Κατηγορίες

 Ορθοδοξία, Ευρώπη και Εθνικά Θέματα

Αρχική σελίδα
Εξωτ. πολιτική/ Διπλωματία
Εθνικά θέματα
Κοινωνία
Πολιτισμός
Θρησκεία
Διεθνή
Βιβλιογραφία/ Συνδέσεις
Εκδηλώσεις
Οπτικοακουστικό
υλικό
Δελτία
Ενημέρωσης
Ιστολόγιο
Αντίβαρου
Άγρα γραπτών
Πρόσφατα κείμενα
Με χρονολογική σειρά.
Δελτίο ενημέρωσης!
Εγγραφή Διαγραφή
Συγγραφείς

Αθανάσιος Γιουσμάς
Άθως Γ. Τσούτσος
Άκης Καλαιτζίδης
Αλέξανδρος Γερμανός
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας
Αλέξανδρος Κούτσης
Αμαλία Ηλιάδη
Ανδρέας Σταλίδης
Ανδρέας Φαρμάκης
Ανδρέας Φιλίππου
Αντώνης Κ. Ανδρουλιδάκης
Αντώνης Λαμπίδης
Αντώνης Παυλίδης
Απόστολος Αλεξάνδρου
Απόστολος Αναγνώστου
Αριστείδης Καρατζάς
Αχιλλέας Αιμιλιανίδης
Βάιος Φασούλας
Βαν Κουφαδάκης
Βασίλης Γκατζούλης
Βασίλης Ζούκος
Βασίλης Κυρατζόπουλος
Βασίλης Πάνος
Βασίλης Στοιλόπουλος
Βασίλης Ν. Τριανταφυλλίδης
(Χάρρυ Κλυνν)
Βασίλης Φτωχόπουλος
Βένιος Αγελόπουλος
Βίας Λειβαδάς
Βλάσης Αγτζίδης
Γεράσιμος Παναγιωτάτος-Τζάκης
Γιάννης Διακογιάννης
Γιάννης Θεοφύλακτος
Γιάννης Παπαθανασόπουλος
Γιάννης Τζιουράς
Γιώργος Αλεξάνδρου
Γιώργος Βλαχόπουλος
Γιώργος Βοσκόπουλος
Γιώργος Βότσης
Γιώργος Κακαρελίδης
Γιώργος Καστρινάκης
Γιώργος Κεκαυμένος
Γιώργος Κεντάς
Γιώργος Κολοκοτρώνης
Γιώργος Κουτσογιάννης
Γιώργος Νεκτάριος Λόης
Γιώργος Μαρκάκης
Γιώργος Μάτσος
Γιώργος Παπαγιαννόπουλος
Γιώργος Σκουταρίδης
Γιώργος Τασιόπουλος
Γλαύκος Χρίστης
Δημήτρης Αλευρομάγειρος
Δημήτρης Γιαννόπουλος
Δημήτριος Δήμου
Δημήτρης Μηλιάδης
Δημήτριος Γερούκαλης
Δημήτριος Α. Μάος
Δημήτριος Νατσιός
Διαμαντής Μπασάντης
Διονύσης Κονταρίνης
Διονύσιος Καραχάλιος
Ειρήνη Στασινοπούλου
Ελένη Lang - Γρυπάρη
Ελευθερία Μαντζούκου
Ελευθέριος Λάριος
Ελλη Γρατσία Ιερομνήμων
Ηλίας Ηλιόπουλος
Θεόδωρος Μπατρακούλης
Θεόδωρος Ορέστης Γ. Σκαπινάκης
Θεοφάνης Μαλκίδης
Θύμιος Παπανικολάου
Θωμάς Δρίτσας
Ιωάννης Μιχαλόπουλος
Ιωάννης Χαραλαμπίδης
Ιωάννης Γερμανός
Κρίτων Σαλπιγκτής
Κυριάκος Κατσιμάνης
Κυριάκος Σ. Κολοβός
Κωνσταντίνος Αλεξάνδρου Σταμπουλής
Κωνσταντίνος Ναλμπάντης
Κωνσταντίνος Ρωμανός
Κωνσταντίνος Χολέβας
Λαμπρινή Θωμά
Μαίρη Σακελλαροπούλου
Μανώλης Βασιλάκης
Μανώλης Εγγλέζος - Δεληγιαννάκης
Μάρκος Παπαευαγγέλου
Μάρω Σιδέρη
Μιλτιάδης Σ.
Μιχάλης Χαραλαμπίδης
Μιχάλης Κ. Γκιόκας
Νέστωρ Παταλιάκας
Νικόλαος Μάρτης
Νίκος Ζυγογιάννης
Νίκος Καλογερόπουλος Kaloy
Νίκος Λυγερός
Νίκος Παπανικολάου
Νίκος Σαραντάκης
Νίνα Γκατζούλη
Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας
Παναγιώτης Ανανιάδης
Παναγιώτης Ήφαιστος
Παναγιώτης Α. Καράμπελας
Παναγιώτης Καρτσωνάκης
Παναγιώτης Φαραντάκης
Παναγιώτης Χαρατζόπουλος
Πανίκος Ελευθερίου
Πάνος Ιωαννίδης
Πασχάλης Χριστοδούλου
Παύλος Βαταβάλης
Σοφία Οικονομίδου
Σπυριδούλα Γρ. Γκουβέρη
Σταύρος Σταυρίδης
Σταύρος Καρκαλέτσης
Στέλιος Θεοδούλου
Στέλιος Μυστακίδης
Στέλιος Πέτρου
Στέφανος Γοντικάκης
Σωτήριος Γεωργιάδης
Τάσος Κάρτας
Φαήλος Κρανιδιώτης
Φειδίας Μπουρλάς
Χρήστος Ανδρέου
Χρήστος Δημητριάδης
Χρήστος Κηπουρός
Χρήστος Κορκόβελος
Χρήστος Μυστιλιάδης
Χρήστος Σαρτζετάκης
Χριστιάνα Λούπα
Χρίστος Δαγρές
Χρίστος Δ. Κατσέτος
Χρύσανθος Λαζαρίδης
Χρύσανθος Σιχλιμοίρης
Gene Rossides
Marcus A. Templar

Επικοινωνία
Οι απόψεις σας είναι ευπρόσδεκτες!

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ.

Συνέντευξη του Κωνσταντίνου Χολέβα, Πολιτικού Επιστήμονος - Συγγραφέως, στον Αλέξη Λιώλη και στην εβδομαδιαία εφημερίδα ΤΑ ΓΙΑΝΝΙΝΑ Ιωαννίνων.

( 7 Οκτωβρίου και 14 Οκτωβρίου 2003)

 

Να παραδεχτούμε, αρχικά, ότι οι δρόμοι Ελληνισμού και Ορθοδοξίας ήταν κοινοί στην ιστορική τους διαδρομή. Να δούμε, όμως, πόσο κοντά βρίσκονται αυτοί οι δύο πόλοι σήμερα και πως μπορούν να πορευθούν μέσα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Συμφωνώ ότι ο Ελληνισμός επιβίωσε με τη βοήθεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά η Ορθοδοξία είναι μια πνευματική δύναμη κι ένα μέγεθος οικουμενικό, επομένως η Ορθοδοξία θα μπορούσε να υπάρξει και χωρίς τον Ελληνισμό. Ο Ελληνισμός - κατά τη δική μου ιστορική ανάλυση και πολλών άλλων - δε θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την Ορθοδοξία.

Σήμερα, στην ενωμένη Ευρώπη βλέπουμε ότι υπάρχει μια αναζήτηση ταυτότητας. Και η ίδια η Ευρώπη αναζητεί ταυτότητα κι έχουμε τη συζήτηση: Διαφωτισμός; Χριστιανική Ευρώπη; Υπάρχει ταυτότητα; Δεν θα υπάρχει ταυτότητα; Αλλά και κάθε λαός μέσα στην Ευρώπη έχει καταλάβει ότι πρέπει να διατηρήσει τη δική του εθνική αυτοσυνειδησία. Ενώ η Ευρώπη ξεκίνησε πριν από είκοσι χρόνια μ’ εκείνες τις θεωρίες του Μιττεράν, που έλεγε ότι πρώτα απ’ όλα είμαστε Ευρωπαίοι με μια σημαία, μ’ ένα εθνικό ύμνο, σήμερα βλέπουμε ότι οι μεγαλύτεροι πολιτικοί ηγέτες της Ευρώπης λένε ότι πρώτα απ’ όλα είμαστε το έθνος μας και στη συνέχεια είμαστε και Ευρωπαίοι. Και γι’ αυτό βλέπουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση παραδέχεται ότι δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς την αναγνώριση της εθνικής ταυτότητας των λαών, των κρατών - μελών.

Άρα, λοιπόν, η Ελλάδα έχει ένα σημαντικό ρόλο μέσα στην Ευρώπη: να λειτουργήσει και ευρωπαϊκά και εθνικά. Κανείς δεν απεμπολεί τα εθνικά του συμφέροντα και όλοι βλέπουν την Ε.Ε. σαν ένα forum ιδεών και συμφερόντων που ο καθένας κοιτάζει να προωθήσει, όσο γίνεται περισσότερο, τα δικά του εθνικά συμφέροντα. Παράλληλα, θα πρέπει να διατηρήσουμε την πολιτιστική μας ιδιοπροσωπία, ως Ορθόδοξοι και Έλληνες, να μιλήσουμε στους Ευρωπαίους για την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό και να γνωρίζουμε ότι η Ευρώπη δεν είναι ούτε ο «μπαμπούλας» που φταίει για όλα, ούτε από την άλλη μεριά ένας τόπος ανθόσπαρτος. Υπάρχουν και δυνάμεις που είναι αντίθετες με τη δική μας παράδοση, υπάρχουν και αρνητικές επιδράσεις και επιρροές από το παρελθόν, αλλά πρέπει δημιουργικά να αγωνιστούμε και για να βοηθήσουμε την ευρωπαϊκή ταυτότητα να σφυληρατηθεί και για να κρατήσουμε και τη δική μας αυτοσυνειδησία.

-Πάντως και το νέο Ευρωπαϊκό Σχέδιο Συντάγματος προβλέπει τη διατήρηση της εθνικής και πολιτιστικής ταυτότητας και ιδιαιτερότητας του κάθε λαού.

-Βεβαίως. Αυτό το Σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης, όπως λέγεται, το οποίο αναμένεται να οριστικοποιηθεί στους επόμενους μήνες, έχει πολλές αναφορές στην εθνική ταυτότητα των λαών και μάλιστα έχει ορισμένα ενδιαφέροντα στοιχεία, τα οποία, νομίζω, πρέπει να προσεχθούν. Αναφέρει ότι ο ρόλος που παίζει μια Εκκλησία ή μια θρησκευτική κοινότητα σε μία χώρα είναι ένα θέμα που το ρυθμίζει αυτός ο λαός μόνος του. Δηλαδή, δεν ισχύει αυτό που έλεγαν ορισμένοι, κάποιοι super-μοντερνιστές στην Ελλάδα, ότι είμαστε τώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και δεν μπορεί στο Σύνταγμα μέσα να έχουμε την Αγία Τριάδα ή να λέμε για επικρατούσα Θρησκεία - Εκκλησία. Όχι, είναι λάθος. Η Ευρώπη αναγνωρίζει ότι, αν η Ορθοδοξία θα έχει τον ά ή β΄ρόλο σε μια κοινωνία όπως η ελληνική ή στην Αυστρία ο Καθολικισμός, αυτό είναι θέμα του λαού του ίδιου. Δηλαδή, ο λαός, οι βουλευτές του, θα ρυθμίζουν αυτά τα θέματα. Και γενικότερα, θα έλεγα, ότι η Ευρώπη ισορροπεί μεταξύ ενός ακραίου ομοσπονδιακού μοντέλου, το οποίο σήμερα δεν μπορεί να επιτύχει, -δηλαδή δεν πάμε για μια Ευρώπη υπερ-κράτος, όπου οι Βρυξέλλες θα ρυθμίζουν τα πάντα - και μιας χαλαρότητας, μιας τοπικότητας, που θα δίνει τη δυνατότητα, σε ορισμένα σημεία, τα κράτη μέλη να έχουν τη δική τους γραμμή. Δηλαδή, να το πούμε απλά. Στα οικονομικά θέματα και σε ορισμένα σημεία εξωτερικής πολιτικής η Ευρωπαϊκή πολιτική πάει να γίνει ενιαία. Αλλά σε θέματα εθνικής ταυτότητας, παιδείας, πολιτισμού, Εκκλησίας, παραμένει ο κύριος ρόλος των εθνικών κρατών και των κοινοβουλίων.

-Επομένως δεν υπάρχει κανένα είδος απειλής για την Ελλάδα.

Η απειλή, για μένα, είναι κυρίως ο κακός μας εαυτός. Αν η Ελλάδα κινδυνεύει μέσα στην Ε.Ε., δεν είναι επειδή κάποιος κακός Ευρωπαίος «μπαμπούλας» έρχεται να μας δαγκώσει αλλά επειδή πολλές φορές εμείς οι ίδιοι απεμπολούμε την παιδεία μας και την ταυτότητα μας. Δεν νομίζω ότι υπήρξε κανείς Ευρωπαίος που να μας επέβαλε για παράδειγμα να καταργηθούν τα αρχαία Ελληνικά στα Γυμνάσια. Ευτυχώς επανήλθαν και, μάλιστα, με ένα πιο σύγχρονο τρόπο. Πολλές φορές, νομίζω, βγάζουμε μόνοι μας τα μάτια μας σε μια εποχή που η ίδια η Ευρώπη αναγνωρίζει την κλασσική παιδεία. Δέστε ότι ο Ζισκάρ Ντ’ Εστέν και οι σύμβουλοί του, έβαλαν στην προμετωπίδα του Ευρωπαϊκού, τρόπον τινά, Συντάγματος ένα κείμενο από τον Θουκυδίδη και μάλιστα στα Αρχαία Ελληνικά. Την ίδια εποχή, που εμείς αυτό το κείμενο, τον «Επιτάφιο» του Περικλέους, τον διδάσκουμε μόνο στο 1/3 των Ελλήνων μαθητών. Μόνο τα παιδιά που πάνε για Νομική, Φιλολογία, Θεολογία στην τρίτη Λυκείου διδάσκονται «Επιτάφιο». Όσοι θα γίνουν γιατροί, μηχανολόγοι, οικονομολόγοι δεν διδάσκονται «Επιτάφιο» Περικλέους, Έτσι είναι το σύστημα με αποτέλεσμα να έχουμε συρρικνώσει την κλασσική μας παιδεία. Άρα, λοιπόν, τη νέα εποχή που η Ευρώπη θέλει να σεβαστεί τον αρχαίο μας πολιτισμό, εμείς πάμε μόνοι μας και τον συρρικνώνουμε στα σχολεία μας. Άρα λοιπόν είναι θέμα του κακού μας εαυτού.

-Και πολύ, φοβάμαι, ότι κάποιοι μαθητές, ίσως, να μην γνωρίζουν ούτε καν τα ονόματα του Θουκυδίδη και του Περικλή.

Μα βλέπετε, στα παλαιότερα χρόνια σ’ όλη την Ευρώπη και στην Ελλάδα, ήταν δεδομένο ότι η παιδεία βασίζεται κυρίως στα κλασσικά γράμματα. Ακόμα, στη Βυζαντινή Ρωμανία, ενώ ήταν έντονη η χριστιανική Ορθόδοξη παράδοση, ο Όμηρος εθεωρείτο βασικό ανάγνωσμα. Σήμερα βλέπουμε στην Ευρώπη να υπάρχουν τάσεις καλλιέργειας των κλασσικών γραμμάτων. Για παράδειγμα, ενώ στη Γαλλία ο σοσιαλιστής υπουργός Παιδείας Ζακ Λαγκ, ήδη, από πέρυσι, επανέφερε τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά σε όλα τα Λύκεια, στην Ελλάδα υπάρχουν συζητήσεις για το αν θα καταργήσουμε τα αρχαία ελληνικά. Βλέπετε πάλι στα θρησκευτικά δεν διδάσκουμε τα Πατερικά κείμενα, που είναι γραμμένα σε μια γλώσσα πολύ κατανοητή και βοηθάει με τα νοήματά της τα Ελληνόπουλα. Γενικότερα, πιστεύω, ότι μερικές φορές κάνουμε μόνοι μας λάθη, όχι επειδή μας τα επιβάλλει η Ευρώπη αλλά διότι πορευόμαστε αντίθετα με το πνεύμα που υπάρχει μέσα στην Ε.Ε., η οποία θέλει την ιστορία να την διδάσκουμε και περιμένει από εμάς τους Έλληνες να συνεισφέρουμε προς αυτή τη κατεύθυνση. Εμείς, οι Έλληνες, θα έπρεπε να πρωταγωνιστούμε στο να προβάλλονται τα θέματα του Ελληνισμού, τα αρχαία ελληνικά, η Ορθοδοξία στην Ευρώπη. Άρα πρέπει να κάνουμε μία αυτοκριτική.

-Να έρθουμε όμως και στα καθ’ ημάς, στα εθνικά μας θέματα. Να μας περιγράψετε την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στα Βαλκάνια, στην Αλβανία και ειδικότερα στη Βόρειο Ήπειρο που μας ενδιαφέρει περισσότερο.

Νομίζω ότι εδώ και μερικά χρόνια παρατηρούμε μια ανισορροπία δυνάμεων στην περιοχή μας, μ’ έναν έντονο αλβανικό αλυτρωτισμό, ο οποίος αποθρασύνθηκε μετά τα γεγονότα στο Κοσσυφοπέδιο, όπου η Δύση μέσα σε μια νύχτα ανακάλυψε ότι οι τρομοκράτες του UCK είναι ανθρωπιστές, δημοκράτες και καλοί άνθρωποι. Από τότε πήρε ένα μήνυμα ο αλβανικός αλυτρωτισμός, ότι έχει ελεύθερο πεδίο δράσεως και ακολουθεί πιστά εδώ και πέντε χρόνια το δόγμα της Αλβανικής Ακαδημίας Επιστημών, που λέει ότι οι Αλβανοί εκτός Αλβανίας είναι πιο πολλοί από τους εντός Αλβανίας και διεκδικούν ανεξάρτητο Κοσσυφοπέδιο, αυτονομία για τους Αλβανούς των Σκοπίων και αναγνώριση Αλβανικής μειονότητας στην Ελλάδα χωρίς να μας λένε ποιοι είναι αυτοί.

Παράλληλα, έχουμε και τον βουλγαρικό εθνικισμό. Ήδη, το 1998 η Βουλγαρική Ακαδημία και ο Στρατός εξέδωσαν το Βουλγαρικό Εθνικό Δόγμα που λέει ότι γύρω γύρω από τη Βουλγαρία κατοικούνε Βουλγαρικές μειονότητες, άρα και στην Ελλάδα και παντού. Αυτές οι δύο δυνάμεις και ειδικά ο Αλβανικός αλυτρωτισμός αποσταθεροποιούν τα Βαλκάνια και μεταξύ των δύο θα συνθλιβεί συντόμως το κράτος των Σκοπίων, που προβλέπω ότι δεν έχει μέλλον. Άρα θα κοπεί μεταξύ Αλβανικού και Βουλγαρικού κομματιού. Όλα αυτά δεν σημαίνει ότι εμείς οι Έλληνες θα πρέπει να τα βλέπουμε εγκυκλοπαιδικά, πρέπει να τα μελετούμε με πρόβλεψη, διότι αν το 1985 σας έλεγα ότι θα έχουμε Μακεδονικό θα μου έλεγε κανείς ότι βλέπω όνειρα. Πρέπει να προβλέπουμε. Έχουμε προβλήματα. Ειδικά στο θέμα των Σκοπίων πιστεύω ότι δεν πρέπει να παραχωρήσουμε το όνομα Μακεδονία για δύο λόγους: α) Εάν μεν το κράτος αυτό διαλυθεί, όπως οι ίδιοι το λένε, οι πολιτικοί αρχηγοί του κράτους, τότε η γενιά μας θα έχει εξευτελιστεί στην ιστορία. Θα λέει η Ιστορία ότι η γενιά του 2000 παρέδωσε το όνομα τη Μακεδονίας και τον πολιτισμό σε ένα κράτος το οποίο διαλύθηκε. β) Εάν από την άλλη μεριά επιβιώσει αυτό το κράτος, θα επιβιώσει με την ισχυρή ομπρέλα της Βουλγαρίας επάνω στο σλαβικό στοιχείο. Άρα, θα έχουμε παραχωρήσει το όνομα και τον πολιτισμό της Μακεδονίας σε κείνη τη χώρα η οποία εδώ και 130 χρόνια ξεκίνησε το Μακεδονικό ζήτημα.

Για το θέμα της Βορείου Ηπείρου πιστεύω ότι δεν πρέπει να υπνώττουμε. Σήμερα είναι κάπως καλύτερες οι σχέσεις Ελλάδος Αλβανίας και δεν είναι ο Μπερίσα στην εξουσία. Υπάρχει, όμως, ακόμα το διάταγμα περί μειονοτικής ζώνης, δηλαδή οι νόμοι του Χότζα και του Αλία ισχύουν ως προς τα σχολεία, οι Έλληνες της Κορυτσάς, ενώ βγάζουν δύο βουλευτές στις εκλογές, δεν αναγνωρίζονται ως Έλληνες και της Χιμάρας, ενώ οι Διεθνείς οργανισμοί τους αναγνωρίζουν ως Έλληνες, στην Αλβανία δεν θεωρούνται Έλληνες. Πιστεύω ότι, αν και στις επικείμενες Δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου δούμε πάλι καλπονοθείες και αυτά που είδαμε στις προηγούμενες εκλογές, τότε θα φανεί ότι εκεί υπάρχει η λεγόμενη γενοκτονία χαμηλών τόνων. Δηλαδή η Αλβανία έχει μια πονηρή πολιτική: από τη μια μεριά ζητάει από την Ελλάδα λεφτά, βοήθεια, να γίνει Ευρωπαϊκή χώρα, αλλά από την άλλη εξοντώνει τους Έλληνες χωρίς να βγάλει το χαντζάρι ποτέ ή τα καλάσνικωφ. Απειλεί τον Ελληνισμό με μια ψυχολογική τρομοκρατία, με διατάγματα, με δικαστικές αποφάσεις, με σχολεία που κλείνουν και δεν ανοίγουν και με τέτοιους τρόπους νομικίστικους.

Εγώ πιστεύω ότι θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, χωρίς ακρότητες. Η Ελλάδα είναι χώρα σταθερότητας. Δεν θέτουμε εμείς σήμερα θέμα αλλαγής συνόρων, αλλά πρέπει να θέτουμε θέματα, όπως με ποιο τρόπο, νομικά και πολιτιστικά, θα επιβιώσει εκεί ο Ελληνισμός, που δεν είναι μόνο αυτοί που μιλούν ελληνικά αλλά είναι και οι Βλάχοι. Είναι οι Βλαχόφωνοι της Βορείου Ηπείρου, οι οποίοι έχουν βγάλει κατά καιρούς μεγάλους εθνικούς ευεργέτες, έχουν δώσει αγώνες και σήμερα πρέπει να στηριχθούν και από τη μητέρα Ελλάδα.

 -Η Ορθόδοξη Εκκλησία στα Βαλκάνια σαφώς παίζει κάποιο ρόλο ή καλείται να παίξει κάποιο ρόλο. Ποιος είναι αυτός ο ρόλος;

Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι δύναμη ενοποιητική. «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί», διδάσκει ο Ιησούς Χριστός στους «Μακαρισμούς». Πιστεύω, πρώτα απ’ όλα, ότι πρέπει να είναι δύναμη ειρηνεύσεως και να μην ενθαρρύνει ακρότητες και πολεμοχαρείς διαθέσεις. Επιπλέον, η δύναμη της Ορθοδόξου Εκκλησίας στα Βαλκάνια υπήρξε πάντοτε και παιδευτική, εκπαιδευτική. Δεν είναι τυχαίο ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο επί Τουρκοκρατίας ουδέποτε καταπίεσε λαούς να γίνουν Έλληνες. Δεν ανάγκασε τον Σέρβο ή τον Βούλγαρο να γίνει Έλληνας. Αλλά δια της παιδευτικής του δυνάμεως φτάσαμε στο σημείο, μέχρι το 1880 - 1900 περίπου, οι επιφανείς Σέρβοι, Βούλγαροι και Ρουμάνοι να πηγαίνουν σε Ελληνικά σχολεία λόγω της Ορθοδόξου παραδόσεως που ενώνει του λαούς αυτούς. Πιστεύω, λοιπόν, σήμερα ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία θα πρέπει έτσι να λειτουργεί.

Η Εκκλησία της Ελλάδος έχει βοηθήσει στην αναγέννηση της Ορθοδοξίας στη Ρουμανία, στη Βουλγαρία και στη Σερβία. Στα Σκόπια έχουμε ένα πρόβλημα με τη σχισματική Εκκλησία των Σκοπίων, που ουδείς Ορθόδοξος την αναγνωρίζει και μας προκαλεί προβλήματα. Και ειδικά με το Σερβικό Πατριαρχείοβρίσκεται σε πολύ μεγάλη σύγκρουση και προσφάτως η σύγκρουση αυτή έχει εξελιχθεί σε πολιτική ένταση. Στην Αλβανία, ευτυχώς, με την προσωπικότητα του Αναστασίου τα πράγματα πάνε καλύτερα. Αλλά και εκεί θέλει προσοχή, διότι οι κυβερνήσεις αλλάζουνε και μπορεί να επανέλθουνε καταπιεστικά καθεστώτα.

Επίσης, θα πρέπει να προσέξουμε πάρα πολύ και την ανάμιξη των πολιτικών σχηματισμών μέσα στην Εκκλησία. Για παράδειγμα, στην Βουλγαρία, εδώ και 10 χρόνια υπάρχουν ουσιαστικά σχίσματα στην Εκκλησία λόγω των πολιτικών κομμάτων. Υπάρχει λοιπόν μία ανωριμότητα των βαλκανικών κοινωνιών, στις οποίες υπεισέρχονται και προπαγάνδες και ξένοι παράγοντες. Θέλω να πιστεύω ότι τελικά η Ορθόδοξη Εκκλησία, με την βοήθεια και της Ελλάδος, που είχε την τύχη να μην περάσει από τα καθεστώτα του αθεϊσμού, θα μπορέσει να ορθοποδήσει και να ενώσει τους ανθρώπους. Διότι στο κάτω κάτω, στα Βαλκάνια τα τελευταία τουλάχιστον 1000 χρόνια υπήρχε μια κοινοπολιτεία Ορθοδόξων λαών, με πάρα πολλά κοινά στοιχεία. Νομίζω ότι αυτό που έχει γράψει ένας Άγγλος, ρωσικής καταγωγής, Ντιμίτρι Ομπολένσκι, την «Βυζαντινή Κοινοπολιτεία», σήμερα πνευματικά μπορεί να γίνει μια Ορθόδοξη Κοινοπολιτεία με σεβασμό στα σύνορα και τους λαούς.

-Πιστεύετε ότι ο βασικότερος και ο υπ’ αριθμόν 1 κίνδυνος της Ελληνικής Εξωτερικής πολιτικής παραμένει η Τουρκία;

Σαφέστατα. Η Τουρκία παραμένει ο μεγάλος κίνδυνος, παραμένει μια δύναμη απειλής. Για παράδειγμα, θα σας πω δύο στοιχεία: α) Η Τουρκία διατηρεί σε ισχύ μία απόφαση της Εθνοσυνελεύσεως, της Βουλής δηλαδή, που λέει ότι θα μας κάνει πόλεμο αν ασκήσουμε το νόμιμο δικαίωμά μας, βάσει του Διεθνούς Δικαίου, να επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα από τα 6 στα 12 μίλια. Μία χώρα που σε απειλεί, όταν σκέφτεσαι να ασκήσεις ένα νόμιμο δικαίωμα, είναι χώρα «τραμπούκος». Και όμως αυτή η χώρα θέλει να μπει στην Ε.Ε. Και β) Στα επίσημα κείμενα του στρατού και στα σχολικά βιβλία της Τουρκίας, στο μάθημα εθνικής ασφαλείας, αμφισβητείται όχι μόνο το Αιγαίο, αλλά και η Ήπειρος, η Μακεδονία, η Θράκη και η Κρήτη, δηλαδή η μισή Ελλάδα.

Η Τουρκία είναι χώρα αποσταθεροποιητική και γι’ αυτό το λόγο θέλει μεγάλη προσοχή, παρά τους εναγκαλισμούς και τις προσπάθειες που καταβάλλει η Ευρώπη. Κάποτε κάναμε ήρωα τον κ. Τζέμ, μετά νομίζαμε εις μάτην, ότι ο Ερντογάν θα μας λύσει τα προβλήματα. Η γραμμή όμως παραμένει ενιαία. Είναι η γραμμή της στρατοκρατίας και, παρά τις προσπάθειες, δεν έχει αλλάξει αυτή η γραμμή. Στο εσωτερικό της Τουρκίας, μπορεί τα κόμματα να συγκρούονται, αλλά στα εθνικά τους θέματα έχουν μια ενιαία γραμμή.

-Και η πολυδιαφημιζόμενη Ελληνοτουρκική φιλία είναι τελικά ένα τέχνασμα;

Είναι για να κάνουν συναυλίες κάποιοι καλλιτέχνες. Νομίζω ότι δεν υπάρχει στην ουσία κάτι τέτοιο. Απεδείχθη ότι ήταν ένα ατελές σχέδιο της Εξωτερικής μας πολιτικής, που απλώς αποθράσυνε την Τουρκία. Θέλουμε τη φίλια, είμαστε λαός της ειρήνης και της αγάπης και ως χριστιανοί και ως δημοκρατικοί άνθρωποι. Αλλά όχι φιλία με απειλές. Καλό είναι να έχουμε και μια αποτρεπτική δύναμη. Η Τουρκία σε σέβεται όταν έχεις ισχυρό στρατό και όταν έχεις δυναμική εξωτερική πολιτική. Όταν δείχνεις έτοιμος να παραχωρήσεις και να υποχωρήσεις τότε αποθρασύνεται.

-Κλείνοντας να μας πείτε τα τρία σημεία στα οποία θα έπρεπε να σταθεί η ελληνική εξωτερική πολιτική.

Πρώτον, θα πρέπει η εξωτερική μας πολιτική να βασιστεί σε μια αποτρεπτική δύναμη, ισχυρή. Θα πρέπει να συνδυάσουμε διπλωματία με σωστή στρατιωτική και αμυντική πολιτική, ειδικά προς την Τουρκία. Το δεύτερο είναι να αξιοποιήσουμε τα διεθνή ερείσματα και ειδικά την Ευρωπαϊκή μας θέση. Αντί να είμαστε οι προπαγανδιστές της Τουρκίας μέσα στην Ευρώπη, ν αξιοποιήσουμε τη δική μας παρουσία ώστε να περάσουμε τις δικές μας θέσεις. Γενικότερα να συνδυάσουμε Ευρωπαϊκή με εθνική γραμμή, όπως κάνουνε όλες οι χώρες της Ε.Ε. Και τρίτον πρέπει να αξιοποιήσουμε τη διάσταση της εκκλησιαστικής και πολιτιστικής διπλωματίας.

-Ευχαριστώ πολύ.

-Και εγώ.

 

http://antibaro.gr