Κατηγορίες άρθρων

 Έρχονται δύσκολες μέρες για την Κύπρο

Αρχική σελίδα
Εξωτ. πολιτική/ Διπλωματία
Εθνικά θέματα
Κοινωνία
Πολιτισμός
Θρησκεία
Διεθνή
Βιβλιογραφία/ Συνδέσεις
Εκδηλώσεις
Οπτικοακουστικό
υλικό
Δελτία
Ενημέρωσης
Ιστολόγιο
Αντίβαρου
ʼγρα γραπτών
Πρόσφατα κείμενα
Με χρονολογική σειρά.
Δελτίο ενημέρωσης!
Εγγραφή Διαγραφή
Συγγραφείς

Αθανάσιος Γιουσμάς
ʼθως Γ. Τσούτσος
ʼκης Καλαιτζίδης
Αλέξανδρος Γερμανός
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας
Αλέξανδρος Κούτσης
Αμαλία Ηλιάδη
Ανδρέας Σταλίδης
Ανδρέας Φαρμάκης
Ανδρέας Φιλίππου
Αντώνης Κ. Ανδρουλιδάκης
Αντώνης Λαμπίδης
Αντώνης Παυλίδης
Απόστολος Αλεξάνδρου
Απόστολος Αναγνώστου
Αριστείδης Καρατζάς
Αχιλλέας Αιμιλιανίδης
Βάιος Φασούλας
Βαν Κουφαδάκης
Βασίλης Γκατζούλης
Βασίλης Ζούκος
Βασίλης Κυρατζόπουλος
Βασίλης Πάνος
Βασίλης Στοιλόπουλος
Βασίλης Ν. Τριανταφυλλίδης
(Χάρρυ Κλυνν)
Βασίλης Φτωχόπουλος
Βένιος Αγελόπουλος
Βίας Λειβαδάς
Βλάσης Αγτζίδης
Γεράσιμος Παναγιωτάτος-Τζάκης
Γιάννης Διακογιάννης
Γιάννης Θεοφύλακτος
Γιάννης Παπαθανασόπουλος
Γιάννης Τζιουράς
Γιώργος Αλεξάνδρου
Γιώργος Βλαχόπουλος
Γιώργος Βοσκόπουλος
Γιώργος Βότσης
Γιώργος Κακαρελίδης
Γιώργος Καστρινάκης
Γιώργος Κεκαυμένος
Γιώργος Κεντάς
Γιώργος Κολοκοτρώνης
Γιώργος Κουτσογιάννης
Γιώργος Νεκτάριος Λόης
Γιώργος Μαρκάκης
Γιώργος Μάτσος
Γιώργος Παπαγιαννόπουλος
Γιώργος Σκουταρίδης
Γιώργος Τασιόπουλος
Γλαύκος Χρίστης
Δημήτρης Αλευρομάγειρος
Δημήτρης Γιαννόπουλος
Δημήτριος Δήμου
Δημήτρης Μηλιάδης
Δημήτριος Γερούκαλης
Δημήτριος Α. Μάος
Δημήτριος Νατσιός
Διαμαντής Μπασάντης
Διονύσης Κονταρίνης
Διονύσιος Καραχάλιος
Ειρήνη Στασινοπούλου
Ελένη Lang - Γρυπάρη
Ελευθερία Μαντζούκου
Ελευθέριος Λάριος
Ελλη Γρατσία Ιερομνήμων
Ηλίας Ηλιόπουλος
Θεόδωρος Μπατρακούλης
Θεόδωρος Ορέστης Γ. Σκαπινάκης
Θεοφάνης Μαλκίδης
Θύμιος Παπανικολάου
Θωμάς Δρίτσας
Ιωάννης Μιχαλόπουλος
Ιωάννης Χαραλαμπίδης
Ιωάννης Γερμανός
Κρίτων Σαλπιγκτής
Κυριάκος Κατσιμάνης
Κυριάκος Σ. Κολοβός
Κωνσταντίνος Αλεξάνδρου Σταμπουλής
Κωνσταντίνος Ναλμπάντης
Κωνσταντίνος Ρωμανός
Κωνσταντίνος Χολέβας
Λαμπρινή Θωμά
Μαίρη Σακελλαροπούλου
Μανώλης Βασιλάκης
Μανώλης Εγγλέζος - Δεληγιαννάκης
Μάρκος Παπαευαγγέλου
Μάρω Σιδέρη
Μιλτιάδης Σ.
Μιχάλης Χαραλαμπίδης
Μιχάλης Κ. Γκιόκας
Νέστωρ Παταλιάκας
Νικόλαος Μάρτης
Νίκος Ζυγογιάννης
Νίκος Καλογερόπουλος Kaloy
Νίκος Λυγερός
Νίκος Παπανικολάου
Νίκος Σαραντάκης
Νίνα Γκατζούλη
Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας
Παναγιώτης Ανανιάδης
Παναγιώτης Ήφαιστος
Παναγιώτης Α. Καράμπελας
Παναγιώτης Καρτσωνάκης
Παναγιώτης Φαραντάκης
Παναγιώτης Χαρατζόπουλος
Πανίκος Ελευθερίου
Πάνος Ιωαννίδης
Πασχάλης Χριστοδούλου
Παύλος Βαταβάλης
Σοφία Οικονομίδου
Σπυριδούλα Γρ. Γκουβέρη
Σταύρος Σταυρίδης
Σταύρος Καρκαλέτσης
Στέλιος Θεοδούλου
Στέλιος Μυστακίδης
Στέλιος Πέτρου
Στέφανος Γοντικάκης
Σωτήριος Γεωργιάδης
Τάσος Κάρτας
Φαήλος Κρανιδιώτης
Φειδίας Μπουρλάς
Χρήστος Ανδρέου
Χρήστος Δημητριάδης
Χρήστος Κηπουρός
Χρήστος Κορκόβελος
Χρήστος Μυστιλιάδης
Χρήστος Σαρτζετάκης
Χριστιάνα Λούπα
Χρίστος Δαγρές
Χρίστος Δ. Κατσέτος
Χρύσανθος Λαζαρίδης
Χρύσανθος Σιχλιμοίρης
Gene Rossides
Marcus A. Templar

Επικοινωνία
Οι απόψεις σας είναι ευπρόσδεκτες!
 

 


Έρχονται δύσκολες μέρες για την Κύπρο

Πανίκος Ελευθερίου
ʼσσια – Κατεχόμενη Αμμόχωστος

Αντίβαρο, Μάϊος 2008



Αυτές τις μέρες στην Κύπρο, προσπαθήσαμε να γιορτάσουμε τις εθνικές επετείους της 25ης Μαρτίου και της 1ης Απριλίου.  Λέμε προσπαθήσαμε, γιατί όσο κι αν το θελήσαμε, δεν μπορέσαμε να χαρούμε τις στιγμές.   Συνειδητοποιούμε ότι ενώ οι προηγούμενες γενεές Ελλήνων μεγαλούργησαν, στις μέρες μας διολισθαίνουμε, με ορατό πλέον τον κίνδυνο, νέας εθνικής συρρίκνωσης.  Εκτός από την χρεοκοπία στο Κυπριακό, έχουμε τους Σκοπιανούς να οραματίζονται ‘Μεγάλη Μακεδονία’, τους Αλβανούς την αντίστοιχη ‘Μεγάλη Αλβανία’, ενώ βέβαια έχουμε την δεδομένη διαχρονική Τουρκική προκλητικότητα, στο Αιγαίο και στη Θράκη (πόσο μάλλον, στην Κύπρο).  Ο Ελληνισμός βάλλεται από παντού, και δείχνοντας αδύναμος να υπερασπίσει τα εθνικά του συμφέροντα, υποχωρεί άτακτα, σε όλα τα μέτωπα.  Γι αυτό, στο μυαλό και στη ψυχή μας δεν μένει χώρος για ενθουσιασμό.  Ενώ κανονικά θα έπρεπε να νιώθαμε περήφανοι, συνεπαρμένοι από το πνεύμα των ημερών, κάτι άλλο μας συμβαίνει.  Νιώθουμε τόσο μικροί, τόσο ταπεινωμένοι και εξευτελισμένοι, συγκρίνοντας την κατάντια μας με το μεγαλείο αυτών που προσπαθούμε να τιμήσουμε στις επετείους. 

 

Επικεντρώνοντας στο παρόν άρθρο την προσοχή μας στο Κυπριακό, συμπεραίνουμε ότι έρχονται δύσκολες μέρες, σαν κι αυτές που περάσαμε το 2004, όπου η βιωσιμότητα του Ελληνισμού της Κύπρου, κρεμόταν από την έκβαση του δημοψηφίσματος.  Τελικά η παγίδα που έστησαν τότε, παρόλο που ήταν αριστοτεχνικά σχεδιασμένη, στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο, δεν στάθηκε ικανή να καταστρέψει την Κύπρο.  Όμως, δεν μπορούμε να πούμε ότι η όλη προσπάθεια δεν είχε τα αποτελέσματα της.  Ειδικά μετά τις εκλογές στην Κύπρο,  αποδεικνύεται ότι το σχέδιο λύσης, που αποσκοπούσε στην διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, και στη δημιουργία ενός ‘συνταγματικού πειραματόζωου’, από τη λειτουργία του οποίου, θα εξαρτιόταν το μέλλον των Ελλήνων της Κύπρου, δεν έφυγε ποτέ από το προσκήνιο.  Είναι πλέον φανερό, ότι με την αποκαθήλωση του Τάσσου Παπαδόπουλου από την εξουσία, ο κίνδυνος της επαναφοράς του ιδίου σχεδίου, με άλλο όνομα, αλλά ίδιο περιεχόμενο, είναι πολύ μεγάλος.  Εξάλλου, παρά  τη φιλολογία που αναπτύχθηκε για το αν το σχέδιο Ανάν, είναι ή όχι στο τραπέζι,  η ουσία παραμένει, ως είχε: Οι ηγέτες μας επιμένουν στην αναζήτηση λύσης, που θα έχει ως βάση την ίδια καταστροφική λύση, αυτή της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας.  Με άλλα λόγια, προσαρμόζονται με τα δεδομένα της εισβολής, είναι πρόθυμοι να δεχθούν τη νομιμοποίησή τους, έχοντας το θράσος να παρουσιάζουν τον ενδοτισμό, και την υποχωρητικότητά που τους διακατέχει, ως πατριωτισμό.   

 

Παρακολουθώντας τις τρέχουσες εξελίξεις, μόνο αρνητικά μπορούμε να ξεχωρίσουμε (δεν είμαστε μεταξύ αυτών που έχαψαν τα επικοινωνιακά κόλπα του Χριστόφια και του Ταλάτ, και των στρατηγών της ʼγκυρας, οι οποίοι επιθυμούν διακαώς, το κάθε μέρος για τους δικούς του λόγους, να δείξουν πόσο δυνατός είναι ο νέος αέρας που φύσηξε στο Κυπριακό).  Μας καταλαμβάνει η θλίψη και η ανησυχία, όταν βλέπουμε τα τραγελαφικά που συμβαίνουν στις μέρες μας.  Τι να πρωτοαναφέρουμε; Την ευτυχία στα πρόσωπα των ταγών μας, για το επικείμενο νέο δούλεμα που θα μας κάνουν οι Τούρκοι, στα πλαίσια του ‘νέου θετικού κλίματος στο Κυπριακό’; Τα θερμά φιλιά που αντάλλαξαν η δήμαρχος της Λευκωσίας, με τον ψευδοδήμαρχο, στο ‘γεύμα εργασίας’ που είχαν (εργαζόμενοι σκληρά για τις σχέσεις καλής γειτονίας, κάτω από το άγρυπνο μάτι του κατοχικού στρατού); Τους πανηγυρισμούς αφελών, για το ότι ‘έπεσε το τοίχος της τελευταίας χωρισμένης πρωτεύουσας της Ευρώπης’ (ξεχνώντας την κατοχή, ορεγόμενοι ίσως  φθηνά ψώνια, στην άλλη πλευρά του κατεδαφισμένου οδοφράγματος);  Τι άλλωστε να πούμε, για τους θλιβερούς καταστηματάρχες, που χάρηκαν για τη διάνοιξη, μόνο και μόνο για το αυξημένο πελατολόγιο που θα έχουν;

 

Θα προτιμούσαμε να μην πνέει ο νέος άνεμος που έφερε η εκλογή του Δημήτρη Χριστόφια στην προεδρία.  Θα νιώθαμε πιο ασφαλείς, αν στην προεδρία βρισκόταν ένας πρόεδρος, που χειριζόταν το Κυπριακό με πίστη σε αρχές (με στόχο την απελευθέρωση της Κύπρου, και όχι την ψευδεπίγραφη ‘επανένωση’), και ρεαλισμό.  Οι πολιτικοί, εκτός από ειλικρινείς, και έντιμοι απέναντι στο λαό, οφείλουν να είναι ρεαλιστές, και ο πραγματικός αυτός ρεαλισμός (όχι ο ρεαλισμός της ηττοπάθειας, και της προσαρμογής με τα κατοχικά δεδομένα), να βασίζεται στη γνώση.  Δηλαδή, να έχουν γνώση της πραγματικότητας, μελετώντας τον αντίπαλο, και τις επιδιώξεις του, για να μπορούν να χαράξουν πολιτική, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, και βεβαίως να μπορούν να δώσουν κατεύθυνση στο λαό.  Αντί αυτού, δυστυχώς έχουμε ένα πρόεδρο που επιμένει να επενδύει στη καλή θέληση των τουρκοκυπρίων και του Ταλάτ, για να εξεύρει λύση του Κυπριακού, με βάση τα δεδομένα της εισβολής (λύση Δ.Δ.Ο.)  Πιστεύει σε χίμαιρες, όπως στην πολιτική της ‘ανθρωπιάς’, της ‘καλής καρδιάς’, όπως περίπου το θέτει, και των ‘καφέδων της ειρήνης’.  Μόνο που αυτά, δεν έχουν πέραση στην αρένα της πολιτικής (θα το διαπιστώσει σύντομα αυτό, και η Κύπρος εν τω μεταξύ θα έχει πληρώσει το κόστος).  Ως άνθρωποι, ζούμε σε κοινωνίες στις οποίες τα συναισθήματα, η ανθρωπιά, η και η ηθική είναι για πολλούς ξεπερασμένα.  Ο προσωπικός αγώνας για επιβίωση, στις πλείστες των περιπτώσεων, γίνεται καταπατώντας το σωστό και το δίκαιο, και πολλές φορές, εις βάρος των άλλων.  Παράλληλα με το τι γίνεται σε προσωπικό επίπεδο, κάτι παρόμοιο συμβαίνει στις σχέσεις μεταξύ των χωρών. Δεν ζούμε σε μια παγκόσμια κοινωνία αξιών.  Στις διεθνείς σχέσεις, τίποτε δεν λειτουργεί με βάση την αρχή του τι είναι σωστό, τι λάθος, και τι δίκαιο, αλλά με βάση τη ψυχρή λογική της γεωπολιτικής και των εθνικών συμφερόντων, χωρίς να αφήνεται χώρος για συναισθηματισμούς και ηθική. 

 

Σε συνέχεια με τα πιο πάνω συμπεράσματα, δεν αρκεί το ότι η Κύπρος έχει το δίκαιο με το μέρος της.  Θα πρέπει κατά πρώτο λόγο, να μένει η ίδια πιστή στην αναζήτηση δίκαιης λύσης (και όχι να προσαρμόζεται στα δεδομένα που δημιούργησε η κατοχή, και στις νουθεσίες των ξένων), και κατά δεύτερο, να έχει την απαραίτητη πειθώ στις σχέσεις της με τους ξένους.  Ο στόχος θα πρέπει να είναι, να πείσει τους φίλους της, ότι είναι προς το συμφέρον τους να υποστηρίξουν πραγματικά, το δίκαιο της υπόθεσής της, μετατρέποντάς τους, από φίλους, σε σύμμαχους.  Να αναζητήσει κοινά συμφέροντα, με δυνατούς παίκτες στο Ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον.  Αν πετύχει σε αυτό, θα αποκτήσει κύρος και εκτόπισμα, δυσανάλογο με την έκταση και τον πληθυσμό της, και θα μπορεί να ελπίζει βάσιμα ότι θα μπορέσει να αντεπιτεθεί διπλωματικά, προκαλώντας κόστος στην κατοχική Τουρκία (δεν είναι γι αυτόν τον απλό λόγο που η Κύπρος επιδίωξε ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση;) Επιπρόσθετη με τα πιο πάνω (και άκρως ενισχυτική), θα ήταν και η ενίσχυσης της αποτρεπτικής αμυντικής ισχύος (σε συνεργασία με την Μητέρα Ελλάδα – αναβιώνοντας το κατά πολλούς απονευρωμένο Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα).  Κάτι, που αν γίνει, είναι βέβαιο ότι θα ανατρέψει τα ισοζύγια δυνάμεων στην περιοχή, και θα τιθασεύσει την τουρκική αλαζονεία και επιθετικότητα.  Θα αυξηθεί με τέτοιο τρόπο, το κόστος της κατοχής για την Τουρκία, και θα οδηγήσει στην επανάκτηση του σεβασμού, που απωλέσθηκε προς όφελος του αντιπάλου.  Ελπίζουμε ότι η ηγεσία μας θα εγκαταλείψει πάραυτα την θέση για αποστρατικοποίηση της Κύπρου.  Οι τάσεις αυτοκτονίας αυτές, το μόνο που θα πετύχουν, είναι να μεγαλώνουν τη βουλιμία της Τουρκίας, και να αυξάνουν τις πιθανότητες, να βρεθεί η Κύπρος, εύκολη λεία πια, στα δόντια της Τουρκίας.  Ο Ελληνισμός θα πρέπει επιτέλους, στην Κύπρο και στο Αιγαίο, να δείξει αποφασιστικότητα.  Η Τουρκία μόνον με αυτό τον τρόπο θα πάρει τα σωστά μηνύματα.  Αυτό άλλωστε  μας δίδαξε το 1987, η αποφασιστικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου, στην κρίση που προκάλεσε στο Αιγαίο η Τουρκία με το ‘Σισμίκ 1’, που με αφορμή τις ωκεανογραφικές έρευνες, θέλησε να αμφισβητήσει την εθνική κυριαρχία στο Αιγαίο (αποφασιστικότητα που δεν είδαμε στα Ίμια αργότερα, με τα γνωστά αποτελέσματα).    

 

Φίλους-σύμμαχους λοιπόν να αναζητούμε, και όχι απλά χειροκροτητές ‘της καλής διάθεσης’ που επιδεικνύουμε (της υποχωρητικότητας δηλαδή, με την οποία τους έχουμε συνηθίσει).  Αυτό, όπως είπαμε, δεν μπορεί να επιτευχθεί με την πολιτική του καλού παιδιού, που ακολουθούμε τις τελευταίες δεκαετίες, που σίγουρα εξυπηρετεί, τα Αγγλοαμερικανικά συμφέροντα (και ασφαλώς αυτά της Τουρκίας).  Δεν γίνεται με το να δεχόμαστε ότι η λύση από την οποία θα κρέμεται η τύχη των ζώντων Ελλήνων της Κύπρου, και των μελλοντικών γενεών που έρχονται, θα είναι το αποτυχημένο διεθνές συνταγματικό πείραμα της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας.  Ούτε δηλαδή, με το να αποδεχόμαστε μια λύση του τύπου του σχεδίου Ανάν, που στην ουσία κονσερβοποιεί τους Έλληνες της Κύπρου (τους σφραγίζει το μέλλον με ημερομηνία λήξης).  Αλήθεια, υπάρχει πιο τρανή επιβεβαίωση για το πιο πάνω συμπέρασμα, από την αποδοχή της λύσης με αυτή τη μορφή, από την Τουρκία;

 

Μια άλλη σημαντική παράμετρος, είναι αυτή των κονδυλίων που αφιερώνονται για την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων, μέσω της διπλωματίας.  Η Κύπρος, το θύμα της Τουρκικής εισβολής, το αδύνατο μέρος στη συνεχιζόμενη διένεξη, είναι γενικώς αποδεκτό ότι πόρρω απέχει από την άσκηση αποτελεσματικής διπλωματίας.  Εκτός από το ότι οι πρεσβείες μας δεν λειτουργούν όπως θα έπρεπε (δεν είναι καν στελεχωμένες επαρκώς), θα πρέπει να απαντηθεί και το ακόλουθο καίριο ερώτημα (σε πλήρη συνάφεια με τα πιο πάνω): Κι αν ακόμα υπάρχουν οι ικανότατοι, και επαρκώς καταρτισμένοι (και εμποτισμένοι με την φιλοπατρία), διπλωμάτες, πώς μπορούν να υπερασπίσουν σωστά την υπόθεση της Κύπρου, όταν η επίσημη θέση (για αναζήτηση λύσης Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας), τους δένει τα χέρια; Είναι καταθλιπτικό να σκέπτεται κανείς, ότι σύσσωμη σχεδόν η ηγεσία μας, ‘αγωνίζεται’ για την επίτευξη της συγκεκριμένης λύσης.  Η εμμονή τους αυτή, στην χρεοκοπημένη πολιτική του λεγόμενου ‘έντιμου συμβιβασμού’ (για εθνικό ξεβράκωμα πρόκειται), οδήγησε στο σχέδιο Ανάν.  Πώς, αναρωτιόμαστε, μπορούν να γίνουν οι ηγέτες μας  σεβαστοί διεθνώς, όταν δέχονται να ισχύσουν οι ρατσιστικές, αντιδημοκρατικές (και αντιευρωπαϊκές) πρόνοιες της Διζωνικές στην ίδια τη χώρα τους; Τι καλό μπορεί να προέλθει από αυτούς που μας εκπροσωπούν στο εξωτερικό, όταν είναι υποχρεωμένοι να προωθούν την επίσημη θέση της πολιτικής ηγεσίας; Όταν φτάσαμε στο σημείο να παρουσιάζεται η επιδίωξη για την καταστροφική λύση της Διζωνικής, ως περίπου πατριωτική θέση, τότε τι να περιμένουμε; Μπορούμε να φανταστούμε τα ερωτηματικά που εγείρει η ενδοτική στάση της ηγεσίας μας στους ξένους, ειδικά σε αυτούς που ενδιαφέρονται πραγματικά για την υπεράσπιση του δικαίου (υπάρχουν κι αυτοί), και δεν έρχονται στην Κύπρο απλώς για διακοπές.  Μας καταλαμβάνει η θλίψη, αναλογιζόμενοι τη ζημιά που γίνεται λόγω των λανθασμένων επιδιώξεων της ηγεσίας μας.  Είναι τραγικό! Η ενημέρωση για το Κυπριακό (η διεθνοποίηση που όλοι επικαλούνται) γίνεται έχοντας τις πιο πάνω επιδιώξεις.  Έχοντας πια πείσει διεθνώς ότι το Κυπριακό είναι θέμα ‘επανένωσης’, και άρσης της απομόνωσης των τουρκοκυπρίων. 

 

Μετά από όλα τα πιο πάνω, το μέγα ερώτημα που τίθεται είναι το ακόλουθο: Μπορούμε να ανακάμψουμε, και να επαναφέρουμε το Κυπριακό στην ορθή του βάση, ως θέμα εισβολής και κατοχής; Δεύτερο ερώτημα: Μπορούμε επιτέλους να κάνουμε την επιθετική διπλωματία για την οποία γινόταν πολύς λόγος στον προεκλογικό αγώνα, που θα το πιο πάνω στόχο (και όχι την επιθετική διπλωματία του Γιαννάκη Κασουλίδη, που με μαθηματική ακρίβεια, θα επαναφέρει το σχέδιο Ανάν σε χειρότερη μορφή;) Ελπίζουμε, έστω και αργά, να μπορεί να γίνει αυτό.  Ας αναζητήσουμε τη δυναμική για την ανατροπή των δεδομένων, ξεκινώντας πρώτα από το δικό μας σπίτι, στην Κύπρο.  Αν δεν αλλάξει πρώτα η δική μας νοοτροπία στην αντιμετώπιση των θεμάτων, ας μην περιμένουμε στήριξη και βοήθεια από τους ξένους.  Οι ευρωπαίοι, ως σύγχρονοι ‘Πόντιοι Πιλάτοι’ νίπτουν τας χείρας τους.  Είναι δεδηλωμένοι υποστηρικτές των δικών μας θέσεων.  Είναι ακόμα έτοιμοι να εγγυηθούν την εφαρμογή της λύσης, όσο ‘αντιευρωπαϊκή’ κι αν είναι αυτή.  Για να αποδίδεται η ανάλογη ευθύνη, το λέμε ευθέως: Γιατί αναζητούμε ευθύνες στους ξένους, όταν οι πρώτοι που προωθούν την αντιδημοκρατική (συνεπώς και αντι-ευρωπαική λύση, αφού έρχεται σε κάθετη σύγκρουση με το υπάρχων ευρωπαϊκό κεκτημένο, είναι οι Έλληνες; Ας μην προσπαθούν λοιπόν κάποιοι να βρίσκουν δικαιολογίες για τα δικά τους θαλασσώματα.  Κανείς ευρωπαίος δεν φταίει για την μέχρι σήμερα διολίσθηση στα εθνικά θέματα (ως το σημείο της χρεοκοπίας, που βρίσκονται σήμερα). 

 

Για να μπορούμε να διορθώσουμε τα κακώς έχοντα, θα πρέπει πρώτα να διερωτηθούμε για κάποια πράγματα: Τι κάνουμε από την ημέρα που ενταχθήκαμε στην Ε.Ε.; Εκμεταλλευόμαστε την ένταξή, προς όφελός μας, ή αρκούμαστε στο να τονίζουμε με στόμφο ότι πλέον διαπραγματευόμαστε από θέση ισχύος, χωρίς ποτέ να κάνουμε κάτι τέτοιο; Υπερασπιζόμαστε με σθένος τα συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας; Ή δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τις όποιες Ευρωπαϊκές ντιρεκτίβες, άσχετα αν αυτές, (όπως αυτές που μας δίνουν οδηγίες για το πως θα ενισχύσουμε τους ‘απομονωμένους τουρκοκύπριους’), συνιστούν πισώπλατες μαχαιριές στο σώμα της Κύπρου.  Αν δεν μπορούμε τώρα, ως ευρωπαίοι  εταίροι, να ασκήσουμε πίεση προς την σωστή κατεύθυνση, τότε γιατί επιδιώξαμε να ενταχθούμε στην Ε.Ε.; Ιδιαίτερα η κυβέρνηση, θα πρέπει να δώσει την απαιτούμενη βαρύτητα στην διεθνοποίηση των ορθών παραμέτρων του Κυπριακού.  Η επανατοποθέτηση του Κυπριακού είναι επιβεβλημένη όσο ποτέ.  Αλλιώς θα εμπεδωθεί διεθνώς,  ότι στην Κύπρο υπάρχουν δύο οντότητες οι οποίες θα πρέπει να βοηθηθούν να επανενωθούν, με τη διάνοιξη κι άλλων οδοφραγμάτων.  Χωρίς καν να εξετάζεται θέμα άρσης της τουρκικής κατοχής.   Και η όλη σπουδή επί του θέματος θα είναι τέτοια που δεν θα επιτρέπει αισιοδοξία για αποκατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.  Το κράτος λοιπόν να λάβει τα μέτρα του, για να αποφευχθεί η εξής αρνητική εξέλιξη: Στην προσπάθεια μας να αποδείξουμε ότι στηρίζουμε τους τ/κ και δεν επιθυμούμε την απομόνωσή τους, να δεχθούμε πράγματα που θα εδραιώνουν το παράνομο καθεστώς και θα καθιστούν αδύνατη την επίτευξη δίκαιης λύσης του Κυπριακού.  Σε τέτοια περίπτωση τα ανοίγματα μας προς τους τ/κ, θα κλείσουν οριστικά πλέον, τον δρόμο της επιστροφής.

 

Τελικά, πού πάμε; Ο νέος πρόεδρος της Κ.Δ. τόνισε πρόσφατα ότι θα τηρήσει της υπόσχεση για παραμονή 50000 εποίκων, όπως προνοούσε και το σχέδιο Ανάν.  Δήλωσε επίσης ότι «η αποστρατικοποίηση της ‘Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας’, θα γίνει με τη λύση του Κυπριακού».  Βλέπουμε λοιπόν ότι ο νέος πρόεδρος, μιλάει ήδη τη γλώσσα του σχεδίου Ανάν, αφού, χρησιμοποιεί χωρίς φειδώ, την ορολογία του.  Κάποιος ‘θερμόαιμος’, αυθόρμητα θα ρωτούσε: «Ποιος του έδωσε το δικαίωμα να νομιμοποιήσει 50000 κουβαλητούς έποικους που θα λυμαίνονται τις δικές μας περιουσίες;» Η απάντηση: Ο κυπριακός λαός, δημοκρατικά με τη ψήφο του (που ελπίζω βέβαια, να μην μετανιώσει σύντομα πικρά για τις επιλογές του).

 

Τελειώνοντας, νιώθω ότι είναι επιβεβλημένο να επαναλάβω αυτό που τόνισα σε προηγούμενο άρθρο: «Δεν υπάρχει πια, καμία αμφιβολία, ότι στήνεται πάλι η παγίδα του σχεδίου Ανάν.  Θα κατέλθουν πιο προετοιμασμένοι, ενθαρρυμένοι από την αποκαθήλωση του Τάσσου Παπαδόπουλου από την εξουσία.  Θα μεταμφιέσουν τις προθέσεις τους, θα προτείνουν μια μεταλλαγμένη λύση (ακόμα και ‘ευρωπαϊκή λύση’ είναι άξιοι να την ονομάσουν), και θα δουλέψουν σκληρά για να την περάσουν.  Τελικός στόχος, η θανάτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, και η παρθενογένεση που επιδιώκουν οι εχθροί μας.  Ξένοι και ‘δικοί’, θα επενδύσουν στην κόπωση που έχει επέλθει στον λαό, και σε έναν ανήθικο εκβιασμό, που άρχισε ήδη να καλλιεργείται: «Οι ξένοι έχουν χάσει την υπομονή τους μαζί μας.  Ή δεχόμαστε τη ‘λύση’, όποια κι αν είναι αυτή, αφού καλύτερη δεν μπορεί να υπάρξει, ή ‘τσιμεντώνεται’ και μονιμοποιείται η διχοτόμηση.»

 

Αυτά λοιπόν, για προβληματισμό.  Και ένα γενικό συμπέρασμα: Όσο οι Έλληνες της Κύπρου (αλλά και της Ελλάδας – από τα ίδια πάσχει και ο υπόλοιπος ελληνισμός), βάζουν το κομματικό συμφέρον πάνω από το εθνικό, όσο παραμένουν ‘κομματικοί πατριώτες’, αντί να γίνουν σωστοί πατριώτες, αυτά θα έχουμε.  Ελπίζω αρκετοί να ξυπνήσουν, πριν να είναι αργά.  Επειδή γλιτώσαμε το 2004 από την μέγγενη της τουρκοποίησης, δεν υπάρχει καμία διασφάλιση ότι αυτό θα συμβεί και την επόμενη φορά. 

 

Πανίκος Ελευθερίου

ʼσσια – Κατεχόμενη Αμμόχωστος

2.4.2008

http://www.antibaro.gr