Κατηγορίες

Η ελευθερία των Κυπρίων είναι υπέρτερη εφήμερων σκοπιμοτήτων και αξιωμάτων: 
Ανοικτή επιστολή στους έλληνες βουλευτές

Αρχική σελίδα
Εξωτ. πολιτική/ Διπλωματία
Εθνικά θέματα
Κοινωνία
Πολιτισμός
Θρησκεία
Διεθνή
Βιβλιογραφία/ Συνδέσεις
Εκδηλώσεις
Οπτικοακουστικό
υλικό
Δελτία
Ενημέρωσης
Ιστολόγιο
Αντίβαρου
Άγρα γραπτών
Πρόσφατα κείμενα
Με χρονολογική σειρά.
Δελτίο ενημέρωσης!
Εγγραφή Διαγραφή
Συγγραφείς

Αθανάσιος Γιουσμάς
Άθως Γ. Τσούτσος
Άκης Καλαιτζίδης
Αλέξανδρος Γερμανός
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας
Αλέξανδρος Κούτσης
Αμαλία Ηλιάδη
Ανδρέας Σταλίδης
Ανδρέας Φαρμάκης
Ανδρέας Φιλίππου
Αντώνης Κ. Ανδρουλιδάκης
Αντώνης Λαμπίδης
Αντώνης Παυλίδης
Απόστολος Αλεξάνδρου
Απόστολος Αναγνώστου
Αριστείδης Καρατζάς
Αχιλλέας Αιμιλιανίδης
Βάιος Φασούλας
Βαν Κουφαδάκης
Βασίλης Γκατζούλης
Βασίλης Ζούκος
Βασίλης Κυρατζόπουλος
Βασίλης Πάνος
Βασίλης Στοιλόπουλος
Βασίλης Ν. Τριανταφυλλίδης
(Χάρρυ Κλυνν)
Βασίλης Φτωχόπουλος
Βένιος Αγελόπουλος
Βίας Λειβαδάς
Βλάσης Αγτζίδης
Γεράσιμος Παναγιωτάτος-Τζάκης
Γιάννης Διακογιάννης
Γιάννης Θεοφύλακτος
Γιάννης Παπαθανασόπουλος
Γιάννης Τζιουράς
Γιώργος Αλεξάνδρου
Γιώργος Βλαχόπουλος
Γιώργος Βοσκόπουλος
Γιώργος Βότσης
Γιώργος Κακαρελίδης
Γιώργος Καστρινάκης
Γιώργος Κεκαυμένος
Γιώργος Κεντάς
Γιώργος Κολοκοτρώνης
Γιώργος Κουτσογιάννης
Γιώργος Νεκτάριος Λόης
Γιώργος Μαρκάκης
Γιώργος Μάτσος
Γιώργος Παπαγιαννόπουλος
Γιώργος Σκουταρίδης
Γιώργος Τασιόπουλος
Γλαύκος Χρίστης
Δημήτρης Αλευρομάγειρος
Δημήτρης Γιαννόπουλος
Δημήτριος Δήμου
Δημήτρης Μηλιάδης
Δημήτριος Γερούκαλης
Δημήτριος Α. Μάος
Δημήτριος Νατσιός
Διαμαντής Μπασάντης
Διονύσης Κονταρίνης
Διονύσιος Καραχάλιος
Ειρήνη Στασινοπούλου
Ελένη Lang - Γρυπάρη
Ελευθερία Μαντζούκου
Ελευθέριος Λάριος
Ελλη Γρατσία Ιερομνήμων
Ηλίας Ηλιόπουλος
Θεόδωρος Μπατρακούλης
Θεόδωρος Ορέστης Γ. Σκαπινάκης
Θεοφάνης Μαλκίδης
Θύμιος Παπανικολάου
Θωμάς Δρίτσας
Ιωάννης Μιχαλόπουλος
Ιωάννης Χαραλαμπίδης
Ιωάννης Γερμανός
Κρίτων Σαλπιγκτής
Κυριάκος Κατσιμάνης
Κυριάκος Σ. Κολοβός
Κωνσταντίνος Αλεξάνδρου Σταμπουλής
Κωνσταντίνος Ναλμπάντης
Κωνσταντίνος Ρωμανός
Κωνσταντίνος Χολέβας
Λαμπρινή Θωμά
Μαίρη Σακελλαροπούλου
Μανώλης Βασιλάκης
Μανώλης Εγγλέζος - Δεληγιαννάκης
Μάρκος Παπαευαγγέλου
Μάρω Σιδέρη
Μιλτιάδης Σ.
Μιχάλης Χαραλαμπίδης
Μιχάλης Κ. Γκιόκας
Νέστωρ Παταλιάκας
Νικόλαος Μάρτης
Νίκος Ζυγογιάννης
Νίκος Καλογερόπουλος Kaloy
Νίκος Λυγερός
Νίκος Παπανικολάου
Νίκος Σαραντάκης
Νίνα Γκατζούλη
Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας
Παναγιώτης Ανανιάδης
Παναγιώτης Ήφαιστος
Παναγιώτης Α. Καράμπελας
Παναγιώτης Καρτσωνάκης
Παναγιώτης Φαραντάκης
Παναγιώτης Χαρατζόπουλος
Πανίκος Ελευθερίου
Πάνος Ιωαννίδης
Πασχάλης Χριστοδούλου
Παύλος Βαταβάλης
Σοφία Οικονομίδου
Σπυριδούλα Γρ. Γκουβέρη
Σταύρος Σταυρίδης
Σταύρος Καρκαλέτσης
Στέλιος Θεοδούλου
Στέλιος Μυστακίδης
Στέλιος Πέτρου
Στέφανος Γοντικάκης
Σωτήριος Γεωργιάδης
Τάσος Κάρτας
Φαήλος Κρανιδιώτης
Φειδίας Μπουρλάς
Χρήστος Ανδρέου
Χρήστος Δημητριάδης
Χρήστος Κηπουρός
Χρήστος Κορκόβελος
Χρήστος Μυστιλιάδης
Χρήστος Σαρτζετάκης
Χριστιάνα Λούπα
Χρίστος Δαγρές
Χρίστος Δ. Κατσέτος
Χρύσανθος Λαζαρίδης
Χρύσανθος Σιχλιμοίρης
Gene Rossides
Marcus A. Templar

Επικοινωνία
Οι απόψεις σας είναι ευπρόσδεκτες!

 
Η ελευθερία των Κυπρίων είναι υπέρτερη εφήμερων σκοπιμοτήτων και αξιωμάτων: 
Ανοικτή επιστολή στους έλληνες βουλευτές

Ακολουθεί άρθρο με τίτλο 
ΟΛΕΘΡΙΑ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑ ΛΑΘΗ ΚΑΙ Η ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ

 

Παναγιώτης Ήφαιστος
Καθηγητής
Διεθνείς Σχέσεις-Στρατηγικές Σπουδές, Έδρα Jean Monnet για την Ευρωπαϊκή Πολιτική Ολοκλήρωση, Πάντειον Πανεπιστήμιο
http://www.ifestos.edu.gr

 

Αξιότιμοι κ Βουλευτές,

Το κυπριακό βρίσκεται στο μεταίχμιο και η ελευθερία εκατοντάδων χιλιάδων κυπρίων κινδυνεύει να κατασταλεί παντοτινά. Γι’ αυτό η επικείμενη συζήτηση είναι κρίσιμη για το μέλλον της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Το κύρος του ναού της Ελληνικής Δημοκρατίας θα μειωθεί αν η συζήτηση για την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ που αφορά εκατοντάδες χιλιάδες κύπριους δεν αντιμετωπιστεί στην βάση πολιτικών κριτηρίων που αρμόζουν στην κρισιμότητα της παρούσης συγκυρίας. Αυτό θα συμβεί αν αντί σοβαρής-ουσιαστικής συζήτησης του κυπριακού προβλήματος ο πολιτικός διάλογος διολισθήσει σε αβάσιμους πανηγυρισμούς περί δήθεν επιτυχίας που επιβάλλουν εφήμερες επικοινωνιακές συγκυρίες. Καμία εφήμερη πολιτική σκοπιμότητα, υποστηρίζω πιο κάτω, δεν είναι υπέρτερη του δικαιώματος για κυρίαρχη-ελεύθερη ύπαρξη εκατοντάδων χιλιάδων κυπρίων.

Αντί ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ και επίλυσης του κυπριακού προβλήματος όπως αφετηριακά σκοπεύαμε, διολισθαίνουμε στην διχοτόμηση του νησιού και στην παντοτινή καθυπόταξη της κυπριακής εξωτερικής και εσωτερικής κυριαρχίας. Πολιτικός ορθολογισμός στο πλαίσιο ενός κοινωνικοπολιτικού συστήματος σημαίνει ορθές αναλύσεις και ορθές εκτιμήσεις. Στην παρούσα συγκυρία πολιτικός ορθολογισμός σημαίνει να κατανοήσουμε τα αίτια των ολέθριων διπλωματικών χειρισμών που έφεραν την Κύπρο όχι στα πρόθυρα μιας επιτυχούς ένταξης και επίλυσης του προβλήματος, αλλά στα πρόθυρα επιβολής ενός τυραννικού-ανελεύθερου καθεστώτος και ουσιαστικής αναίρεσης της ένταξής της στην ΕΕ. Γι’ αυτό, η παρούσα συγκυρία δεν προσφέρεται για πανηγυρισμούς αλλά για εγρήγορση και στρατηγική που α) θα επιτρέψει την ένταξη την 1η Μαϊου, β) θα οδηγήσει σε διεθνείς διαπραγματεύσεις ένταξης της τουρκοκυπριακής κοινότητας στην Κυπριακή Δημοκρατία και γ) θα επιτύχει υιοθέτηση βιώσιμων πολιτειακών ρυθμίσεων συμβατών με την κοινοτική έννομη τάξη και τον κοινοτικό πολιτικό πολιτισμό. Αν και πάλιν αποτύχουμε όχι μόνο θα κατασταλεί παντοτινά η ελευθερία όλων των κυπρίων στο πλαίσιο του πολιτειακού –και ασύμβατου με την ιδιότητα του πλήρους μέλους της ΕΕ– τερατουργήματος που εκκολάφθηκε από τους άγγλους το 2002 και εκδηλώθηκε δια στόματος του ΓΓ του ΟΗΕ, αλλά επιπλέον, θα αποτελέσει εκρηκτική εστία μελλοντικών ελληνοτουρκικών τριβών και συγκρούσεων.

Η παρούσα παρέμβαση δεν είναι «πολιτική» με την κομματική-παραταξιακή έννοια του όρου. Έστω και αν ελέγχει κριτικά πολιτικές επιλογές της ελληνικής διπλωματίας των τελευταίων χρόνων, ο σκοπός δεν είναι να θίξει οποιοδήποτε πρόσωπο αλλά να αντικρούσει την ορμητική εισροή ανορθολογισμού στον δημόσιο διάλογο γύρω από το κυπριακό ζήτημα. Αυτός ο ανορθολογισμός, επαναλαμβάνω, οδηγεί σε αποφάσεις που καταστέλλουν παντοτινά την κυπριακή λαϊκή κυριαρχία-ελευθερία και υποτάσσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε λογικές σύγκρουσης και πολέμου. Υπό το πιο πάνω πρίσμα κρίνω σκόπιμο και απολύτως αναγκαίο να δημοσιοποιήσω ευρέως την ανάλυση που ακολουθεί. Τέλος, ίσως είναι χρήσιμο να αναφέρω ότι πέραν της ακαδημαϊκής μου ιδιότητας, τις δύο τελευταίες δεκαετίες υπήρξα, μαζί με μερικούς άλλους, πρωτεργάτης –τόσο στον διπλωματικό όσο και στον στοχαστικό στίβο–, των προσπαθειών ειρηνικής και βιώσιμης λύσης του κυπριακού στη βάση της ευρωπαϊκής προοπτικής του νησιού.

Με εκτίμηση

Παναγιώτης Ήφαιστος

1.2.2004

 


 

ΟΛΕΘΡΙΑ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑ ΛΑΘΗ ΚΑΙ Η ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ

Παναγιώτης Ήφαιστος, www.ifestos.edu.gr

Περιεχόμενα: (για το κείμενο σε ηλεκτρονική μορφή κλίκ για μετάβαση στον τίτλο ή στα περιεχόμενα)

1) Εισαγωγή: πολιτικός ανορθολογισμός και ο περί το κυπριακό δημόσιος διάλογος.

2) Η σημασία της κατανόησης των ολέθριων λαθών της ελληνικής διπλωματίας πριν και μετά την υποβολή του σχεδίου Αναν.

3) Η συγκυρία της άνοιξης 2004 και οι δυνατότητες βιώσιμης λύσης και ταυτόχρονης ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ.

 

1. Εισαγωγή: πολιτικός ορθολογισμός και ο περί το κυπριακό δημόσιος διάλογος

Συντομογραφικά, στις γραμμές που ακολουθούν θα εξηγήσουμε τα αίτια του ελλείμματος σχεδίων για μια βιώσιμη λύση του κυπριακού, τους κινδύνους που ελλοχεύουν μέχρι τον Μάιο και τις δυνατότητες επίλυσης του κυπριακού μετά τον Μάιο του 2004.

Η ανάλυση που ακολουθεί είναι αξιολογικά ελεύθερη, με την έννοια ότι ανεξαρτήτως ιδεολογικής πεποιθήσεως του καθενός η επιχειρηματολογία είναι πραγματολογικά αδιαμφισβήτητη και εδράζεται σε εκτιμήσεις αντικειμενικού κύρους. Αντικειμενικού κύρους, υπό τις περιστάσεις, είναι εκείνες οι εκτιμήσεις οι οποίες εδράζονται στο αμάχητο κριτήριο της ελευθερίας και οι οποίες επαληθευμένα αποτελούν θεμέλιο βιώσιμων ενδοκρατικών και διακρατικών σχέσεων. Κατά συνέπεια αν και η ανάλυση που ακολουθεί δεν είναι ενδεχομένως αρεστή σε κάποια πολιτικά πρόσωπα, εξ αντικειμένου δεν υποκινείται από εφήμερες παραταξιακές ή κομματικές σκοπιμότητες.

Η θέση που υποστηρίζεται εδώ είναι η εξής: Ενόσω πλησιάζει η οριστικοποίηση της ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ οι διπλωματικές μεθοδεύσεις των άγγλων-αμερικανών και τούρκων δημιουργούν κίνδυνο ακύρωσης της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ και την οριστικοποίηση της διχοτόμησης. Τα αίτια αυτής της ολέθριας πορείας των τελευταίων δεκαπέντε μηνών που δυναμίτισαν την ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου είναι πολλά:

α) Η σχεδόν συνωμοτική δραστηριοποίηση της αγγλικής διπλωματίας το φθινόπωρο του 2002 που οδήγησε σε διχοτομικές προτάσεις.

β) Τα χοντροειδή λάθη της ελλαδικής διπλωματίας,

γ) Η δυσμενής συγκυρία της κρίσης του Ιράκ.

Ο τουρκικός τακτικός ελιγμός μη αποδοχής του σχέδιο Αναν το 2002-3 και σύνδεσης της λύσης του κυπριακού με την δική της ένταξη στην ΕΕ ανέβαλε προσωρινά την επιβολή του διχοτομικού ανανικού πολιτειακού τερατουργήματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κύπρος θα ενταχθεί απρόσκοπτα στην ΕΕ ή αν αυτό γίνει η λύση του Κυπριακού είναι εύκολη και προ των θυρών.

Κατά την διάρκεια των εβδομάδων που έπονται μέχρι και τον Μάιο 2004, εκτιμάται ότι η Τουρκία έχει ως μέγιστο στόχο την ακύρωση της ένταξης και ως ελάχιστο την επιβολή όρων που θα συνδέουν την ένταξη της Κύπρου με την δική της μεταγενέστερη ένταξη. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι: Η Τουρκία το 2002 απέρριψε το σχέδιο Αναν όχι επειδή δεν την συμφέρει ως πολιτειακή και διεθνοπολιτική ρύθμιση αλλά επειδή δεν συνέδεε την ένταξη της Κύπρου με την τουρκική ένταξη στην ΕΕ.

2. Η σημασία της κατανόησης των ολέθριων λαθών της ελληνικής διπλωματίας πριν και μετά το φθινόπωρο του 2002

Η ποιότητα των επιχειρημάτων για το θέμα της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ είναι και το μέτρο στάθμισης της ποιότητας του ελληνικού δημόσιου διαλόγου περί τα διεθνή. Υπό αυτό το πρίσμα καταθέτουμε τα πιο κάτω επιχειρήματα:

Επί δύο δεκαετίες μετά το 1974 αγωνιστήκαμε απελπισμένα να αποφύγουμε την διχοτόμηση και/ή την αποδοχή μιας ακόμη χειρότερης λύσης, δηλαδή της συνομοσπονδίας δύο κρατών που θα έθεταν την Κύπρο υπό παντοτινή αγγλική και τουρκική στρατηγική-πολιτική επικυριαρχία. Όπως πολλοί υποστηρίξαμε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 με υπηρεσιακά κείμενα, με αναλύσεις σε βιβλία και με δημοσιεύσεις εκατοντάδων επιφυλλίδων, η στρατηγική «ευρωπαϊκής λύσης του κυπριακού» είχε τρις κύριους σκοπούς:

Α) Διεθνοποίηση-«ευρωποίηση» των διαδικασιών επίλυσης και δρομολόγηση μιας βιώσιμης λύσης στη βάση της κοινοτικής έννομης τάξης και του κοινοτικού πολιτικού πολιτισμού.

Β) Προσέλκυση των τουρκοκυπρίων στην ιδέα μιας πολιτειακά ενιαίας επανενωμένης-ενταγμένης στην ΕΕ Κύπρου και ταυτόχρονα δημιουργία κινήτρων στρατηγικής απαγκίστρωσης της Τουρκίας από την Κύπρο.

Γ) Με πυρήνα αυτές τις εξελίξεις δρομολόγηση διαδικασιών τερματισμού της ελληνοτουρκικής διένεξης στο πλαίσιο ευρύτερων διευθετήσεων στο επίπεδο των σχέσεων Ευρώπης-Τουρκίας και Ελλάδας-Τουρκίας.

Η εκπλήρωση των σκοπών αυτών απαιτούσε αγώνα σε τέσσερα αλληλένδετα επίπεδα:

α) Ενίσχυση της τοπικής κυπριακής άμυνας, αμυντική σύζευξη Ελλάδας-Κύπρου και ευρύτερα επιδίωξη ισορροπίας δυνάμεων Ελλάδας-Τουρκίας ως προϋπόθεση γόνιμων διαπραγματεύσεων.

β) Υποβολή αίτησης ένταξης της Κύπρου με κύριο σκοπό την τελική προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ ανεξαρτήτως λύσης (και στην συνέχεια διαπραγμάτευση της προσχώρησης των κατεχομένων για να επεκταθεί σε ολόκληρο το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατία η Κοινοτική έννομη τάξη).

γ) Πολιτικό αγώνα ενάντια στο σύστημα ντόπιων σάπιων-εκποιημένων ιδεών (που λυσσαλέα καταπολέμησε την υποβολή αίτησης ένταξης το 1988-92 και που όχι τυχαία το 2002-3 λυσσαλέα υποστήριξε την διχοτόμηση που πρότεινε το σχέδιο Αναν).

δ) Έναρξη διαπραγματεύσεων στο τρίγωνο Ελλάδα-Τουρκία-Ευρώπη-ΗΠΑ με σκοπό μια βιώσιμη διεθνοπολιτική ρύθμιση που θα καταργούσε τις αποικιακές εγγυήσεις στο νησί και θα συνέδεε τις σχέσεις της Τουρκίας-ΕΕ με την πολιτική της Άγκυρας απέναντι στους γείτονές της.

Όσον αφορά το τελευταίο σημείο, υποστηρίχθηκε από την πρώτη στιγμή ότι –στο πλαίσιο μιας κλασσικής στρατηγικής που ακολουθούν όλα τα σύγχρονα κράτη–, η ελληνική εξωτερική πολιτική έπρεπε να επιτύχει χρυσή τομή εξισορρόπησης-ισορροπίας, κινήτρων υπό το πρίσμα κλασικών τακτικών «καρότου-ραβδιού», «επιθέσεων ειρήνης» και διασυνδέσεων των συμφερόντων της Τουρκίας με την ευρωπαϊκή της πορεία.

Τέτοιες τακτικές βεβαίως δεν συμπεριλαμβάνουν άσκοπους κατευνασμούς, γραφικούς «χορούς και πανηγύρια», μάντρωμα τούρκων-ελλήνων διανοουμένων σε ξεφαντώματα, ευτελισμό της ανθρώπινης αλληλεγγύης στις περιπτώσεις των σεισμών με την υποταγή της σε πολιτικές σκοπιμότητες και ευρύτερα υποταγή στα εφήμερα-ρευστά αμερικανικά κελεύσματα ωσάν τούρκοι και έλληνες να ήμασταν οι σύγχρονοι ινδιάνοι.

Οι διακρατικές διαπραγματεύσεις, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι υπόθεση αλτρουισμού ή αισθητικής αλλά ζήτημα αδυσώπητης αναμέτρησης ανταγωνιστικών εθνικών συμφερόντων στο πλαίσιο της οποίας ο αφελώς σκεπτόμενος θα είναι εξ ορισμού ηττημένος.

Επιβεβαίωση αυτών των θέσεων είναι το γεγονός ότι αντί εκπλήρωσης των αφετηριακών σκοπών της ελληνικής διπλωματίας, το 2004 βρισκόμαστε στα πρόθυρα οριστικοποίησης της διχοτόμησης της Κύπρου και επιβολής επαχθέστατων ρυθμίσεων που θα θέσουν την Τουρκία όχι σε τροχιά μετριοπάθειας και γόνιμων διαπραγματεύσεων με την Ελλάδα αλλά σε θέση ηγεμονικής ισχύος από την οποία, με συμμάχους την Αγγλία και τις ΗΠΑ, διαπραγματεύεται την ένταξή της στην ΕΕ με τρόπο ο οποίος, ουσιαστικά, καταλύει και υποβαθμίζει την διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στα μέτρα και τα σταθμά της πάγιας αγγλοσαξονικής αντίληψης για τον χαρακτήρα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και ευρωατλαντικών σχέσεων.

Ταυτόχρονα, όσον αφορά το μέτωπο του κυπριακού προβλήματος μέχρι τον Μάιο του 2004, οι αγγλοσαξονικές δυνάμεις με εντολοδόχο τον ΓΓ του ΟΗΕ ασκούν αφόρητες πιέσεις στην ελληνική πλευρά για να υποχωρήσει ακόμη περισσότερο και να αποδεχθεί την πλήρη διχοτόμηση και την πλήρη αποδοχή των περί «ζωτικού χώρου» αξιώσεων της Άγκυρας.

Ήδη, αντιστρέφοντας το διπλωματικό παιχνίδι, η Τουρκία έχει την απόλυτη πρωτοβουλία των κινήσεων στο πλαίσιο μιας κλασικής ηγεμονικής στρατηγικής που συμπεριλαμβάνει τόσο εργαλειακές «επιθέσεις ειρήνης» όσο και άνευ προηγουμένου προκλήσεις στο Αιγαίο, απειλές και διπλωματικούς εκβιασμούς στο κυπριακό.

Πάγια επιδίωξη της Άγκυρας και της Βρετανίας στην Κύπρο είναι διχοτόμηση και ταυτόχρονα καθυπόταξη της εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας του κυπριακού λαού. Πέραν άλλων (ηθικών και συναισθηματικών) κριτηρίων, τελική εκπλήρωση των τουρκικών και βρετανικών στρατηγικών σκοπών θα έχει ολέθριες συνέπειες για την ελληνική εξωτερική πολιτική τις δεκαετίες που έρχονται:

i) Εγκαθιδρύει τερατώδεις πολιτειακές ρυθμίσεις στην Κύπρο που θα αποτελέσουν εστία τριβών και συγκρούσεων.

ii) Καταργείται η λαϊκή κυριαρχία όλων των κυπρίων.

iii) Δημιουργείται δομική αστάθεια και συνθήκες διαρκών ελληνοτουρκικών τριβών και συγκρούσεων.

Με βάση τα πιο πάνω, μέτρο στάθμισης του σχεδίου Αναν ή οποιουδήποτε άλλου σχεδίου είναι οι δικοί μας δεδηλωμένοι σκοποί όταν πριν μια περίπου δεκαετία άρχισε η ενταξιακή διαδικασία. Αυτοί οι σκοποί ήταν οι εξής: α) Ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ ανεξαρτήτως λύσης και β) υποκίνηση μεσολαβητικών πρωτοβουλιών επίλυσης του πολιτικού προβλήματος στον ΟΗΕ και στην Ευρώπη με τρόπο που διασφάλιζε ότι τα σχέδια επίλυσης θα «μπολιάζονται» από το γεγονός της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ.

Αυτό σήμαινε i) ενσωμάτωση στα σχέδια λύσης του κυπριακού προβλήματος της κοινοτικής έννομης τάξης, ii) διαπραγμάτευση των διεθνοπολιτικών-στρατηγικών πτυχών με τρόπο που θα απαλλάσσει τους κυπρίους από τις ζυριχικές αποικιακές-δυναστικές «εγγυήσεις» και iii) ομαλοποίηση σχέσεων στο υπόλοιπο φάσμα της ελληνοτουρκικής αναμέτρησης.

Είναι πασίδηλο ότι οι πιο πάνω σκοποί δεν εκπληρώθηκαν. Για να μπορέσει η ελληνική διπλωματία να πάρει σωστές αποφάσεις τις εβδομάδες που έρχονται πριν και μετά τις εκλογές απαιτείται κατανόηση των ολέθριων λαθών των τελευταίων δεκαπέντε μηνών. Τα κυριότερα λάθη είναι τα εξής:

i) Η ελλαδική και κυπριακή διπλωματία παρέλειψαν να διεξάγουν έγκαιρες φανερές ή παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις που θα διασφάλιζαν την υποβολή προτάσεων του ΟΗΕ που θα ήταν συμβατές με την Κοινοτική έννομη τάξη. Με διαφορετικά λόγια, το πρόβλημα δεν έγκειται στο γεγονός πως υποβλήθηκαν «προτάσεις Αναν» αλλά στο γεγονός ότι οι προτάσεις που τελικά υποβλήθηκαν δεν ήταν συμβατές με την ιδιότητα της Κύπρου ως πλήρους μέλους της ΕΕ που για εμάς θα αποτελούσε τον καταλύτη επίλυσης του κυπριακού προβλήματος. Ενάντια στις πιθανές ύπουλες εκλογικεύσεις που ενδεχομένως θα αμφισβητούσαν αυτό το γεγονός ερωτώ: Γιατί, σ’ αντίθεση με τις δηλώσεις του φθινοπώρου 2002 όταν η ελλαδική πολιτική ηγεσία μιλούσε για «ιστορική ευκαιρία», σήμερα η ελληνική πλευρά εκλιπαρεί τον ΓΓ του ΟΗΕ να βελτιώσει τις προτάσεις για να τις κάνει πιο βιώσιμες και πιο λειτουργικές!

ii) Όταν το 2002 εκκολάπτονταν από τους άγγλους οι προτάσεις Αναν με την υπόγεια βοήθεια κάποιων ελλήνων η ελλαδική διπλωματία αν και σε θέση ισχύος λόγω του κεκτημένου των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Κύπρου παρέλειψε να κινηθεί έγκαιρα και αποτελεσματικά. Παρέλειψε είτε να ζητήσει από τον ΓΓ του ΟΗΕ να μην υποβάλει άκαιρες προτάσεις είτε να απαιτήσει ότι αν υποβληθούν σχέδια λύσης θα έπρεπε να πληρούν δύο απαράβατες προϋποθέσεις: Συμβατότητα των πολιτειακών ρυθμίσεων με την έννομη τάξη της ΕΕ και μη συμπερίληψη διχοτομικών προνοιών ή αποικιακού τύπου «εγγυήσεων».

Υπενθυμίζω ότι όπως οικουμενικά είναι αποδεκτό, η υποβολή προτάσεων από τον ΟΗΕ δεν είναι αυτοσκοπός. Προτάσεις υποβάλλονται μόνο i) όταν τα εμπλεκόμενα μέρη δέχονται κάτι τέτοιο, ii) όταν οδηγούν σε βιώσιμες διακρατικές διευθετήσεις, και iii) όταν δεν συνιστούν αυθαίρετη επέμβαση στο δικαίωμα εσωτερικού κυρίαρχου βίου των ενδιαφερομένων κοινωνιών.

Ως προς το τελευταίο σημείο, σημειώνω το γεγονός ότι ο ΟΗΕ δεν είναι όργανο ενδοκρατικής δικαιοσύνης αλλά όργανο αποκατάστασης της τάξης που στην Κύπρο σήμαινε μόνο μεσολάβηση για την αποχώρηση των δυνάμεων εισβολής και διευκόλυνση των διαπραγματεύσεων με την προσαρμογή της λύσης του κυπριακού στο γεγονός της πλήρους ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ.

iii) Η ελλαδική κυρίως διπλωματία παρέλειψε να διεξάγει έγκαιρες φανερές ή παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις που θα συναρτούσαν την βιώσιμη λύση του κυπριακού με τα αμερικανικά και βρετανικά συμφέροντα. Έτσι για παράδειγμα, δόθηκαν «αμαχητί», χωρίς την παραμικρή δική της αντίρρηση και χωρίς «δούναι-λαβείν» οι αποικιακές βάσεις της Βρετανίας στην Κύπρο ενώ λίγο αργότερα η βάση της Σούδας –χωρίς την οποία δεν θα γινόταν ο πόλεμος στο Ιράκ!!– χρησιμοποιήθηκε από τους αμερικανούς χωρίς το παραμικρό αντάλλαγμα.

iv) Η ελλαδική και κυπριακή διπλωματία παρέλειψε να εκμεταλλευτεί τις θέσεις πολλών ευρωπαίων ηγετών οι οποίοι –με πολιτικά πιο προχωρημένο τρόπο από τους έλληνες– ζητούσαν μια βιώσιμη ενταγμένη Κυπριακή Δημοκρατία και που επισήμαναν ότι «η Κύπρος δεν μπορεί να είναι όμηρος της Τουρκίας» και ότι «η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας συναρτάται με την πολιτική της Άγκυρας στο κυπριακό». Παρέλειψε επίσης να απαιτήσει ουσιαστικά ανταλλάγματα για τις τεράστιες παραχωρήσεις της Ελλάδας τα προηγούμενα χρόνια όταν αποσυνδέθηκαν οι σχέσεις Τουρκίας-ΕΕ. Παρέλειψε, τέλος, να διεξάγει ουσιαστικές συνομιλίες με τους κυβερνήτες της Άγκυρας ούτως ώστε να τους καταστήσει σαφή τα ελληνικά επιχειρήματα και τα αμοιβαία οφέλη μιας βιώσιμης λύσης του κυπριακού.

Για να το θέσουμε διαφορετικά, η διπλωματία μας απέτυχε επειδή πίστεψε ότι οι αισθητικές σχέσεις υπερτερούν σε σημασία των ουσιαστικών διακρατικών διαπραγματεύσεων στην βάση των εκατέρωθεν συμφερόντων. Οι γραφικές εκδηλώσεις, εξάλλου, δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός αλλά εργαλεία της διπλωματίας. Το γεγονός ότι η ελληνική διπλωματία δεν κατανόησε αυτό το γεγονός επαληθεύεται από την στάση του κ Τζέμ στο κυπριακό, την συνέχιση των προκλήσεων στο Αιγαίο, την στάση της Τουρκίας απέναντι στα σχέδια λύσης του κυπριακού και το διχοτομικό περιεχόμενο του σχεδίου Αναν όπως τελικά υποβλήθηκε. Αν η εκάστοτε πολιτική ηγεσία που διαχειρίζεται την εξωτερική πολιτική δεν κατανοήσει ότι η διπλωματία είναι σκληρή αναμέτρηση μέσων και θελήσεων στη βάση των εθνικών συμφερόντων, τα χρόνια που έρχονται αναπόδραστα η Ελλάδα θα υποστεί ακόμη περισσότερες ζημιές.

v) Όταν το Φθινόπωρο του 2002 οι προτάσεις του ΓΓ αναμενόμενα –λόγω αδράνειας, παραλείψεων και λαθών της ελλαδικής διπλωματίας– ήταν τελικά διχοτομικές όχι μόνο η ελλαδική και κυπριακή διπλωματία δεν τις απόρριψαν αλλά επιπλέον δέχθηκαν τον πρωτοφανή εξευτελισμό των χρονικών τελεσιγράφων, των καταχρηστικών αξιώσεων του ΓΓ να «γεμίσει αυτός τις λευκές σελίδες» και τα πρωτόγνωρα καταχρηστικά του κηρύγματα όταν παραβλέποντας την ιστορική ταυτότητα των δύο κοινωνικών οντοτήτων της Κύπρου με προπέτεια δήλωνε ότι «όνειρό του είναι να φτιάξει ένα κυπριακό έθνος». Από πότε τα έθνη είναι προϊόντα δοκιμαστικών σωλήνων πολιτικά ανεύθυνων υπαλλήλων διεθνών θεσμών που στερούνται πολιτικής και κοινωνικής νομιμοποίησης έγερσης τέτοιων απαράδεκτων αξιώσεων! Από πότε καθιερώθηκε ως πολιτική ηθική του ελληνικού πολιτικού συστήματος να αφήνεται η τύχη εκατοντάδων χιλιάδων ομοεθνών στα χέρια πολιτικά-κοινωνικά αναρμόδιων υπαλλήλων του ΟΗΕ που επιπλέον λειτουργούν ως εντολοδόχοι της βρετανικής διπλωματίας!

vi) Αντί λοιπόν σκόπιμης και αποτελεσματικής δράσης η ελλαδική διπλωματία τα τρία τελευταία χρόνια θύμιζε επιχείρηση οργανωμένων γραφικών εκδηλώσεων που στερούνταν πολιτικής σημασίας ενώ άβουλοι, και αδρανείς συρθήκαμε πίσω από το άρμα των τουρκικών και βρετανικών συμφερόντων. Αντί πρωτοβουλιών που θα παρήγαγαν ορθολογιστικές διακρατικές λύσεις στο τρίγωνο Ελλάδα-Κύπρος-Τουρκία, οι πρωταγωνιστές της ελληνικής διπλωματίας βάλθηκαν να διαδίδουν την επικίνδυνη και αναξιοπρεπή θέση ότι η αποδοχή του σχεδίου Αναν δεν ενέχει πολιτική σημασία επειδή… θα την απέρριπταν οι Τούρκοι. Δηλαδή, άφηναν την τύχη εκατοντάδων χιλιάδων ελλήνων στην τύχη της πολιτικής βούλησης του Ντενκτάς! Επιεικώς, αυτό ερμηνεύεται από την απειρία των επικεφαλής της διπλωματίας που δεν γνώριζαν ότι όταν σε διεθνείς διαπραγματεύσεις ο αδύναμος υποχωρεί και αποδέχεται σχέδια και προτάσεις αυτά αποτελούν πλέον «διαπραγματευτικό κεκτημένο» που δύσκολα αναιρείται. Απόδειξη τα τεκταινόμενα το 2004: Αρχές του 2004 και ενώ για ευνόητους λόγους η αλήθεια διαστρεβλώνεται βάναυσα στον ελλαδικό προεκλογικό αγώνα η ελληνική πλευρά αγωνιωδώς αγωνίζεται να «βελτιώσει» το διχοτομικό σχέδιο Αναν. Γιατί λοιπόν τώρα ζητούμε «βελτιώσεις» ενώ το 2002 κάποιοι μιλούσαν για «ιστορικές ευκαιρίες»! Είναι η αλήθεια τόσο εύπλαστη και προσαρμόσιμη στο γούστο του καθενός; Είναι ή δεν είναι καταγεγραμμένες οι δηλώσεις και θέσεις που έκαναν όλοι οι πολιτικοί ηγέτες τον φθινόπωρο του 2002; Μπορεί κάποιος να αντιφάσκει ασύστολα χωρίς να υπόκειται τις πολιτικές συνέπειες; Μπορεί κάποιος να συμπεριφέρεται με τέτοια πολιτική ανευθυνότητα όταν διακυβεύεται η ελευθερία-κυριαρχία ενός ολόκληρου λαού και το μέλλον της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής;

vii) Για τους πιο πάνω λόγους και με κύρια ευθύνη της ελλαδικής διπλωματίας η προοπτική βιώσιμης επίλυσης του κυπριακού απέτυχε. Επιτυχία θα υπήρχε μόνο αν η ελληνική διπλωματία κατόρθωνε να αποτρέψει την υποβολή προτάσεων που υπονόμευαν την ενταξιακή πορεία της Κύπρου και αν είχε επιτύχει διαμόρφωση σχεδίου λύσης του Κυπριακού συμβατού με την Κοινοτική έννομη τάξη και τον κοινοτικό πολιτικό πολιτισμό. Επίσης, επιτυχία θα ήταν αν το σχέδιο αυτό εκπλήρωνε τον στρατηγικό μας στόχο να απαλλαγεί η Κύπρος από τα ξένα στρατεύματα, τις αποικιακής μορφής «εγγυήσεις» και την ένταξή της στους δυτικούς θεσμούς υπό συνθήκες ισοτιμίας και κυριαρχίας.

viii) Η πολιτική ανευθυνότητα συνοψίζεται σε δύο ζητήματα: Πρώτο, λίγο πριν την ένταξη αντί να δώσει διπλωματική μάχη για την υποβολή προτάσεων του ΟΗΕ που δημιουργούσαν τις διπλωματικές προϋποθέσεις συμφωνίας στη βάση μιας βιώσιμης κυπριακής πολιτείας τράπηκε σε φυγή, αποδέχθηκε ασμένως οτιδήποτε της έφερναν στο τραπέζι οι –εντολοδόχοι των άγγλων–υπάλληλοι του ΟΗΕ, και στη συνέχεια επιδόθηκε σε μια τερατώδη επικοινωνιακή προσπάθεια εξωραϊσμού των διχοτομικών προτάσεων Αναν. Δεύτερο, η «επικοινωνιακή καταιγίδα» εξωραϊσμού των διχοτομικών σχεδίων Αναν το Φθινόπωρο 2002 σίγουρα θα έκανε τον Γκέμπελ να αισθανθεί νήπιο της προπαγάνδας: α) Η ιστορική ανεκδοτολογία μετάτρεψε τα ιστορικά θύματα σε ιστορικούς θύτες, β) περίεργες και πολιτικά ερμαφρόδιτες θέσεις βασικά στήριζαν τους αγγλοτουρκικούς σκοπούς διχοτόμησης της Κύπρου και παντοτινής κατάργησης της ελευθερίας τους, γ) σημαίνοντες ελλαδίτες πολιτικοί και διανοούμενοι προλόγιζαν και παρουσίαζαν ψευτοεπιστημονικές αναλύσεις που στήριζαν την αγγλική και τουρκική επιχειρηματολογία υπέρ της συνομοσπονδίας, δ) όλως περιέργως αποκλείονταν από τα μέσα ενημέρωσης αναλύσεις που υπερασπίζονταν την ελευθερία-κυριαρχία του κυπριακού λαού και ε) υποστηρίχθηκε πως «στην εποχή της μιας δυνάμεως» η λαϊκή κυριαρχία δεν έχει σημασία και πως η Κύπρος θα αποτελέσει λαμπρό παράδειγμα κοσμοπολίτικου πειράματος της … μεταεθνικής εποχής.

Η λέξη «αίσχος» είναι αναμφίβολα η μόνη απάντηση που αξίζει να δοθεί στους κράχτες ανελεύθερων θέσεων. Το τι γράφτηκε και ειπώθηκε το 2002-3, πάντως, καταγράφηκε και μελλοντικά θα αποδοθούν ευθύνες. Ποιο θα είναι το όφελος, όμως, αν μετά από δέκα ή είκοσι χρόνια η ιστορία κρίνει αυστηρά τους υπεύθυνους αυτών των ολέθριων στάσεων, όταν, στο πολύ κοντινό μέλλον, θα ληφθούν αποφάσεις που θα καταστρέψουν ένα ολόκληρο λαό και που θα παγιδεύσουν επί δεκαετίες η ελληνική εξωτερική πολιτική! Γι’ αυτό, έστω και την τελευταία στιγμή, επιβάλλεται αλλαγή πορείας της ελληνικής διπλωματίας.

3. Η συγκυρία της άνοιξης 2004 και οι δυνατότητες βιώσιμης λύσης με ταυτόχρονη ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ.

Την άνοιξη του 2004 ενόψει των συζητήσεων για την οριστικοποίηση της πλήρους ένταξης στην ΕΕ η τουρκική στρατηγική θέτει πολλαπλούς αλληλένδετους στόχους τους οποίους αντί πανηγυρισμών για ανύπαρκτες «επιτυχίες» η ελλαδική διπλωματία καλά θα κάνει να προσπαθήσει να αντιμετωπίσει:

Πρώτο, όπως δήλωσαν επανειλημμένα το 2003 οι τούρκοι ηγέτες, κύριος στρατηγικός στόχος της Άγκυρας είναι η σύνδεση της κυπριακής ένταξης με τις σχέσεις Τουρκίας-ΕΕ. Αυτό σε πρώτη φάση εκδηλώθηκε με αδιαφορία στο σχέδιο Αναν και εκβιαστικές δηλώσεις πολλών τούρκων επισήμων (για παράδειγμα, Ντενκτάς 11.5.04: «η βόρεια Κύπρος δεν θα συμμετάσχει μέχρι να μπει η Τουρκία στην ΕΕ». Ο επιτελάρχης Χιλμί Οζκιόρ και πρώην πρωθυπουργός Ετζεβίτ: «η Κύπρος για την Τουρκία αποτελεί ζωτικό στρατηγικό χώρο και αυτό το γεγονός υπερτερεί της λύσης του κυπριακού» και στήριξη αυτών των διεθνοφασιστικών θέσεων από τον «φίλο μας» Ισμαήλ Τζεμ αλλά και από ντόπιες (κατά Πάγκαλο) «εκποιημένες ιδέες» οι οποίες υποστήριζαν πως πρέπει «να κατανοήσουμε τα συμφέροντα του Άλλου».

Δεύτερο, είναι πλέον σαφές ότι τον Ιανουάριο του 2004 η Άγκυρα αποφάσισε τακτικές αναπροσαρμογές των διπλωματικών μεθοδεύσεών της: Δέχονται το σχέδιο Αναν «ως σημείο αναφοράς» και λύση που θα αποτυπώνει την «πραγματικότητα» (δηλαδή την διχοτόμηση). Η ανέξοδη αυτή τουρκική τακτική κίνηση έχει τρις συνέπειες:

i) Αφόρητες πιέσεις επί της ελληνικής πλευράς για να «βοηθήσει» τις «περιστερές» του τουρκικού κατεστημένου με υιοθέτηση ρυθμίσεων ακόμη πιο επαχθών από αυτές που πρότεινε ο Κόφι Αναν.

ii) Εκβιασμό να δεχτούμε τις τουρκικές θέσεις διαφορετικά δεν θα υπάρξει επικύρωση της Συνθήκης Ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ. Σε αυτή την περίπτωση η ένταξη αν και επικυρωμένη από μερικά κράτη δυνατό να αναβληθεί εξυπηρετώντας έτσι πλήρως τον προαναφερθέντα τουρκικό στόχο σύνδεσής της με την μελλοντική αλλά αβέβαιη τουρκική ένταξη.

iii) Ενδεχομένως πλήρη ένταξη της Κύπρου τον Μάιο του 2004 αλλά με κάποιου είδους δεσμεύσεις ότι βρίσκεται υπό την αίρεση της αποδοχής του σχεδίου Αναν όπως αυτό θα μελλοντικά θα προσαρμοστεί στις τουρκικές θέσεις.

Υπό το πρίσμα αυτών των εξελίξεων η ελληνική θέση μπορεί να είναι μόνο η πιο κάτω:

Πρώτο, η Κύπρος δεν μπορεί να είναι όμηρος των τουρκικών παλινωδιών. Γι’ αυτό θα ενταχθεί όπως συμφωνήθηκε τον Μάιο του 2004 και ενώ το σχέδιο Αναν θα μπορούσε να είναι «βάση συνομιλιών» θα πρέπει να προσαρμοστεί στο γεγονός της ιδιότητας της Κύπρου ως πλήρους μέλους της ΕΕ. Αυτό σημαίνει ένα μόνο πράγμα: Προσαρμογή του στην κοινοτική έννομη τάξη και στον κοινοτικό πολιτικό πολιτισμό.

Δεύτερο, η διχοτόμηση της Κύπρου και η πατερναλιστική ένταξή της ως είδος μέλους που βρίσκεται υπό την αίρεση μελλοντικών πολιτικών εξελίξεων δεν είναι αποδεκτή εξέλιξη για την ελληνική πλευρά. Αντιθέτως, η ενταγμένη στην ΕΕ Κύπρος έχει την δυνατότητα να δηλώσει ότι το κατεχόμενο μέρος της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι «αδούλωτο έδαφος της ΕΕ». Στη συνέχεια η κυπριακή κυβέρνηση θα συνεχίσει να προσεγγίζει τους τουρκοκύπριους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας με σκοπό να καλλιεργήσει περαιτέρω τον πολιτικό ορθολογισμό τους υπέρ μιας ενιαίας, βιώσιμης και ενταγμένης στην ευρωπαϊκή κοινωνία κυπριακής πολιτείας. Συμπληρώνω το αυτονόητο γεγονός ότι οι τουρκοκύπριοι έχουν το ίδιο συμφέρον με τους ελληνοκύπριους να μην καταργηθεί η κυπριακή λαϊκή κυριαρχία που υποδηλώνει η αποδοχή των διχοτομικών προνοιών του σχεδίου Αναν.

ΤΡΙΤΟ, επικέντρωση των προσπαθειών για ανάπτυξη πρωτοβουλιών των θεσμών της ΕΕ και του ΟΗΕ για να προσαρμοστούν οι προτάσεις του επίλυσης του Κυπριακού στην κοινοτική έννομη τάξη.

ΤΕΤΑΡΤΟ, ρητή προειδοποίηση της ελληνικής πλευράς προς όλες τις κατευθύνσεις ότι δεν αποτελεί αποδεκτή λύση του κυπριακού η διχοτόμηση της Κύπρου («αποδοχή των πραγματικοτήτων» κάτι το οποίο ο κύπριος πρόεδρος ευτυχώς απέρριψε ρητά). Απορρίπτεται επίσης κάθετα και χωρίς συζήτηση η διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η εγκαθίδρυση μη βιώσιμων θεσμών ασύμβατων με την κοινοτική έννομη τάξη και η παντοτινή μετατροπή της Τουρκίας και της Βρετανίας σε επιδιαιτητή του εσωτερικού κοινωνικοπολιτικού βίου των κυπρίων.

ΠΕΜΠΤΟ, αυτές οι πολιτικές θέσεις βραχυπρόθεσμης-μεσοπρόθεσμης εμβέλειας εντάσσονται στον πάγιο μακροπρόθεσμο σκοπό συμμόρφωσης της Τουρκίας στο γεγονός ότι είναι προς το συμφέρον της να απαγκιστρωθεί από την Κύπρο και να πάψει να συνδέει την τύχη των τουρκοκυπρίων με τις δικές της παρωχημένες στρατηγικές του ζωτικού χώρου που τους καθιστά έτσι «στρατηγική μειονότητα» της Άγκυρας.

Καταληκτικά, ενώ η στιβαρή και σώφρων πολιτική ηγεσία του προέδρου Τάσου Παπαδόπουλου στην Κύπρο εμπνέει, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, εμπιστοσύνη και σιγουριά, είναι αναγκαίο η ελλαδικός δημόσιος διάλογος να αναπτυχθεί σε νέα ορθολογιστική βάση που αναγνωρίζει τα λάθη του πρόσφατου παρελθόντος και που επαναχαράσσει τους στρατηγικούς στόχους και τις τακτικές ενέργειες. Αν αυτό σημαίνει πολιτικό κόστος για τους υπεύθυνους των πρόσφατων ολέθριων λαθών της ελληνικής διπλωματίας, κάτι το οποίο ασφαλώς εκτιμούμε ότι είναι ασήμαντο μπροστά στην ελευθερία-κυριαρχία του κυπριακού λαού. Καμία εφήμερη πολιτική σκοπιμότητα δεν είναι υπέρτερη του δικαιώματος για κυρίαρχη-ελεύθερη ύπαρξη εκατοντάδων χιλιάδων κυπρίων.

Μια τέτοια πολιτικά ευπρεπής και πολιτικά ορθολογιστική στάση δεν είναι συμβατή με αστείους πανηγυρισμούς για δήθεν «επιτυχία της ένταξης» της Κύπρου στην ΕΕ. Σε τελευταία ανάλυση είναι μειωτικό για την ελληνική πολιτική ηγεσία αν δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό το πασίδηλο γεγονός ότι η τελική ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ τον ερχόμενο Μάιο πολιτικά είναι πολύ μακριά και ότι, πιο σημαντικό, η τελική λύση του κυπριακού προβλήματος είναι ακόμη πολύ πιο απομακρυσμένο ενδεχόμενο. Η ελευθερία εκατοντάδων χιλιάδων κυπρίων και το μέλλον της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής δεν πρέπει να υποταχθεί στις συγκριτικά ασήμαντες πολιτικές σκοπιμότητες του εφήμερου πολιτικού αγώνα για θέσεις και αξιώματα.

Η επικείμενη συζήτηση στην Ελληνική Βουλή αποτελεί μοναδική πολιτική πρόκληση για –ανεξαρτήτως κόμματος στο οποίο ανήκει κάποιος– πολιτικά ορθολογιστικές θέσεις, στάσεις και συμπεριφορές.

 

 

 

http://www.antibaro.gr