι η άλλη όψη της Δημοκρατίας. Επί του προκειμένου της Τέταρτης {1}. Όπως διαρκές ζητούμενο θα είναι το «θαύμα» της ισοτιμίας μεταξύ των Πόλεων και των Χωριών. Το πώς τα τελευταία θα «αναστηθούν» και θα γίνουν οργανικά τμήματα των Πόλεων και των Δήμων στους οποίους σήμερα υπάγονται τύποις.


Ως προς όλα αυτά χρειάζεται να μορφωθούν τα αμόρφωτα μορφώματα της Αθήνας τα οποία αυτοαποκαλούνται πολιτικά κόμματα και τα οποία βέβαια ούτε πολιτικά είναι ούτε και κόμματα. Δηλαδή κομμάτια έστω, μέρη κάποιου συγκεκριμένου συνόλου. Και επειδή δεν πρόκειται στην πράξη να ανταποκριθούν και να περιφερειοποιηθούν, η λύση που υπάρχει θα αναζητηθεί μόνο στη δημιουργία Μαζικών Περιφερειακών Πολιτικών Αντιπροσωπεύσεων. Οι οποίες μόνο να εμπνευστούν από τις Περιφέρειες έχουν. Μπορεί αυτές να είναι άσημες αλλά δεν είναι άσχημες, όπως οι Πόλεις, εκ των οποίων μάλιστα η πιο διάσημη είναι αυτή που ξοδεύοντας αλλά και καταστρέφοντας συστηματικά την ιστορία της, κατέληξε να είναι η πλέον άσχημη. Και όχι μόνο αυτό αλλά και φαταούλας του εθνικού πλούτου. Και βέβαια των Κοινοτικών κονδυλίων. Ναι μεν στα χαρτιά πηγαίνει στην Περιφέρεια το ογδόντα τοις εκατό από τα εν λόγω κονδύλια, όμως αυτό είναι μόνο στα χαρτιά. Καθοδόν τα ποσοστά αντιστρέφονται.


Όμως και πάλι δεν μένει το μάτι μου. Ας είναι αυτή που είναι. Δεν θα διορθωθεί. Το πρόβλημα είναι πως μπορεί να εμπνεύσει η ομορφιά όσο και η παραγωγικότητα των Περιφερειών. Αυτές πώς μπορούν να γίνουν διάσημες. Να αποκτήσουν δηλαδή Σήμα. Ονομασία προέλευσης, όπως λέγεται στους σημερινούς χρόνους. Και που για να γίνει αυτό, η Περιφερειακή ενδυμασία χρειάζεται να επεκταθεί και να ντύσει πλέον όλα τα παραγόμενα προϊόντα. Και πρωτίστως όσα αναμφισβήτητα διαθέτουν το συγκριτικό πλεονέκτημα, και που παραμένουν καταχωνιασμένα σε μπαούλα και βιβλιοθήκες. Μιλώ για τις ιστορικές ονομασίες προέλευσης των προϊόντων διατροφής. Και κυρίως για τα βιολογικά αγροτικά, και τη βιολογική, όπως την ονόμασα, γαστρονομία. Στους δρόμους δηλαδή της Ελιάς και του Κρασιού λέω ότι μπορούν να προστεθούν οι δρόμοι του Διατροφικού και του Γαστρονομικού Πολιτισμού.


ʼλλη δικλείδα ασφαλείας για τη Δημοκρατία και την ανάπτυξη στη χώρα δεν θα υπάρξει. Γιατί δεν απέτυχε μόνον η Αθήνα. Λυπάμαι αλλά απέτυχε παταγωδώς και η Βουλή των Ελλήνων, παρά το σύστημα των εκπροσώπων του λαού και των ανά την επικράτεια Βουλευτών των εκλογικών Περιφερειών των Νομών. Και μπορεί, λόγω των από δεκαετιών θεσμοθετημένων Αιρετών Περιφερειών στην υπόλοιπη Ευρώπη να μη συνέβη αυτό, όμως άλλο η Γηραιά Ήπειρος και άλλο η Ελλάδα. Μια χώρα που αντί να εξευρωπαϊστεί διαμέσου των Αιρετών Περιφερειών, να κατατρύχεται όλο αυτό το χρονικό διάστημα από γεωπολιτικό φασισμό. Τον Τρισυπόστατο Πριγκιπικό Αθηναϊσμό. Τηλεοπτικό, Κομματικό και Κοινωνικοοικονομικό.

Και η απάντηση της Δημοκρατίας ως προς αυτά, δεν είναι άλλη από την Περιφέρεια. Αυτή αποτελεί τη φυγή προς τα εμπρός. Αυτή θα στιχουργούσε ο Καβάφης αν ζούσε και διέμενε εδώ. Μεταξύ των άλλων διότι η ʼσχημη Πόλις δεν θα μπορούσε να τον εμπνεύσει. Στις Περιφέρειες και μόνον μπορούν να αναζητηθούν οι ελπίδες μιας νέας αρχιτεκτονικής παιδείας και χωροταξίας. Οι Ευρωπαϊκές Πόλεις δεν ομόρφυναν ως έτυχε. Ούτε είναι ευκαταφρόνητη σε όλη αυτή τη διαδικασία, πέραν της Ιστορίας και του Πολιτισμού, η συμβολή του θεσμού των Περιφερειών της Γηραιάς Ηπείρου. Και οι οποίες εδώ έχουν ονομαστική μόνο αξία ενώ με την υπαρκτή αμορφία και ασχημία των Πόλεων της χώρας και τον από ετών επιθανάτιο ρόγχο των χωριών, δεν αφήνουν περιθώρια για να αναμένει κανείς ότι μπορεί να γίνει κάτι.


Και γιατί ούτε η επίκληση των Πολιτών πρόκειται να φέρει αποτέλεσμα. Μάλιστα με δεδομένη την υπαρκτή πολεοδομική πραγματικότητα και τους θεσμούς χειριστές της, η αναζήτηση της όποιας σανίδας σωτηρίας σε φράσεις του τύπου «Ενεργοί Πολίτες», δεν είναι άλλο από αυταπάτη, όταν δεν είναι φενακισμός. Στην καλύτερη περίπτωση ναι μεν πρόκειται για έννοιες εν ευρεία χρήσει, χωρίς όμως συγκεκριμένο αντίκρισμα. Το μόνο που τις διακρίνει είναι ένας λεκτικός πληθωρισμός.


Απέναντι στη λάθος αυτή διάγνωση όσο επόμενα και θεραπεία του πληθωριστικού μετά λαϊκισμού και πλεονασμού κομματικού σκευάσματος «Ενεργοί Πολίτες» -λες και οι σκέτοι Πολίτες είναι ανενεργοί- εγώ αντιπαραβάλλω τις φράσεις «Περιφερειών Πολίτες» καθώς και «Περιφέρειες Πολιτών». Αυτά νομίζω ότι θα έλεγε αν ζούσε και ο Θουκιδίδης και έβλεπε τα χάλια της σημερινής Πόλης. Πόσο μάλλον της Αθήνας. Όπως άλλωστε προς το τέλος της ζωής του την εγκατέλειψε, και κατέφυγε στην Περιφέρεια, έτσι θα έκανε και με το γνωστό ορισμό του: «ʼνδρες εισίν η Πόλις». Θα τον αντικαθιστούσε με το «Γυναίκες και ʼνδρες εισίν η Περιφέρεια».


Αντί λοιπόν αυτών που ως φράσεις έχουν διαγράψει τον κύκλο τους και δεν λένε κάτι, αν δεν έχουν καεί, μπορούμε να αρχίσουμε να μιλάμε για Περιφερειοπολίτες. Όχι βέβαια μόνο για Ηπειρώτες, Κρήτες, Μακεδόνες, κλπ. Αλλά για Ηπειροπολίτες, Κρητοπολίτες, Ιονιοπολίτες, Αιγαιοπολίτες, Μακεδονοπολίτες, Θεσσαλοπολίτες κλπ. Ναι μεν η Ιστορία σχετίζεται πολλαπλά με την Πόλη, και επόμενα την Πολιτική και τη Δημοκρατία, όμως και η τελευταία δεν μπορεί απλά να υπονοείται. Όπως το σκέτο «Έλληνας» δεν αρκεί και συνοδεύεται από τη λέξη «Πολίτης», για να γίνει «Έλληνας Πολίτης», έτσι επίσης δεν αρκεί το σκέτο «Μακεδόνες», «Ηπειρώτες», «Θεσσαλοί», «Θράκες» κλπ. Ναι μεν το πρώτο συνθετικό να είναι η ιστορική και πολιτισμική καταγωγή, η περιφερειακή, όμως να υπάρχει και ένα δεύτερο, το εκ της Πολιτικής Δημοκρατίας προερχόμενο. Αμφότερα δε να αποτελέσουν το καινούργιο ιστορικό υποκείμενο της 4ης Δημοκρατίας {1} και της Ελλάδας των Περιφερειών.


Το παράδειγμα με τη Θράκη είναι το πιο χαρακτηριστικό. Το να είναι κανείς Πολίτης της Κομοτηνής, της Ξάνθης ή της Αλεξανδρούπολης δεν αρκεί. ʼλλο αυτό και άλλο να είναι Πολίτης της Θράκης. Όχι μόνο αυτό αλλά και Πολίτης όλων των κοινωνικών και πολιτισμικών ομάδων. Πολιτισμικός Πολίτης. Πιο ορθά Πολυπολιτισμικός. Εκτός από Έλληνας και Θράκας να είναι και Πομάκος και Rrom ή ακόμη και Τούρκος, όταν βέβαια η εκ των μειονοτήτων της Θράκης Τουρκική, αποκτήσει σαφή Ευρωπαϊκό και Δημοκρατικό ορίζοντα. Με μια λέξη, Κοσμοπολίτης. Και για την περιοχή που μιλώ, Θρακοπολίτης.


Δεν λέω βέβαια ότι η συγκεκριμένη ανθρωπολογικού τύπου συνάντηση της Ιστορίας και του Πολιτισμού με τη Δημοκρατία και την Περιφερειακή Συνείδηση, πρόκειται να καρποφορήσει κατά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα. Δεν τρέφω αυταπάτες. Απλά αυτό που προσδοκώ είναι ότι δεν θα συνεχιστούν η αποθρακοποίηση όσο και η αποϊστοριοποίηση, όπως συστηματικά γίνεται κατά τις τελευταίες δεκαετίες με τους εν τη Θράκη και εκ της Θράκης ταγούς.


Θα συμβάλει σε αυτό η υπόδειξη του νέου προτύπου με το ανέβασμα του ποιοτικού πήχη. Γιατί άλλο είναι ο πίνακας με τους «Θρακοπολίτες», που ήδη ζωγράφισα, και άλλο ο πίνακας με τους ουκ ολίγους εκ της πολιτικής συμπατριώτες μου, θερμούς θιασώτες της πριγκιπικής τριάδας του Αθηναϊσμού, που έλεγα πριν, αν όχι και του γειτονικού κεμαλισλαμισμού. Ας μην επεκταθώ σε άλλα. Μόνο να πω ότι ναι μεν η εναλλαγή των δύο καδραρισμένων πινάκων φαίνεται ως κάτι απλό και λογικό, όμως πόσο μεγάλος και πολύχρονος είναι ο διανοητικός, πολιτικός και ηθικός αγώνας που απαιτείται, δεν λέγεται. Αν φυσικά γίνει και πάλι κάτι. Γιατί αν κάνω απολογισμό της ως τώρα ομώνυμης διαδρομής, τα επιτεύγματα -αν υπάρχουν- είναι ελαχιστότατα.

____________


Εικόνες


Εικόνα Α. Σύνθεση συγγραφέα επάνω σε εικόνα του Γιάννη Κουκάκη, στην οποία προστέθηκε το φόντο του Δημόκριτου και του Αριστοτέλη και δόθηκε σε κάθε μια μπάλα άχυρου το όνομα καθεμιάς από τις δώδεκα προτεινόμενες Ελληνικές Περιφέρειες. Μόνο όμως που άλλο πράγμα είναι ο παραγωγικός χρυσός π.χ. της βιολογικής γαστρονομίας που έλεγα, της γης της Περιφέρειας, και άλλο το χρυσαφί χρώμα που έχουν οι μπάλες άχυρου {βλ. εικόνα} και που ως τέτοιες εκλαμβάνονται εξ Αθηνών οι περιφέρειες με τους πολίτες τους να θεωρούνται ότι το καταναλώνουν. Εμείς δηλαδή οραματιζόμαστε π.χ. τη βιολογική γαστρονομία, και από την άλλη η πρωτεύουσα συστήνει τη «γαστρονομία του άχυρου».



Σημειώσεις


Σημείωση {1} Χρ. Κηπουρός, Τέταρτη Δημοκρατία, Συμβόλαιο με τις Περιφέρειες, 36η έκδοση. Η εργασία δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου της Θράκης στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://alex.eled.duth.gr/kipouros/



Θράκη Φεβρουάριος 2007,



2. Ξεπεσμένοι Δημοκράτες



Αν ο Θέμος Αναστασιάδης δεν έκανε πλάκα, και στο πρόσφατο κείμενό του στο «Θέμα» εννοούσε πράγματι ότι ο Κωνσταντίνος Σημίτης υπήρξε ένας νέος Χαρίλαος Τρικούπης, και ότι από το Γιώργο Παπανδρέου προσδοκά κάτι επιπλέον, ε τότε, τηρουμένων των αναλογιών, μάλλον θα τον φαντάζεται σαν έναν νέο Ελευθέριο Βενιζέλο. Τώρα αν «ο Κλικλής δε γίνεται Λευτέρης», όπως θα έλεγε κι ο Τσιτσάνης, αυτό είναι ένα άλλο θέμα.

Χ. Κ.



Μπορεί οι λαϊκές φράσεις «ξεπεσμένοι καλλιτέχνες» και «ξεπεσμένοι αριστοκράτες» να είναι από παλιά γνωστές και κοινόχρηστες ως προς το χώρο της τέχνης και της οικονομίας αντίστοιχα, όμως τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά ως προς την πολιτική και τη Δημοκρατία. Μάλιστα θα έλεγα ότι σε αυτές τις δύο αξίες, είναι τα ίδια και χειρότερα. Αν όχι πολύ χειρότερα.


Φυσικά και δεν αναφέρομαι στην εννοιολογική διάσταση που οφθαλμοφανώς είναι κοινή και η οποία συνίσταται στην απώλεια της δύναμης, του πλούτου και της αξίας. Ούτε σε άλλα κοινά χαρακτηριστικά, όπως οι ξιπασιές, που συνήθως συνοδεύονται με απώλεια ήθους και αξιοπρέπειας. Ούτε καν στην απώλεια της εκτίμησης από τον κόσμο και τους πολίτες και στο ξέπεσμα στα μάτια τους.


Σε αυτά ήθελα να απευθυνθώ και κυρίως στους όπισθέν τους ευρισκόμενους χώρους, στους νόες των πολιτών και να τονίσω ότι στην πολιτική Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών και ειδικότερα στη σημερινή, ευδοκιμεί πολύ το είδος των ξεπεσμένων Δημοκρατών. Όχι τόσο μεταξύ των κυβερνώντων -η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων άλλωστε δεν έλκει την καταγωγή από διανοητικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς ή Δημοκρατικούς αγώνες- όσο μεταξύ της συντριπτικής πλειοψηφίας των εκ της αξιωματικής αντιπολίτευσης αξιωματούχων που στο πάλαι ποτέ συμμετείχαν σε ομώνυμους αγώνες, καθώς και ενός μεγάλου επίσης πλήθους μιμιέδων και δημοσιογράφων με Δημοκρατικές και Αριστερές καταβολές -συμβατικές ή και εναλλακτικές- προτού καταλήξουν στους εκ των πλέον ξεπεσμένων Δημοκρατών.


Σαφώς και το πρόβλημα είναι αν μπορεί να ανακτηθεί η χαμένη αθωότητα όλων αυτών -συγνώμη, η Δημοκρατικότητα ήθελα να πω, των περί ων ο λόγος- και πως μπορεί να επιτευχθεί αυτό. Στο οποίο σπεύδω να απαντήσω λέγοντας ότι όπως πάνε τα πράγματα, η πιθανότητα είναι μηδαμινή αν όχι μηδενική, όπως στους ξεπεσμένους αριστοκράτες είναι ίδια η πιθανότητα ανάκτησης της χαμένης αριστοκρατικότητας.


Κύκλοι δεν υπάρχουν μόνο στην ιστορία αλλά και στην οικονομία και φυσικά στην πολιτική. Μόνο που στην καθημάς τελευταία, πλην της διανοητικής ενυπάρχει και η ηθική ένδεια. Κάτι βέβαια που δεν είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί στις κατηγορίες που έλεγα των ξεπεσμένων καλλιτεχνών ή αριστοκρατών, γιατί στους τελευταίους υπάρχει και η περίπτωση της ανωτέρας βίας και της εξ αυτής καταστροφής. Κάτι που δεν συμβαίνει με τους ξεπεσμένους Δημοκράτες όπου η ευθύνη είναι αποκλειστικά δική τους.


Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι αποκλείεται διαπαντός η παλιννόστηση των σημερινών αντιπολιτευόμενων στην Κυβέρνηση και στο κράτος. Η συμβολή άλλωστε ως προς τούτο των κυβερνώντων, δεν είναι και ευκαταφρόνητη. Κάτι που όμως δεν σημαίνει και ανάκτηση της χαμένης τους Δημοκρατικότητας. Όσα χρόνια απομένουν να ζήσει ακόμη το συγκεκριμένο πολιτικό μόρφωμα, θα εξακολουθήσουν να συνιστούν χρόνια ενός συλλογικού ξεπεσμένου Δημοκράτη. Τα της εκπροσώπησης εκ μέρους του της κοινωνικοπολιτικής εκείνης οντότητας που ιστορικά ονομάστηκε, και συνεχίζει να ονομάζεται Δημοκρατική Παράταξη, αποτελούν λόγια κενά περιεχομένου και κυρίως λόγια χωρίς αντίκρισμα.


Να μη ξεχάσω τέλος τις δυο ακόμη υποκατηγορίες που αφορούν η μεν πρώτη τους πρόθυμους αποδέκτες της λεγόμενης πανστρατιάς, τουτέστιν τους υπό επιστροφή στο μαντρί, που στην ουσία πρόκειται για Δημοκράτες υπό ξεπεσμό. Η δε δεύτερη τους ναι μεν αποχωρήσαντες κάποια στιγμή και διατεινόμενους ότι είναι ανεξάρτητοι -κάτι σαν ελευθέρας βοσκής- όταν βέβαια δεν μεταπηδούν στο έτερο εκ των δύο μαντριών, μόνοι ή μετά φίλων εκ του διάχυτου πατριωτικού μεν αλλά μετά μεγάλης θλίψεως, χώρου. Σε όλους αυτούς απαντά η Ελληνική γραμματεία, κρίνοντας τον καθένα τους με βάση το «τελευταίο του εκβάν». Αν και στην ουσία, αυτό που χαρακτηρίζει τη στάση τους και στα προηγούμενα εκβάντα τους, είναι ένα νέο είδος εθνικοφροσύνης. Θα έλεγα η Τρίτη της γενιά.


Απλά το μόνο που θα εξαιρούσε, αναθεωρώντας τα θέσμιά της η Αρχαία Αθήνα {βλέπε εικόνα Α} -αν είχε μπροστά της τη σημερινή πολιτική κληρονόμο της- θα ήταν τα της απαξίωσης και καταφρόνησης των μη συμμετεχόντων στα λεγόμενα κοινά, των ιδιωτών της αρχαίας εποχής, των άσημων, των άξεστων και των καταφρονητέων. Γιατί αν δίωκε κάποιους σήμερα, αυτοί θα ήταν οι συμμετέχοντες στα κοινά αφού οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί πλήρως.


Ποτέ στην ιστορία το Ιδιωτικό στη Δημοκρατία δεν ήταν τόσο πολύ Δημόσιο. Και ποτέ το Δημόσιο δεν ήταν τόσο πολύ Ιδιωτικό. Τα Αθηναϊκά Μ.Μ. είναι το χτυπητό παράδειγμα. Μηχανισμός ιδιωτικοποίησης του Δημοσίου και Δημοσιοποίησης του Ιδιωτικού. Έχει ξεπεραστεί ακόμη κι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραβίδας που πρώτος μίλησε και έγραψε για τον ιδιωτικοδημόσιο χαρακτήρα της Ελληνικής Οικονομίας. Η οποία και ωχριά απέναντι στα συμβαίνοντα στη λεγόμενη πολιτική.


Να το θέσω όμως και διαφορετικά. Δεν θα υπήρχε κανένα θετικό προφίλ της Δεξιάς στην κοινωνία και καμιά ανοχή εκ μέρους της αν δεν είχε αναλάβει να το περιποιείται το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Το οποίο όχι μόνο δεν πρόκειται να αναγεννηθεί αλλά και αυτοί που τους ονόμασα «ξεπεσμένοι Δημοκράτες» δεν πρόκειται ποτέ να ανακτήσουν τη χαμένη τους Δημοκρατικότητα. Είναι κάτι που δεν το εμποδίζει μόνον ο δια χρωμίου και στροντίου και υπό σταδιακή ευθανασία ευρισκόμενος έγκλειστος στην ειρκτή του Ίμραλι. Το θυμίζει επίσης και το πανταχόθεν εξαρτημένο τους πολιτικό οικόπεδο, παραμένοντας για αυτό τυφλό, και χωρίς πρόσωπο, όπως ακριβώς ο Ελαιώνας της Αθήνας.


Αν ο Θέμος Αναστασιάδης δεν έκανε πλάκα, και στο πρόσφατο κείμενό του στο «Θέμα» εννοούσε πράγματι ότι ο Κωνσταντίνος Σημίτης υπήρξε ένας νέος Χαρίλαος Τρικούπης, και ότι από το Γιώργο Παπανδρέου προσδοκά κάτι επιπλέον, ε τότε, τηρουμένων των αναλογιών, μάλλον θα τον φαντάζεται σαν έναν νέο Ελευθέριο Βενιζέλο. Τώρα αν «ο Κλικλής δε γίνεται Λευτέρης», όπως θα έλεγε κι ο Τσιτσάνης, αυτό είναι ένα άλλο θέμα.


Αυτό πάντως που λέω εγώ είναι ότι αν υπάρχει μια μεγάλη προσφορά του ΠΑΣΟΚ στα πολιτικά πράγματα της χώρας και στην Ελληνική κοινωνία γενικότερα, είναι η απόσυρσή του. Το «τους ζυγούς λύσατε». Ο όποιος ενθουσιασμός στις τάξεις των Κυβερνώντων θα είναι βραχύς τότε. Πολύ σύντομα θα αρχίσουν να ανησυχούν για την απώλεια ενός αντιπάλου μεν, προσφιλούς δε. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Και σε κάθε περίπτωση καλύτερα είναι να μιλάει κανείς για κτήση της Δημοκρατικότητας παρά για την ανάκτηση. ʼλλωστε, ναι μεν το «φυλάξαι τ΄ αγαθά χαλεπώτερον εστί του κτήσασθαι», όμως εγώ λέω και «ράον του ανακτήσασθαι».


Τα έχω γράψει όλα αυτά στην Τέταρτη Δημοκρατία {1}. Αν χρειάζεται να γίνει νέο Συμβόλαιο είναι το Συμβόλαιο με τις Περιφέρειες. Μια κτήση Δημοκρατικότητας που θα συμβαδίζει με το κτίσιμο νέων κοινωνικών πολιτικών όσο και πολιτειακών θεσμών και που πριν από όλα θα εξασφαλίζει την ισοκρατία και την ισοτιμία των Περιφερειών με το Αθηναϊκό κέντρο. Από το Δημοψήφισμα για το Περιφερειακό ζήτημα και τις δύο Τράπεζες ιδεών όσο και νομοσχεδίων -το συλλογικό Αριστοτέλη και το συλλογικό Δημόκριτο- έως τις δώδεκα αιρετές Περιφέρειες καθώς και την ανά εξάμηνο και εκ περιτροπής εθνική Πολιτιστική Πρωτεύουσα Περιφέρεια.


Εξ ίσου σημαντική με αυτά θα είναι η φυσική παρουσία του Πρωθυπουργού δύο ημέρες την εβδομάδα στις Περιφέρειες. Οι νέες τεχνολογίες και οι τηλεδιασκέψεις θα επιτρέπουν κατά το διάστημα αυτό την αντιμετώπιση των αιφνίδιων προβλημάτων που θα εμφανιστούν στην Πρωτεύουσα. Αντί για τις κατά καιρούς διαφημιζόμενες εξ Αθηνών τηλεδιασκέψεις -παραδείγματος χάρη τις υγειονομικού χαρακτήρα με τα νησιά- να γίνεται το ακριβώς αντίστροφο, με τον Πρόεδρο της Κυβέρνησης να δίνει πρώτος το καλό παράδειγμα σε όλη την υπόλοιπη Αθηναϊκή κρατική πυραμίδα.


Μια άλλη φορά θα συνεχίσω με τα περί της Ελλαδικής Αθηναϊκής Αγίας Έδρας. Επί το λαϊκότερο, με τα της Αγίας Καρέκλας αν όχι της Θεοποιημένης της εκδοχής. Στο κράτος, στο κοινοβούλιο, στο γυαλί και στα όποια του παραθυρόφυλλα, μετά των οικοδεσποτών και της ολιγαρχίας των επιλεγμένων φιλοξενούμενων στους χώρους όπου εξ αδιαιρέτου όσο και συστηματικά καταργείται η θεμελιώδης αξία της Πολιτικής Δημοκρατίας.


Επιπλέον όμως υπάρχει και κάτι άλλο, το πιο σημαντικό, που πέραν των Δημοψηφισμάτων και της ʼμεσης Δημοκρατίας, συνιστά μια θεσμική όσο και δημιουργική επιστροφή στην ιστορική ιερότητα της γνωστής Εκκλησίας του Δήμου. Μιλώ για το πέρασμα από την υφιστάμενη Βουλή των Πριγκίπων στη Συνταγματική κατοχύρωση των δύο το πολύ θητειών, των δύο δηλαδή τετραετιών ως τον ανώτατο συνολικό χρόνο παραμονής στο Κοινοβούλιο. Επίσης, στα όποια άλλα αιρετά αξιώματα, εννοείται χωρίς «εισπηδήσεις» -όπως θα έλεγε και η άλλη Εκκλησία- μετά το πέρας της οκταετίας. Και αυτό να ισχύει από το Τοπικό επίπεδο, το Νομαρχιακό και το Περιφερειακό, έως το Κυβερνητικό. Ως γνωστό με τον εν ισχύει Καταστατικό Χάρτη της χώρας, ο ανώτατος χρόνος των δύο θητειών -επί του προκειμένου των δύο πενταετιών- ισχύει μόνο για το θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας.

____________


Εικόνες
Εικόνα Α. Πανοραμική ʼποψη των Αθηνών εξ Ανατολών, κατά τους χρόνους του Αδριανού. Βλ. περισσότερα στον τόμο ΕΛΛΑΣ, Ν. Πολίτου, 1887,



Σημειώσεις


{1} Χρ. Κηπουρός, Τέταρτη Δημοκρατία, Συμβόλαιο με τις Περιφέρειες, 36η έκδοση. Η εργασία δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου της Θράκης στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://alex.eled.duth.gr/kipouros/



Θράκη, Αρχές Μαρτίου 2007,



















3. Η Τρίτη Εθνικοφροσύνη




«Το κείμενο που ακολουθεί αφιερώνεται στη μνήμη της Ελευθερίας Φουρτουλάκη, μητέρας δύο παιδιών που το βράδι της παραμονής της 25ης Μαρτίου του 2006 στα Σεπόλια των Αθηνών αυτοπυρπολήθηκε θυσιασθείσα υπέρ της Ελευθερίας του Κουρδικού λαού και του ιστορικού του ηγέτη. Γεγονός που όχι μόνο αποσιωπήθηκε από την τηλεοπτική αλλά και από ολόκληρη τη θεσμική και πολιτική Ελλάδα».


Χ. Κ. 25 Μαρτίου 2007,


Δεν θα περίμενε βέβαια κανείς το συγκεκριμένο αυτό συμβάν να δημοσιοποιηθεί από τους τηλεοπτικούς εκείνους σταρ που ονομάζω «κουκουλουφόρους χωρίς κουκούλες» {1}. Θα περίμενε ωστόσο να γίνει κάτι εκ μέρους των κοινοβουλευτικών εκείνων προσώπων αλλά και πολλών άλλων, που υποτίθεται συμπαραστέκονταν και συμπαραστέκονται στον Κουρδικό αγώνα με τον οποίο η πράξη της Ελευθερίας συνδέθηκε με την ανώτερη σχέση αλληλεγγύης που υπάρχει στη ζωή και στην ιστορία των ανθρώπων και των λαών.


Σε ό,τι αφορά εμένα, θα περίμενα οι παλιοί μου αυτοί συνάδελφοι να υιοθετήσουν την πρόταση που είχα κάνει πέρυσι, αμέσως μετά το τραγικό συμβάν, να αναλάβει η Βουλή και επέκεινα το Ελληνικό Δημόσιο, να καλύψει τις σπουδές των δύο ορφανών παιδιών. Αυτό να το έφερναν στο Κοινοβούλιο. Μια τέτοια στάση θα τους τιμούσε όλους. Θα ήταν όντως στάση πατριωτική αφού, αν μη τι άλλο, θα διακονούσε αρχές και αξίες, όπως η Ελευθερία και η Δημοκρατία, πέραν της αλληλεγγύης και του Διεθνισμού. Γιατί τα άλλα που κάνουν, αν αναδίδουν κάτι αναδίδουν μια οσμή εθνικοφροσύνης. Παραδείγματος χάρη το ότι διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους όταν δεν γράφουν πύρινα άρθρα ξιφουλκώντας κατά των συγγραφέων βιβλίων ιστορίας, όπως είναι το γνωστό της έκτης Δημοτικού. Μόνο που στην ουσία βαρούν το σαμάρι αντί για το γάιδαρο, προτού καταλήξουν στο αυτονόητο αίτημα της απόσυρσης.


Τα λέω αυτά γιατί οι εν λόγω ακαδημαϊκοί συγγραφείς, με τη σειρά τους, βρίσκουν και κάνουν. Ούτε είναι οι μόνοι επιστήμονες που δεν είναι επιστήμονες. Απλά αν είναι κάτι είναι θιασώτες της Κεμαλικής οπτικής όπως οι πολιτικοί και ακαδημαϊκοί τους μέντορες. Και γιατί δεν έπεσαν ξαφνικά από τους ουρανούς αλλά τους το επιτρέπει αν δεν το προβάλλει με κάθε ευκαιρία το από πολλών ετών, αν όχι δεκαετιών, προσιδιάζον τηλεοπτικό, διανοητικό και γραφειοκρατικό πολιτικό κλίμα που έχει δημιουργηθεί στην πρωτεύουσα, οι κάθε τύπου διαμορφωτές του οποίου γνωρίζουν καλά ότι απολαμβάνουν ασυλίας από τους περί τα εθνικά ζητήματα «θεματοφύλακες». Θεματοφύλακες μεν, του χεριού τους δε.


Αυτή ήταν τελικά η κατάληξη του εντός ή εκτός των δύο κομμάτων εξουσίας -κυρίως του πρώην κυβερνητικού και δευτερευόντως του νυν- διάχυτου εκείνου χώρου που πολλοί ονόμαζαν πατριωτικό, εκ του οποίου πλέον απέμειναν μόνο τα θλιβερά όσο και ακίνδυνα για τη διαιώνιση της υπαρκτής παρακμιακής Ελλαδικής Αθηναϊκής πραγματικότητας απομεινάρια του. Για αυτά μιλώ καθώς και για την εθνικοφροσύνη στην οποία μετέπεσαν. Την Τρίτη κατά σειρά, που έρχεται να προστεθεί στις δύο προηγούμενες.


Ας το θέσω όμως και αλλιώς. Όσο θα συνεχίσει να υπάρχει ο Κουρδικός Αγώνας -και θα συνεχίσει για πολύ ακόμη- αυτό που θα κρίνει την ποιότητα της πατριωτικής παιδείας στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη, είναι η πολιτική και ηθική στάση απέναντί του. Αν η μια όψη της είναι η αίτηση πολιτικής συγγνώμης, κυρίως του πρώην κόμματός μου, από το μαρτυρικό Κουρδικό λαό, η άλλη θα είναι το αίτημα όλης της Πολιτικής Ελλάδας για απελευθέρωση του ηγέτη του. Τα άλλα εγώ τα ακούω βερεσέ. Ή μάλλον από μόνα τους κατατάσσονται σε μια από τις τρεις κατηγορίες εθνικοφροσύνης.


Γιατί ως τώρα δυο είδη εθνικοφροσύνης ήταν γνωστά. Στην πρώτη, την παραδοσιακή, ναι μεν η λέξη «Πατρίς» κατείχε τα πρωτεία στο από δεκαετιών ομώνυμο τρίπτυχο, όμως από την άλλη, η ιστορία έδειξε ότι περιορίστηκε στη λεκτική μόνο σφαίρα και στη σφαίρα της πολιτικής αγοράς. Και ότι αν η γνωστή ως δεξιά εθνικοφροσύνη ήταν και κάτι άλλο, ήταν όχημα ενός χρόνιου φενακισμού σε βάρος των πολιτών. Ιστορικά παραδείγματα υπάρχουν πολλά.


Δεν είχε τελικά διαφορετικά χαρακτηριστικά η δεύτερη, η σχετικά πρόσφατη και μικρή σε ηλικία. Η κεντροαριστερή εθνικοφροσύνη, η γνωστή και ως εκσυγχρονιστική μια και οι πνευματικοί της γονείς είναι οι πρώην. Ο λόγος για την αξιωματική αντιπολίτευση, που ναι μεν διατείνεται ότι συνεχίζει ακόμη και τώρα να συνιστά την εκπρόσωπο της Δημοκρατικής Παράταξης, όμως, από την άλλη, το σήμα κατατεθέν της, η «Ισχυρή Ελλάδα», δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο ώστε να αναδειχθεί σε συνώνυμο του αντιθέτου της. Και όχι μόνον. Το κόμμα που κάποτε διακονούσε τις πατριωτικές ιδέες βρίσκεται ήδη, από πολλών ετών, στον αντίποδά τους. Αντί για το Συλλογικό Πατριώτη και το Συλλογικό Δημοκράτη, αν συνιστά έκτοτε κάτι, είναι ένας Συλλογικός Εφιάλτης.


Αν δε αυτό που λέω κριθεί ως αυστηρό και υπερβολικό, θα ήθελα να βρεθεί έστω και ένας από τους παλιούς μου συντρόφους να βγει και να πει, ποια από τις πατριωτικές ιδέες διακονούν στο υπαρκτό ΠΑΣΟΚ. Έστω μια. Αντίθετα αυτό που έχω να πω εγώ είναι ότι τρία έτη μετά από το ηρωικό «όχι» του Δημοψηφίσματος στη Μεγαλόνησο εξακολουθούν να προωθούν τον Ανανισμό στην Κύπρο, και οκτώ τουλάχιστον έτη μετά την παράδοση του Κούρδου ηγέτη, τον Κεμαλισμό στην Τουρκία αλλά και στην Ελλάδα.


Γιατί δεν είναι αποφράδα μόνον η 15η Φεβρουαρίου του 1999. Αποφράδα επίσης είναι ολόκληρη η έκτοτε παρελθούσα οκταετία, στη διάρκεια της οποίας μία φορά έστω δεν βρέθηκε κανείς τους, να ψελλίσει μια έστω λέξη για αποφυλάκιση του έγκλειστου στο Ίμραλι και ευρισκόμενου σε αγωγή σταδιακής ευθανασίας Κούρδου ηγέτη. Κάτι που θα είχε γίνει αν είχε απομείνει κάποιο έστω ψήγμα συλλογικής συνείδησης, οπότε θα το απαιτούσαν οι ίδιες οι ερινύες, μια και δικοί τους επικεφαλής ενέχονταν και ενέχονται στην αποτρόπαια εκείνη πράξη της παράδοσης παραμένοντες, ακόμη και ηθικά, ατιμώρητοι. Κάτι βέβαια που δεν απαλλάσσει τους Κυβερνώντες για τη δική τους σιγή ως προς το ίδιο ζήτημα.


Ας μην επεκταθώ στις μεταξύ κυβερνώντων και αντιπολιτευόμενων συγκρίσεις. Ούτε στο κατά πόσο ισχύει η αρχαία ρήση περί του ότι εκ δύο κακών όντως το μη χείρον είναι βέλτιστο, γιατί, όπως και πάλι δείχνει η ιστορία, άλλες φορές είναι, και άλλες όχι. Απλά να πω ότι μια ακόμη μαρτυρία αλλά και απόδειξη της αποτυχίας των δύο κεντρικών λογοτύπων, συνιστά η απόσυρση τους, οπότε και εγώ δεν χρειάζεται να πω κάτι περισσότερο.


Αυτό που χρειάζεται είναι να δει κανείς αν, εκτός από τις δύο προηγούμενες, υπάρχει κάποια νεότερη μορφή Εθνικοφροσύνης. Και ποια είναι. Ποιοι είναι οι χώροι και ποια τα πολιτικά εκείνα πρόσωπα που διεκδικούν στους σημερινούς καιρούς να πάρουν την ομώνυμη σκυτάλη. Εννοείται ότι δεν πρόκειται να ασχοληθώ με σκυταλοδρόμους που, όπως στους αγώνες στίβου, παίζουν ρόλο λαγού, όταν δεν προσφέρουν τις καλές τους υπηρεσίες ως εθνικά, πολιτικά και τηλεοπτικά πλυντήρια των κυβερνώντων όσο και των αντιπολιτευόμενων, και αυτό παρά το χαμηλότατο διανοητικό, πολιτικό και ηθικό πεδίο στο οποίο κινούνται.


Μια άλλη κατηγορία προσελκύει το ενδιαφέρον μου. Αυτή την οποία συναντά κανείς διάχυτη, από τα Μέσα ως τα πολιτικά λεγόμενα κόμματα και κυρίως στις παρυφές, η οποία αν είναι κάτι, κατά τη γνώμη μου, είναι η Τρίτη εθνικοφροσύνη. Πολιτικά και Κοινοβουλευτικά πρόσωπα αλλά και άλλα, π.χ. από τον ακαδημαϊκό χώρο ή και πρώην στρατιωτικοί που ναι μεν μιλούν και γράφουν ή και συγγράφουν αλλά που ιστορικά δεν διαθέτουν το απαιτούμενο αντίκρισμα. Όχι μόνο ηθικό αλλά και διανοητικό και πολιτικό.


Αν πάλι διαθέτουν, τότε αλήθεια, ποιο είναι; Π.χ. στην υπόθεση για την οποία έλεγα πριν; Ας μην επεκταθώ στα γεγονότα της μαύρης εκείνης περιόδου. Είναι άλλωστε πράγματα γνωστά πλέον. Απλά αυτή τη στιγμή να πω ότι η όλη στάση τους, δεν τους τιμά. Μιλώ για αυτούς οι οποίοι υποτίθεται ότι ήταν υπέρ του Κουρδικού, για να μη πάω στους 186 συναδέλφους μου Βουλευτές οι οποίοι συνυπέγραψαν την πρόσκληση για έλευση του Κούρδου ηγέτη στην Αθήνα, πριν αρχίσουν να σφυρίζουν αδιάφορα, ερχόμενοι σήμερα να εισπράξουν και πρόσοδο.


Και αν είμαι αυστηρός και πάλι, ας έρθω στο μετά. Από τότε έως σήμερα. Αλήθεια τι έκαναν όλοι αυτοί, αν έκαναν κάτι, στην παρελθούσα οκταετία ως προς το μεγάλο αυτό πολιτικό και ηθικό ζήτημα; Και τι άλλο είναι η εθνικοφροσύνη αν δεν είναι η συγκεκριμένη στάση τους; Η εν πολλοίς αποδεκτή και από τα Αθηναϊκά υποκριτικά Μέσα και τους κατοικοεδρεύοντες σε αυτά «κουκουλοφόρους χωρίς κουκούλες», περιλαμβανομένων των μη συμβατικών εκδοχών και εκπομπών, όταν δεν συνιστούν κέντρα της κάθε τύπου εθνικοφροσύνης, μετά λογοκρισίας;


Γιατί είναι μεγάλη υπόθεση, θείο δώρο για την όποια κυβερνητική ή αντιπολιτευτική εξουσία, το να τις ασκεί κανείς πολιτική κριτική, χωρίς όμως να λέει κάτι, αν δεν ζει στην καλύτερη περίπτωση με ψευδαισθήσεις ότι λέει. Αυτή την ετερόκλητη όσο και πολυπληθή, εθνικόφρονα όσο και λογοκριτική μήτρα η οποία επί πολλά έτη, μέσω πρώην αριστερών και Δημοκρατών ως επί το πλείστον δημοσιογράφων αλλά και πολλών άλλων από άλλες αφετηρίες, επωάζει, μετά των οικείων φιλοξενούμενων, το εν Ελλάδι αυγό, τη θεωρώ ως τη σημαντικότερη αιτία για το θεσμικό πέρασμα στην Τέταρτη Δημοκρατία {2}. Μια αιτία, πιο μεγάλη ακόμη και από το ανώτερο στάδιο της γραφειοκρατίας, στο οποίο η χώρα έχει εισέλθει από πολλών ήδη ετών και το οποίο βέβαια δεν είναι άλλο από την τρωκτικοκρατία.


Το λέω αυτό γιατί αν η Πολιτική αποτελούσε εξιστόρηση της λογικής και όχι, όπως γίνεται εδώ, εκλογίκευση της ιστορίας, τότε, οι θεσμικοί της φορείς θα είχαν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις από αυτές τις οποίες έχουν. Θα συμφωνούσαν με όσα έχουν παρατεθεί στην παρούσα τριλογία, ακόμη και αν τους αφορούσαν προσωπικά. Γιατί υπάρχουν πάρα πολλά που μυρίζουν πολύ και τα πολιτικά αυτά πρόσωπα αντί να εμβαθύνουν και να επιχειρήσουν να τα εντάξουν σε γενικότερους κανόνες που επηρεάζουν καθοριστικά την εξέλιξη των γεγονότων, κατατρύχονται από μια διαρκή επικαιροπληξία. Αυτήν που την ενδύουν και με το ταγιέρ της καθημερινότητας. Μια κίνηση που όσο αποτελεί καταφυγή, μια και δεν έχουν κάτι άλλο να κάνουν, άλλο τόσο αποτελεί και λαϊκισμό.


Το ότι η ηθική σύμφωνα με την κλασσική παιδεία αποτελεί, μεταξύ άλλων, και ένα είδος συνήθειας, δεν σημαίνει ότι και η εξουσία των τρωκτικών σε μια χώρα συνιστά πολιτική ηθική. Ούτε μπορεί να πάρει χαρακτηριστικά εθνικού κανόνα. Ότι δηλαδή αφού έκλεψαν οι μεν, νομιμοποιούνται να το συνεχίσουν οι δε. Η αποτελεσματική αγωγή απέναντι σε αυτή την παθογένεια είναι μια και μοναδική. Αυτή που θα παίξει το ρόλο της γάτας και που όταν απουσιάζει, χορεύουν, όπως λέγεται, τα ποντίκια, είναι η ίδια με εκείνη που συνιστάται για την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας, της οποίας το ανώτατο στάδιο είναι η τρωκτικοκρατία σε ρόλους μόνιμης πλέον επικαιρότητας.


Ο λόγος για τη Δημοκρατία. Μια ιστορική και πολιτική συνταγή «δια πάσα νόσο και μαλακία». Για τη Δημοκρατία μιλούν σε πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες παρόλο που τα θεσμικά τους επίπεδα συγκρινόμενα με τα δικά μας είναι μέρα με τη νύχτα. Πρώτο και καλύτερο παράδειγμα η Γαλλία, όπου όλοι πλέον αρχίζουν και συζητούν για την «απόσυρση» της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας και το θεσμικό πέρασμα στην Έκτη. Στην Ελλάδα τα πράγματα εξαντλούνται το πολύ στις Συνταγματικές Αναθεωρήσεις. Μόνο που αυτές αν μοιάζουν με κάτι είναι τα τρένα που το ένα μετά το άλλο χάνονται.


_________


Σημειώσεις


{1} Αντί για τους γνωστούς αγνώστους των φοιτητικών διαδηλώσεων χρειάζεται κανείς κυρίως να μιλήσει για τους γνωστούς πασίγνωστους των τηλεοπτικών ηλώσεων. Αυτούς που χρησιμοποιούν κουκούλες προκειμένου να κουκουλώνουν συστηματικά, τόσο την αλήθεια που την καθιστούν αγνώριστη, όσο την πολιτική πραγματικότητα που την παραχαράζουν, αναπαράγοντας και διαιωνίζοντας μια δράκα επιλεκτικών φιλοξενούμενων εκ των μεν ή των δε ή και των παρά δε, υφισταμένων των υφισταμένων Πριγκιπικών Πολιτικών οίκων μετά των ομώνυμων τζακιών που περισσότερο μοιάζουν με φουφούδες.


Είναι οι ίδιοι γνωστοί πασίγνωστοι οι οποίοι ναι μεν τις φοράνε νυχθημερόν, χωρίς όμως να φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού. Στόχος, το σπάσιμο στο ξύλο της κοινής γνώμης, αν όχι το ηλεκτρονικό κάψιμο των αληθινών ιδεών. Όταν δεν καίνε απλά έναν οικίσκο αλλά έναν ολόκληρο Οίκο. Περί αυτής της αναλογίας πρόκειται ακόμη και αν είναι ο πλέον συμβολικός οικίσκος, όπως ο πρόσφατα όσο και αναίτια πυρποληθείς.


Είναι αυτοί που προπαγάνδισαν την κατάργηση του Πανεπιστημιακού ασύλου μόνο και μόνο ώστε να μεγεθυνθούν οι εντάσεις στο χώρο της παιδείας προκειμένου στη συνέχεια να πουλάνε τις εξ αυτών εικόνες μέσα από ωριαίες αν όχι μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος απευθείας μεταδόσεις. Αυτοί είναι οι παραγωγικοί φορείς του φασισμού, απέναντι στον οποίον κάθε προηγούμενη κατηγορία του ωχριά.


Για να δώσω δε ένα μέτρο σύγκρισης, η όποια συγκρουσιακή τυφλότητα των νεαρών κουκουλοφόρων, μόνον ως παρανυχίδα μπορεί να εκληφθεί απέναντι σε αυτούς για τους οποίους μιλώ. Και αν εμβαθύνει κανείς περισσότερο ακόμη, αυτό που βρίσκεται πίσω από τον καθολικό απορριπτισμό των νέων, είναι η ίδια αδυναμία του πολιτικού συστήματος η οποία και τον προκαλεί.


Είναι η ίδια χρόνια αδυναμία του που βρίσκεται πίσω από το τηλεοπτικό εκείνο μοντέλο στο οποίο ακόμη και οι ειδήσεις και τα νέα, είναι η γνώμη, η γραμμή των παρουσιαστριών και των παρουσιαστών και επόμενα των διανοητικών συμβούλων των Μέσων. Ναι μεν και σε πολλές άλλες χώρες η Δημοκρατία επηρεάζεται από τα Μέσα αλλά όπως εδώ, δεν γίνεται πουθενά.


Και αν ακόμη δεχθεί κανείς ότι τα κινήματα των νέων δεν είχαν ούτε χέρια ούτε και πόδια, τα οποία όντως χαρακτηρίζει μια μεγάλη κινητικότητα, και έστω είχαν ιδέες και επεξεργασμένα διανοητικά προϊόντα, διερωτώμαι ποιο θα ήταν εκείνο το βήμα στην από δεκαετιών υπαρκτή πολιτική και τηλεοπτική χώρα που θα διατίθετο ώστε να ακουστούν. Πόσο μάλλον να εισακουστούν. Υπό αυτή την έννοια ακόμη και οι όντως αναίτιες φωτιές, συνιστούν happenings. Και είτε συμφωνεί κανείς είτε όχι, είναι ο μοναδικός τρόπος για να δηλώσουν την παρουσία τους αν όχι την ύπαρξη της πολιτισμικής τους οντότητας.


Μπορεί στη δική μου την ηλικία να αρκεί η ρήση του Ηράκλειτου ότι δηλαδή ο λόγος κυβερνάει τα πάντα και να ελπίζω ότι μέσα από τη δημοσιοποίηση των ιδεών μου θα γίνουν -ακόμη και στη ζούλα- εκ των εκάστοτε κυβερνώντων, κάποιες δεκτές και να προχωρήσουν. Ναι μεν ούτε και εμένα με εκφράζει η συγκρουσιακή τυφλότητα, όμως από πουθενά δεν προκύπτει ότι πρόκειται για κάτι που συνιστά φασισμό.


Κάνουν λάθος όσοι αποκαλούν φασίστες τους νέους αυτούς. Αυτούς που σε άλλες εποχές τους έλεγαν αλήτες. Ας ψάξουν αλλού να βρουν το φασισμό. Αν βέβαια τους ενδιαφέρει. Όλοι γνωρίζουν τους τόπους όπου παράγεται, καθώς και τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους συμβαίνει αυτό. ʼλλωστε, όπως δεν ήταν ποτέ φασισμός οι κινητοποιήσεις -ειδικά των νέων- έτσι δεν συνιστούν και σήμερα τέτοιο φαινόμενο.


Αν ήμουν η Πολιτική Ελλάδα θα πρότεινα στους νέους αυτούς ένα γενικευμένο πολιτικό διάλογο. Τόσο για την Παιδεία όσο και για τη Δημοκρατία. Αν δε οι ιδέες είναι οι κόρες του χρόνου, δύο από αυτές έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αν η μια είναι να βγάλουν τις κουκούλες που φορούν, η άλλη είναι η ιδέα της Δημοκρατίας. Θα τους έλεγα να ψάξουμε από κοινού να βρούμε το μοντέλο εκείνο που μπορεί να αντιμετωπίσει τους κουκουλοφόρους χωρίς κουκούλες, και που κατά τη γνώμη μου είναι η Τέταρτη Δημοκρατία.



{2} Χρ. Κηπουρός, Τέταρτη Δημοκρατία, Συμβόλαιο με τις Περιφέρειες, 36η έκδοση. Η εργασία δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου της Θράκης στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://alex.eled.duth.gr/kipouros/


Θράκη τέλη Μαρτίου 2007,








Αυτό το κείμενο είναι γραμμένο σε μονοτονικό. Διαβάστε την πολυτονική του έκδοση.

http://www.antibaro.gr