Κατηγορίες άρθρων

 Ο Αρχιεπίσκοπος του «ΟΧΙ»

Αρχική σελίδα
Εξωτ. πολιτική/ Διπλωματία
Εθνικά θέματα
Κοινωνία
Πολιτισμός
Θρησκεία
Διεθνή
Βιβλιογραφία/ Συνδέσεις
Εκδηλώσεις
Οπτικοακουστικό
υλικό
Δελτία
Ενημέρωσης
Ιστολόγιο
Αντίβαρου
ʼγρα γραπτών
Πρόσφατα κείμενα
Με χρονολογική σειρά.
Δελτίο ενημέρωσης!
Εγγραφή Διαγραφή
Συγγραφείς

Αθανάσιος Γιουσμάς
ʼθως Γ. Τσούτσος
ʼκης Καλαιτζίδης
Αλέξανδρος Γερμανός
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας
Αλέξανδρος Κούτσης
Αμαλία Ηλιάδη
Ανδρέας Σταλίδης
Ανδρέας Φαρμάκης
Ανδρέας Φιλίππου
Αντώνης Κ. Ανδρουλιδάκης
Αντώνης Λαμπίδης
Αντώνης Παυλίδης
Απόστολος Αλεξάνδρου
Απόστολος Αναγνώστου
Αριστείδης Καρατζάς
Αχιλλέας Αιμιλιανίδης
Βάιος Φασούλας
Βαν Κουφαδάκης
Βασίλης Γκατζούλης
Βασίλης Ζούκος
Βασίλης Κυρατζόπουλος
Βασίλης Πάνος
Βασίλης Στοιλόπουλος
Βασίλης Ν. Τριανταφυλλίδης
(Χάρρυ Κλυνν)
Βασίλης Φτωχόπουλος
Βένιος Αγελόπουλος
Βίας Λειβαδάς
Βλάσης Αγτζίδης
Γεράσιμος Παναγιωτάτος-Τζάκης
Γιάννης Διακογιάννης
Γιάννης Θεοφύλακτος
Γιάννης Παπαθανασόπουλος
Γιάννης Τζιουράς
Γιώργος Αλεξάνδρου
Γιώργος Βλαχόπουλος
Γιώργος Βοσκόπουλος
Γιώργος Βότσης
Γιώργος Κακαρελίδης
Γιώργος Καστρινάκης
Γιώργος Κεκαυμένος
Γιώργος Κεντάς
Γιώργος Κολοκοτρώνης
Γιώργος Κουτσογιάννης
Γιώργος Νεκτάριος Λόης
Γιώργος Μαρκάκης
Γιώργος Μάτσος
Γιώργος Παπαγιαννόπουλος
Γιώργος Σκουταρίδης
Γιώργος Τασιόπουλος
Γλαύκος Χρίστης
Δημήτρης Αλευρομάγειρος
Δημήτρης Γιαννόπουλος
Δημήτριος Δήμου
Δημήτρης Μηλιάδης
Δημήτριος Γερούκαλης
Δημήτριος Α. Μάος
Δημήτριος Νατσιός
Διαμαντής Μπασάντης
Διονύσης Κονταρίνης
Διονύσιος Καραχάλιος
Ειρήνη Στασινοπούλου
Ελένη Lang - Γρυπάρη
Ελευθερία Μαντζούκου
Ελευθέριος Λάριος
Ελλη Γρατσία Ιερομνήμων
Ηλίας Ηλιόπουλος
Θεόδωρος Μπατρακούλης
Θεόδωρος Ορέστης Γ. Σκαπινάκης
Θεοφάνης Μαλκίδης
Θύμιος Παπανικολάου
Θωμάς Δρίτσας
Ιωάννης Μιχαλόπουλος
Ιωάννης Χαραλαμπίδης
Ιωάννης Γερμανός
Κρίτων Σαλπιγκτής
Κυριάκος Κατσιμάνης
Κυριάκος Σ. Κολοβός
Κωνσταντίνος Αλεξάνδρου Σταμπουλής
Κωνσταντίνος Ναλμπάντης
Κωνσταντίνος Ρωμανός
Κωνσταντίνος Χολέβας
Λαμπρινή Θωμά
Μαίρη Σακελλαροπούλου
Μανώλης Βασιλάκης
Μανώλης Εγγλέζος - Δεληγιαννάκης
Μάρκος Παπαευαγγέλου
Μάρω Σιδέρη
Μιλτιάδης Σ.
Μιχάλης Χαραλαμπίδης
Μιχάλης Κ. Γκιόκας
Νέστωρ Παταλιάκας
Νικόλαος Μάρτης
Νίκος Ζυγογιάννης
Νίκος Καλογερόπουλος Kaloy
Νίκος Λυγερός
Νίκος Παπανικολάου
Νίκος Σαραντάκης
Νίνα Γκατζούλη
Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας
Παναγιώτης Ανανιάδης
Παναγιώτης Ήφαιστος
Παναγιώτης Α. Καράμπελας
Παναγιώτης Καρτσωνάκης
Παναγιώτης Φαραντάκης
Παναγιώτης Χαρατζόπουλος
Πανίκος Ελευθερίου
Πάνος Ιωαννίδης
Πασχάλης Χριστοδούλου
Παύλος Βαταβάλης
Σοφία Οικονομίδου
Σπυριδούλα Γρ. Γκουβέρη
Σταύρος Σταυρίδης
Σταύρος Καρκαλέτσης
Στέλιος Θεοδούλου
Στέλιος Μυστακίδης
Στέλιος Πέτρου
Στέφανος Γοντικάκης
Σωτήριος Γεωργιάδης
Τάσος Κάρτας
Φαήλος Κρανιδιώτης
Φειδίας Μπουρλάς
Χρήστος Ανδρέου
Χρήστος Δημητριάδης
Χρήστος Κηπουρός
Χρήστος Κορκόβελος
Χρήστος Μυστιλιάδης
Χρήστος Σαρτζετάκης
Χριστιάνα Λούπα
Χρίστος Δαγρές
Χρίστος Δ. Κατσέτος
Χρύσανθος Λαζαρίδης
Χρύσανθος Σιχλιμοίρης
Gene Rossides
Marcus A. Templar

Επικοινωνία
Οι απόψεις σας είναι ευπρόσδεκτες!
 

 


Ο Αρχιεπίσκοπος του «ΟΧΙ»

Λεωνίδας Χ. Αποσκίτης

Αντίβαρο, Φεβρουάριος 2008


Η τελευταία επιταγή του Χριστόδουλου στους Έλληνες: «Αντίσταση και Ανάκαμψη… Μην ξεπουλήσετε τα πρωτοτόκιά μας»!

Γιατί η Νέα Τάξη τον φοβήθηκε ως «Νέο Μακάριο» Ÿ Ποιοι ήθελαν τον θάνατό του

 

«Είναι αίσχος για τους Νεοέλληνες να παίρνουν ως κριτήριο το τι θέλουν κάθε φορά οι Βρυξέλλες και όχι το τι επιβάλλει η ιστορική αναγκαιότητα και η παράδοση αυτού του τόπου».

[3 Μαΐου 1998 – Βόλος]

 

Του Λεωνίδα Χ. Αποσκίτη

 

Το παρόν τεύχος του Τ.Μ. έκλεινε την στιγμή που η χώρα βυθίστηκε στο πένθος με αφορμή την απώλεια, ξημερώματα της Δευτέρας 28 Ιανουαρίου, του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου. Κάτω από αυτές τις πιεστικές συνθήκες προσπαθήσαμε να συγκεντρώσουμε τις σκέψεις μας σε όσα μας αφήνει πίσω του ο μεγάλος εκδημήσας. Όσο και αν ήταν αναμενόμενο το γεγονός, συγκλονιστήκαμε όλοι γιατί ο Χριστόδουλος υπήρξε εκκλησιαστικός και εθνικός άνδρας μεγάλου αναστήματος, που με την παρουσία του προσέφερε πολλά στον ελληνικό λαό σε μια ιδιαίτερα ασταθή και μεταβατική εποχή για τον τόπο. Το πόσο η απώλειά του είναι σημαδιακή για το αύριο της χώρας και το μέλλον των εθνικών μας θεμάτων, διαφαίνεται από την αληθινή θλίψη σύσσωμου του ελληνικού λαού αλλά και από το εύρος των διεθνών, έστω και τυπικών αντιδράσεων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Κρεμλίνο, με το που μαθεύτηκαν τα νέα από την Αθήνα, άλλαξε το πρόγραμμα και μετέβησαν εκκλησιαστικοί και πολιτικοί παράγοντες στο παρεκκλήσι του Κρεμλίνου όπου έγινε επιμνημόσυνη δέηση για τον κοιμηθέντα Έλληνα ιεράρχη. Στα συλλυπητήρια του Πατριαρχείου Μόσχας αναφέρεται ο Χριστόδουλος ως «σοφός θεολόγος και συγγραφέας με επιρροή και κύρος όχι μόνο στην πατρίδα του, αλλά και διεθνώς» και ως «φλογισμένος ρήτορας και πατριώτης».

Από την άλλη πλευρά, ιδιαίτερα θερμά ήταν τα συλλυπητήρια για την εκδημία του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου και του προέδρου Τζωρτζ Μπους μαζί με την σύζυγό του Λώρα.

Παρόμοιες ήταν και οι αντιδράσεις του προέδρου της Κομισιόν Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο και άλλων Ευρωπαίων ηγετών.

Περιττό να αναφερθούμε στην βαθύτατη συγκίνηση που εκφράζεται στην Κύπρο, την Αλεξάνδρεια, την Ομογένεια, τα Ιεροσόλυμα και στα όπου γης γνωστά κέντρα των ελληνικών κοινοτήτων και της Ορθοδοξίας. Δεν έχει κανένα προηγούμενο και δυστυχώς αυτός ο θρήνος μας προϊδεάζει ότι νέο «Χριστόδουλο» θα κάνουμε χρόνια να δούμε και ως έθνος και ως εκκλησία.

Η Αγωνία του για τον Ελληνισμό

Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τα καθήκοντά του ο Χριστόδουλος μέχρι τις τελευταίες ημέρες που ήταν όρθιος, έδειχνε με τις ενέργειές του την αγωνία του για τον Ελληνισμό. Στην τελετή ενθρονίσεώς του, στις 9 Μαΐου 1998, ξεκαθάρισε ότι «τα μηνύματα των καιρών ζητούν από την Εκκλησία να στηρίξει το Γένος» και τόνισε πως «κάθε απόπειρα αποσύνδεσης Ορθοδοξίας και Ελληνισμού συνιστά απειλή για την ενότητα του έθνους»… Τα λόγια του ταράζουν δυσάρεστα τα αυτιά των πραιτωριανών της Νέας Τάξης και των κυκλωμάτων του νεοπαγανιστικού new age, που μέχρι τότε είχαν βρει το νεοελληνικό «οικόπεδο» ξέφραγο αμπέλι και «πεδίο βολής» φτηνό. Τα ασκέρια της «παραμύθας», της διάλυσης και του εθνομηδενισμού τρώνε το πρώτο γερό χαστούκι μετά από δεκαετίες παρακμής. Ο Χριστόδουλος είναι όσο πιο σαφής μπορεί. Ανατρέχει στον Ζήσιμο Λορεντζάτο: «Για να μην καταντήσουμε οι Έλληνες ολότελα γεγυμνωμένοι και παρατρεχάμενοι του ενός και αλλουνού μέσα στον σημερινό αδυσώπητο κόσμο». Το έθνος πρέπει να επιζήσει, λέει, μέσα σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο.

Συνδέει εξ αρχής στον λόγο του την ιστορία του ελληνικού έθνους, αρχαία και νέα, αναφερόμενος πρώτα στην πόλη στην οποία αναλάμβανε Ποιμενάρχης (Αθήνα) «με την βαρειά αρχαία της ιστορία… φορέας ενός κόσμου αξιών με πανανθρώπινη εμβέλεια» και με τον Παρθενώνα «οικουμενικό σύμβολο πολιτισμού» και ύστερα στην άλλη μήτρα του νέου Ελληνισμού, «την θεοφύλακτη Πόλη» με την Αγιά Σοφιά, που η Ρωμιοσύνη της είναι στεφανωμένη «με την ψυχή του Γένους». Ένα έθνος που έκτισε δύο ναούς της Σοφίας. Ξεκινώντας έτσι την θητεία του ως Αρχιεπίσκοπος, κήρυξε την πανστρατιά σύναξη των ικανών. Τελειώνοντας την ζωή του δέκα χρόνια μετά, κάλεσε τους Έλληνες να μείνουν όρθιοι στις επάλξεις μέσα από το συγκλονιστικό τελευταίο μήνυμά του την Πρωτοχρονιά:

«Μην ξεπουλήσετε τα πρωτοτόκιά μας. Διδάξτε στα παιδιά σας την αλήθεια, όπως την εβίωσαν οι αείμνηστοι Πατέρες μας. Ο λαός μας ξέρει να υπερασπίζεται τα ιερά και τα όσιά του. Το έχει κατ’ επανάληψη αποδείξει. Και θα το αποδείξει και πάλι. Αντίσταση και Ανάκαμψη. Για να ξαναβρούμε ό,τι έχουμε χάσει, για να υπερασπισθούμε ό,τι κινδυνεύει».

Από την πρώτη στιγμή γίνεται φανερό ότι ο Χριστόδουλος έβλεπε τον εαυτό του στον ρόλο ενός νέου «Παπαφλέσσα» κατά της Παγκοσμιοποίησης. Ο κόσμος το καταλαβαίνει γρήγορα αυτό και το επικροτεί. Βρίσκει στο πρόσωπό του τον χαρισματικό ηγέτη που έλειπε πλέον από την πολιτική σκηνή. Το τέλος των ιδεολογιών, η κατάρρευση της ομόδοξης Σερβίας και της Ρωσσίας εκείνη την δεκαετία, τα αδιέξοδα της Ενωμένης Ευρώπης, η «σύγκρουση των πολιτισμών» ήταν το κατάλληλο έδαφος για να θριαμβεύσει η ρητορική του. Όσο και αν οι αντίπαλοί του στους κόλπους της Εκκλησίας τον κατηγορούν για αμετροέπεια και φιλοδοξία, ο λαός τρέχει από πίσω του σαν μαγεμένος. Πολλαπλασιάζονται όμως οι εχθροί του στους χώρους των πολιτικών παρασκηνίων, ντόπιων και ξένων. Ο Χριστόδουλος τους γνωρίζει και τους υποδεικνύει: «Πρέπει πάντως με την ευκαιρία να σημειώσω ότι οι θέσεις της Εκκλησίας δεν αρέσουν σε εκείνους που δεν έχουν σύνδεση με την Παράδοση του Γένους μας. Ενοχλούνται που έχουμε σταθερές θέσεις σε σχέση με τη Νέα Τάξη πραγμάτων και την Παγκοσμιοποίηση». (συνέντευξή του στην εκκλησιαστική εφημερίδα «Ταυτότητα», 01/01/2001).

Ενοχλούνται επίσης, με την ψυχωμένη στάση και την πεπαιδευμένη συμπεριφορά του, όλοι οι θύλακες της εγχώριας αποδόμησης και παρακμής και οι μάνατζερς της φτηνής και «λούμπεν» γκλαμουριάς: «Έχουμε φτιάξει μία κοινωνία πού μοιάζει θερμοκήπιο του κακού. Κάθε σκηνοθετίσκος μπορεί να γελοιοποιεί από την τηλεόραση την αγάπη στην πατρίδα και την πίστη στον Θεό, κι εμείς τα βλέπουμε αυτά ξαπλωμένοι στις άνετες πολυθρόνες μας και γελάμε. Διασκεδάζουμε βλέποντας να γελοιοποιούνται οι ήρωες, να εξευτελίζονται αυτοί πού πλήρωσαν με αίμα και φρίκη το δικαίωμά μας να καθόμαστε μπροστά σε τηλεόραση. Χωρίς καμιά συναίσθηση ντροπής και ευθύνης, χάσκουμε ηλιθίως βλέποντας τον εσκεμμένο και ασταμάτητο διασυρμό της πατρίδας και της πίστης.

Έχουμε φτιάξει μία παιδεία όπου η αγάπη στην πατρίδα θεωρείται φασισμός, και η προσευχή των μαθητών είναι πέντε τελετουργικές φράσεις χωρίς νόημα. Έχουμε αναθέσει την παιδαγωγία του παιδιού στην τηλεόραση. Κι εκείνη βέβαια μας πληρώνει, διδάσκοντας το παιδί μας ότι οι μόνες αληθινές αρετές είναι το κυνήγι του χρήματος, το κυνήγι της σάρκας, και το κυνήγι της πρόσκαιρης λάμψης». (Ομιλία του στα Ψαρρά, 01/07/2001).

Η σύγκρουση με τα σχέδια της Νέας Τάξης

Η πρώτη μεγάλη σύγκρουση του μακαριστού Χριστόδουλου με το νεοταξικό κατεστημένο, το οποίο εκείνη την εποχή παγίωνε τις θέσεις του στην χώρα υπό τον μανδύα του «εκσυγχρονισμού», γίνεται τον χειμώνα του 1999, έναν χρόνο μετά την ενθρόνισή του. Τα νατοϊκά στρατεύματα με την συνέργεια της Ευρώπης εισβάλλουν στα Βαλκάνια για να παραδώσουν στην Αλβανική μαφία και στους παρακρατικούς της CIA το Κοσσυφοπέδιο. Ο Χριστόδουλος αφουγκράζεται την οργή του ελληνικού λαού που συμπαρίσταται με αδελφοσύνη και χωρίς φειδώ στους τσακισμένους Σέρβους και μπαίνει μπροστάρης. Μιλάει ανοικτά και καταγγέλλει τον Κλίντον ότι «έχει τα χέρια του βαμμένα με αίμα»…

Το 2000 ξεσηκώνει τον λαό σε πρωτοφανείς εκδηλώσεις με αποκορύφωμα το μεγάλο συλλαλητήριο στην Αθήνα ενάντια στην καθοδηγούμενη «από το εβραϊκό λόμπυ της Αμερικής» αλλαγή των ελληνικών ταυτοτήτων. Ζητάει δημοψήφισμα κάνοντάς τους όλους, δεξιούς και αριστερούς, να καταπιούν την γλώσσα τους. Και τους ξεφτιλίζει «σούμπιτους» γιατί αποδεικνύονται «λίγοι» και υποκριτές όταν κόπτονται για δημοκρατία και αγνοούν τις υπογραφές 4 εκατομ. Ελλήνων. Ιδιαίτερα ξεμπροστιάζει τους φανατικούς «νεοπαγανιστές», που, με κορώνες για «άμεση δημοκρατία», ωρύονταν μέσα από δεκάδες …τηλε-καννιβαλικούς διαύλους για τον «σκοταδισμό» της Ορθοδοξίας.

Έρχεται αυτός, ένας άνθρωπος της Εκκλησίας, κατά τεκμήριον συντηρητικός, να ξεγυμνώσει με έναν καταγγελτικό λόγο, ισάξιο του Τσάβες, την αθλιότητα του σημερινού ιμπεριαλισμού και της «ντοπιανής» νομενκλατούρας. Αντιτάσσεται ενεργά στον εγκληματικό βομβαρδισμό του Κοσσυφοπεδίου και του Βελιγραδίου, στην ιμπεριαλιστική εισβολή στο Ιράκ, στα νεοταξικά σχέδια Ανάν-ΗΠΑ-Βρετανίας για την Κύπρο, στην σφαγή στον Λίβανο από το σιωνιστικό Ισραήλ. Η εκκλησιαστική οργάνωση «Αλληλεγγύη» στέλνει συνέχεια αποστολές τροφίμων, φαρμάκων και ρουχισμού στους δοκιμαζόμενους λαούς από το Αφγανιστάν μέχρι την Παλαιστίνη. Το καλοκαίρι του 2006 πηγαίνει ο ίδιος με το αεροπλάνο της αποστολής στην Μέση Ανατολή και συναντά τους Μουσουλμάνους ηγέτες Συρίας και Λιβάνου, την ώρα που η Χεζμπολλάχ είναι ο υπ’ αριθμόν 1 εχθρός των Ηνωμένων Πολιτειών και του Τελ Αβίβ.

Αρκούν μόνον αυτά για να εξηγηθεί ο λυσσαλέος πόλεμος που έγινε εναντίον του από τις μυστικές υπηρεσίες των Επικυρίαρχων, τους μισθοφόρους της Νέας Τάξης και τους «χρήσιμους ηλίθιους» της Παγκοσμιοποίησης μέσα και έξω από την Εκκλησία. Τα προσχήματα για τις αδιάκοπες επιθέσεις που δέχτηκε, πολλά και αντιφατικά. ʼλλοι τον κατηγόρησαν για «εξτρεμισμό», άλλοι για «εθνικισμό», άλλοι του απέδωσαν μομφή ότι «εκκοσμίκευσε» την εκκλησία και απέλειπε το «πνευματικό» έργο της. Στο πρόσωπό του, όμως, πολεμούσαν τον Αντι-ιμπεριαλισμό, τον Πατριωτισμό, τον Ελληνισμό. Επιχείρησαν να τον εξοντώσουν και με «ροζ» σκάνδαλα και την περίφημη «Βαβυλιάδα», αλλά δεν τα κατάφεραν. Ο Χριστόδουλος έμενε όρθιος γιατί τον «πήγαινε» ο λαός.

Κι ο λαός το ήξερε και τον στήριζε γιατί αντιτάχθηκε στα σχέδια της Νέας Τάξης, στην Παγκοσμιοποίηση που θέλει να κάνει τους ανθρώπους «κιμά» και στο μύθευμα του «πολιτισμού των πολιτισμών»: «Πρώτον μεν, ως χριστιανός, αρνούμαι να δεχθώ τον συγκρητισμό που θέλει τους ανθρώπους «όμοια μεν λαλούντας, ανόμοια δε φρονούντας ». Δεύτερον δε, διότι η σύγκριση στηρίζεται και προωθεί την απίσχναση της ιδιοπροσωπίας κάθε πολιτισμού, την αντικατάσταση των ζωπύρων δυνάμεών του με απόπειρες κατασκευής κοινών στοιχείων. Διότι τα ζώπυρα υπάρχουν και δίνουν δύναμη, μόνον εφ’ όσον υπερασπίζουν την ενότητα και τη μοναδικότητα του πολιτισμού τους. Ο πολιτισμός γεννιέται στα κεφαλόβρυσα, όχι στα δίκτυα ύδρευσης. Είναι δημιουργία, δεν είναι παράφραση με σκοπιμότητες όσο καλής προαίρεσης ή χρηστικές κι αν είναι οι σκοπιμότητες». (7 Μαΐου 2004).

Μιλώντας σ’ ένα συνέδριο για την «παγκόσμια οικονομία», στις 29 Μαΐου του 2001, καταγγέλλει την αμερικανική πολιτική ηγεσία ότι οδηγεί στην διάλυση των εθνικών ταυτοτήτων και κρατών και στην αντικατάστασή τους «από πεινασμένες μη-κρατικές οντότητες», όπως οι πολυεθνικές, η μαφία, τα καρτέλ ναρκωτικών, των εμπόρων όπλων, κ.λπ., χρησιμοποιώντας τα λόγια του Γάλλου συγγραφέα Jacques Attali. Προχωράει ακόμα πιο βαθειά το μαχαίρι στο κόκκαλο και, από το βήμα του συνεδρίου…, ξεπερνάει και εμάς εδώ στο Τρίτο Μάτι λέγοντας ότι η παγκοσμιοποίηση «θα καταστρέψει τις εθνικές ταυτότητες, τις γλώσσες και παραδόσεις, όχι όμως για να δώσει τα ηνία του κόσμου στην αφελέστατη πολιτική ηγεσία της Ουάσιγκτων, αλλά για να τα δώσει στα χέρια των αόρατων νονών του παγκοσμίου εγκλήματος, στα χέρια των πανίσχυρων εκείνων που θησαυρίζουν από την βιολογική και ηθική εξόντωση του ανθρώπου».

Ξεσκεπάζει το παραμύθι ότι η παγκοσμιοποίηση είναι «μια αναπόφευκτη κατάσταση», λέγοντας «αναπόφευκτες όμως είναι πολλές συμφορές, αυτό δεν μας υποχρεώνει να μεταβληθούμε σε χειροκροτητές των συμφορών  το αντίθετο, μας υποχρεώνει να βρούμε τρόπους επιβίωσης του ανθρώπου και του πολιτισμού». Μετά το φθινόπωρο του 2006 αντέδρασε αποφασιστικά στα αφασικά «νέα βιβλία» της ιστορίας, που τελικά αναθεωρούνται αντιτείνοντας στην υποβάθμιση του ’21 ότι «χωρίς αμφιβολία η Επανάσταση του 1821 είναι το πιο σημαντικό εθνικό, πολιτικό και ηθικό γεγονός της Νεοελληνικής μας Ιστορίας και από τα αξιολογώτερα συμβάντα της νεώτερης Ευρωπαϊκής Ιστορίας». (Αίθουσα Παλαιάς Βουλής, 25 Απριλίου 2007)

Αλλά, εκεί που η σύγκρουσή του με τα ιμπεριαλιστικά σχέδια και τα νεοταξικά συμφέροντα κορυφώθηκε, ήταν στον αγώνα κατά του αθλίου και εθνοκτόνου Σχεδίου Ανάν στο Κυπριακό.

Όσοι ζήσαμε την εμπνευσμένη ομιλία του το Πάσχα του 2004 στο Σύνταγμα, κατά την συνάντηση των Επιταφίων, είμαστε τυχεροί που είχαμε αυτή την τύχη και δεν θα τον ξεχάσουμε ποτέ. Εν όψει του δημοψηφίσματος στην Λευκωσία και μέσα στην αγωνία για το μέλλον του Κυπριακού Ελληνισμού, ο Χριστόδουλος λάβρος, καταδίκαζε έξω από τα δόντια τους «εμπόρους των εθνών, τους σταυρωτήδες του Χριστού, που θέλουν να σταυρώνουν τα έθνη σήμερα με την Νέα Τάξη»… Επρόκειτο για μια σαφέστατη γροθιά στον παγκόσμιο νεοταξικό «ιστό» και στο σύστημα του ελληνικού αριστερο-δεξιού ενδοτισμού, που είχε συστρατευθεί με τα αγγλοαμερικανικά σχέδια. Με την στάση του προσέφερε μεγάλη ενίσχυση στον αγώνα που έδινε στην Κύπρο ο Τάσσος Παπαδόπουλος.

Τα λυτρωτικά αποτελέσματα του δημοψηφίσματος, το συντριπτικό 76% του ΟΧΙ, που έκαναν τους εχθρούς μας, και προσωπικούς εχθρούς του πλέον, να «αφρίσουν», τον κατέγραψαν οριστικά ως νέο «Μακάριο». Κι όπως ο Κύπριος μακαριστός Αρχιεπίσκοπος και Εθνάρχης ήταν ο πρώτος στόχος του ιμπεριαλισμού την Ψυχροπολεμική περίοδο, κάτι ανάλογο έγινε και με τον μακαριστό Χριστόδουλο.

Το ενδιαφέρον του για τα εθνικά θέματα

Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος ταυτίστηκε εξ αρχής με τα «ΟΧΙ» του Ελληνισμού μη κάνοντας το χατίρι στην Λερναία Ύδρα του εθνομηδενισμού να ασχοληθεί μόνον «με τα πνευματικά του καθήκοντα». Δηλαδή να υπηρετήσει την ένοχη σιωπή και τον ψοφοειδή «Οικουμενισμό» της νέας εποχής.

Ο Χριστόδουλος νοιαζόταν για το ελληνικό έθνος πραγματικά και αυτό το έδειχνε μέσα από τα πύρινα κηρύγματά του. Καταδίκαζε πάντα με παρρησία τον ενδοτισμό και τους ατζέντηδες του νέο-οθωμανισμού, κάνοντας τους τελευταίους έξαλλους όταν είπε ότι η «βάρβαρη Τουρκία» δεν έχει θέση στην Ενωμένη Ευρώπη:

«Πόσο δύσκολοι είμαστε οι νεοέλληνες να αρθρώσουμε την αλήθεια στο μέτρο της! Με φειδώ και ταπεινά προφέρουμε τα λόγια μας ώστε να μην ηχήσουν σαν καμπάνες και να μην ξυπνήσουν τον γείτονα! Τι φοβόμαστε άραγε; Μειώνουμε τις εντάσεις, αμβλύνουμε τις αιχμές, μαζεύουμε τα πόδια μας πάνω στη γη και τη θάλασσά μας, καταπνίγουμε την φωνή των παιδιών μας που ζητούν δικαίωση. Γιατί άραγε να μην έπρατταν και οι γείτονες το ίδιο;» (19/05/2007, Χαιρετισμός σε εκδήλωση του Ποντιακού Ελληνισμού).

Σαφής και μαχητική ήταν η θέση του και στο «Μακεδονικό» ζήτημα. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ταυτότητα» δήλωνε τον Ιανουάριο του 2001, ότι «νομιμοποιούμε τους σφετεριστές του ονόματος και το καταργούμε από τους ίδιους που αισθάνονται και είναι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Αριστοτέλη και των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, οι οποίοι ευλόγως φοβούνται ότι σε λίγο καιρό αν δοθεί το όνομα στους γείτονες με τον όρο "Μακεδονία" δεν θα μπορούν να ονομάζονται οι ίδιοι Μακεδόνες. Φοβούνται δηλαδή ότι όσοι απεργάσθηκαν την ονομασία θα τους απαγορεύσουν μελλοντικά να την χρησιμοποιούν και σε λίγο δεν αποκλείεται οι Σκοπιανοί να αποκτήσουν και "νόμιμες" διεκδικήσεις για την Θεσσαλονίκη…».

Ανατρέχοντας στον Ίωνα Δραγούμη, έλεγε: «Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει. Θα μας σώσει από τη βρώμα όπου κυλιούμαστε, θα μας σώσει από τη μετριότητα κι από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μάς ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε». (17/10/2004).

Σε απάντηση των επικριτών του ότι καλλιεργεί τον εθνικισμό, δήλωνε ότι πρέπει να μάθουμε να ξεχωρίζουμε το «εθνικό χρέος» από την «εθνοκαπηλεία», την θυσία από την χρησιμοθηρία: «Ίσως είναι ανάγκη να διευκρινίσω ότι η Εκκλησία, μιλώντας για ενότητα του Γένους μας μέσα στην ιστορία, σε πείσμα όλων των μεταλλαγών και των προσμίξεων, δεν εκφέρει ρατσιστικό ή εθνικιστικό λόγο.

Ρατσιστική θα ήταν πράγματι η εμμονή της Εκκλησίας στην καταξίωση της εθνικής ταυτότητος, εάν αναφερόταν σε «καθαρότητα αίματος» της φυλής των Ελλήνων. Αλλά η Εκκλησία δεν εννοεί αυτό, και θα ήταν ξένο προς το πνεύμα της να έχει άποψιν επ’ αυτού.
Εθνικιστικός θα ήταν ο λόγος της, εάν θεωρούσε την ιστορική ενότητα ως ιδιότητα ή χάρισμα αποκλειστικώς και μόνον του ελληνικού έθνους. Κι ακόμη πιο έντονα εθνικιστικό θα ήταν εάν υποδήλωνε ότι η ενότητα αυτή, δίνει στον ελληνισμό δικαίωμα ηγεμονίας επί των άλλων λαών». (10/01/2006).

Είχε ομολογήσει ότι μετά την χούντα, το 1974, όταν ανέλαβε την μητρόπολη Βόλου, είπε μέσα του ότι δεν θα ξανασυναινέσει σε …«μια εκκλησία που δεν υψώνει την φωνή, δεν διαμαρτύρεται… αυτά πρέπει να ανήκουν στο παρελθόν».

Είχε κατηγορηθεί ότι δεν αντέδρασε στην δικτατορία και έκανε το λάθος να ισχυρισθεί ότι «τότε μελετούσε». Ένα ακόμα λάθος του ήταν ότι ποτέ δεν μπήκε στο Πολυτεχνείο να καταθέσει στεφάνι γιατί φοβόταν «μην γίνει θύμα προπηλακισμών από τους αναρχικούς …όχι για τον ίδιο αλλά για την Εκκλησία» (δηλώσεις του τον Νοέμβριο του 1998).

Ο έμφυτος συντηρητισμός του, που τον χαρακτήριζε από την εφηβική ηλικία (έδινε πάντα την εικόνα του «καλού παιδιού»), δεν τον άφησε να υπερβεί ορισμένες καταστάσεις, ξεπέρασε όμως τον διαχωρισμό «ή παπάς ή ζευγάς».

Επικαλείτο γι’ αυτό το παράδειγμα των Ιεραρχών της Μακεδονίας, που προετοίμασαν το έδαφος στις ψυχές των υποδούλων, «Το των ψυχών έδαφος», και θυσιάστηκαν υπέρ του Γένους. Μιλώντας στο ʼργος Ορεστικόν τον Οκτώβριο του 2004, είπε γι’ αυτούς: «Επορεύθησαν με την απόφαση να πεθάνουν, όπως τόσοι άλλοι πριν από αυτούς. Επάσχισαν να συνεγείρουν τον πολυπράγμονα Ελληνισμόν και διετήρησαν το καντήλι του Γένους αναμμένο παρά τους βορειάδες που φυσούσαν απειλητικοί. Αν σήμερα υπάρχει Μακεδονία πολλά οφείλονται σ’ αυτούς».

Η έμπρακτη απάντησή του σε όσους θέλουν μια εκκλησία άφωνη, εσωστρεφή, στην γωνία της κοινωνίας και υποχείριο του Μαμμωνά, ήταν «και παπάς και ζευγάς». Ζούσε κάθε ημέρα με ένταση μέσα στο «μέγα ελληνικό συλλείτουργο». Έβλεπε ζωντανό το ελληνικό πνεύμα στην διαχρονία του, από τον Όμηρο στους Πατέρες, και εξηγούσε ότι η κραυγή «Ελευθερία ή Θάνατος» βγαίνει από τα ίδια στήθη που βγήκε η κραυγή «Ίτε παίδες Ελλήνων!», κι από τα ίδια στήθη που αιώνες τώρα βγαίνουν οι «Χαιρετισμοί τη Υπερμάχω». (Αθήνα, 10/01/2006)

Γενναίος μέχρι το τέλος

Ο Χριστόδουλος δεν θα μείνει στην μνήμη μας μόνο για τον εθνικό του ρόλο ή για την αντίστασή του στις προσταγές και τις μηχανορραφίες της Νέας Τάξης στην περιοχή μας.

Ανέπτυξε δράσεις σημαντικές και στον τομέα των διεθνών σχέσεων με τα ταξίδια του στο εξωτερικό (Ρωσσία, Ρώμη, Πολωνία, Κύπρο και αλλού) και στον τομέα του εκσυγχρονισμού της λειτουργίας της Εκκλησίας (επιτροπές για βιοηθική, πληροφορική, ψηφιοποίηση κειμένων και εισαγωγή στο Internet κ.λπ.). Είναι γεγονός ότι το έργο του σε αυτούς τους τομείς δεν ολοκληρώθηκε γιατί οι ρυθμοί της Ορθοδοξίας είναι πολύ αργοί και τα δέκα χρόνια δεν επαρκούσαν για να φανεί. Έθεσε όμως τις βάσεις. Κατάφερε και εκμαίευσε την συγγνώμη του Πάπα για τις θηριωδίες των Σταυροφόρων. Έρριξε γέφυρες προς το Βατικανό με το ταξίδι του στην Ρώμη, τον Δεκέμβριο του 2006. Ώθησε την Εκκλησία να πάρει πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του ανθρώπινου πόνου, για τους απόρους, τους άστεγους, τους ναρκομανείς…

Προώθησε μέτρα και πήρε αποφάσεις για τους πολύτεκνους της Θράκης, για την δωρεά οργάνων, για την βιοηθική, για το AIDS κ.λπ…

Ο μεστός λόγος του, η πλούσια αρθρογραφία του, η γλωσσομάθειά του –μιλούσε τέσσερις γλώσσες-, το ογκώδες πνευματικό-επιστημονικό έργο του, το οποίο δεν προβλήθηκε ποτέ από τα μέσα μαζικής αποβλάκωσης (που αρκούντο στα ανέκδοτά του μόνον) τον αναδεικνύουν ως έναν από τους πιο μορφωμένους Έλληνες της σύγχρονης εποχής.

Ο εκρηκτικός του χαρακτήρας τον έφερε σε κατά μέτωπο σύγκρουση με πολλούς εσωτερικούς και εξωτερικούς ισχυρούς παράγοντες. Οι σχέσεις του με το Οικουμενικό Πατριαρχείο έφθασαν στα όρια του σχίσματος. Συγκρούσθηκε με πολλούς. Πάλεψε μέχρι την τελευταία στιγμή. Πολεμήθηκε επίσης. Δεν του συγχώρεσαν ότι δεν έμεινε ένας «απλός παπάς», αλλά ήτανε Φάρος της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού. Και δεν το έκρυβε. Είναι αξιοσημείωτο ότι ακόμα και μετά την αποτυχημένη μεταμόσχευση στο Μαϊάμι… συναντήθηκε με Αμερικανό βουλευτή ο οποίος ανήκει σε εχθρικό «λόμπυ» στα εθνικά μας θέματα και κατάφερε με το απίστευτο «λέγειν» του να τον ταρακουνήσει. Σε όλη την διάρκεια της παραμονής του στο Μαϊάμι δεχόταν πλήθος επισκέψεων, δίνοντας την εντύπωση υγιούς ανθρώπου, συμβουλεύοντας τους πάντες για όλα τα τεκταινόμενα στην Ομογένεια, στην Ελλάδα και την Εκκλησία, χωρίς να παραπονιέται ποτέ για τίποτα. Η καρτερία του και η πίστη του στον Θεό ταραζόταν μόνο από την σκέψη του για τις απειλές κατά της πατρίδας… «Οι γενίτσαροι, οι οποίοι εμφανίζονται τον τελευταίο καιρό, υψώνουν θρασεία κεφαλή προκειμένου να αμφισβητήσουν αναμφισβήτητα πράγματα»…, έλεγε και ξανάλεγε.

Το ποιοι χάρηκαν από τον θάνατό του φάνηκε αμέσως μετά τις 5:15 το πρωΐ της 28ης Ιανουαρίου στις τηλεοπτικές συζητήσεις και στα δημοσιεύματα, που δεν έκρυβαν την ανακούφισή τους για το τέλος στην 10ετή περιπέτεια της Ελλαδικής Εκκλησίας… Τις δύσκολες ώρες της εναντίον του χυδαιολογίας τις είχε προβλέψει: «Ο Αρχιεπίσκοπος ΔΕΝ παραιτείται, εξοντώνεται από τους εχθρούς του».

Ήξερε καλά, σαν άλλος Μακρυγιάννης, ότι οι δολοπλοκίες, οι ξενοδουλείες, οι ξερριζωμοί, η αχαριστία είχαν επανειλημμένα μ’ έναν τρελλό χορό ξεστρατίσει το έθνος από την πορεία του και μαγαρίσει την ιερή υπόθεση της ελευθερίας.

ʼντεξε όσο άντεξε γιατί τον στήριζε αδιαλείπτως το ακατέβατο 82% του Ελληνικού λαού, όπως καταγραφόταν σε όλες τις δημοσκοπήσεις (70% υπέρ του στους νέους από 18-24 ετών). Το 80% συμφωνούσε μαζί του στο να παίρνει θέσεις στα εθνικά μας θέματα.

Το απίστευτο αυτό ποσοστό έγινε «αι γενεαί πάσαι» στο τριήμερο λαϊκό προσκύνημα και την κηδεία του, αψηφώντας την πρωτοφανή κακοκαιρία.

Την ώρα που στον επιλεγμένο χώρο του Α’ Νεκροταφείου ακούστηκε το «ʼνδρες οπλίσατε / τον νεκρό τιμήσατε / πυρ» και έπεσαν οι αποχαιρετιστήριες βολές στον αέρα σε τρεις χρόνους, η Ελλάδα έχανε οριστικά έναν Γενναίο. Έναν Έλληνα που σε εποχές αντίξοες υπηρέτησε συνειδητά τα εθνικά συμφέροντα πέραν κάθε κόστους.

http://www.antibaro.gr