Κατηγορίες άρθρων

 Ο ρόλος των ΗΠΑ στο κουρδικό ζήτημα και η απαγωγή Οτσαλάν

Αρχική σελίδα
Εξωτ. πολιτική/ Διπλωματία
Εθνικά θέματα
Κοινωνία
Πολιτισμός
Θρησκεία
Διεθνή
Βιβλιογραφία/ Συνδέσεις
Εκδηλώσεις
Οπτικοακουστικό
υλικό
Δελτία
Ενημέρωσης
Ιστολόγιο
Αντίβαρου
Άγρα γραπτών
Πρόσφατα κείμενα
Με χρονολογική σειρά.
Δελτίο ενημέρωσης!
Εγγραφή Διαγραφή
Συγγραφείς

Αθανάσιος Γιουσμάς
Άθως Γ. Τσούτσος
Άκης Καλαιτζίδης
Αλέξανδρος Γερμανός
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας
Αλέξανδρος Κούτσης
Αμαλία Ηλιάδη
Ανδρέας Σταλίδης
Ανδρέας Φαρμάκης
Ανδρέας Φιλίππου
Αντώνης Κ. Ανδρουλιδάκης
Αντώνης Λαμπίδης
Αντώνης Παυλίδης
Απόστολος Αλεξάνδρου
Απόστολος Αναγνώστου
Αριστείδης Καρατζάς
Αχιλλέας Αιμιλιανίδης
Βάιος Φασούλας
Βαν Κουφαδάκης
Βασίλης Γκατζούλης
Βασίλης Ζούκος
Βασίλης Κυρατζόπουλος
Βασίλης Πάνος
Βασίλης Στοιλόπουλος
Βασίλης Ν. Τριανταφυλλίδης
(Χάρρυ Κλυνν)
Βασίλης Φτωχόπουλος
Βένιος Αγελόπουλος
Βίας Λειβαδάς
Βλάσης Αγτζίδης
Γεράσιμος Παναγιωτάτος-Τζάκης
Γιάννης Διακογιάννης
Γιάννης Θεοφύλακτος
Γιάννης Παπαθανασόπουλος
Γιάννης Τζιουράς
Γιώργος Αλεξάνδρου
Γιώργος Βλαχόπουλος
Γιώργος Βοσκόπουλος
Γιώργος Βότσης
Γιώργος Κακαρελίδης
Γιώργος Καστρινάκης
Γιώργος Κεκαυμένος
Γιώργος Κεντάς
Γιώργος Κολοκοτρώνης
Γιώργος Κουτσογιάννης
Γιώργος Νεκτάριος Λόης
Γιώργος Μαρκάκης
Γιώργος Μάτσος
Γιώργος Παπαγιαννόπουλος
Γιώργος Σκουταρίδης
Γιώργος Τασιόπουλος
Γλαύκος Χρίστης
Δημήτρης Αλευρομάγειρος
Δημήτρης Γιαννόπουλος
Δημήτριος Δήμου
Δημήτρης Μηλιάδης
Δημήτριος Γερούκαλης
Δημήτριος Α. Μάος
Δημήτριος Νατσιός
Διαμαντής Μπασάντης
Διονύσης Κονταρίνης
Διονύσιος Καραχάλιος
Ειρήνη Στασινοπούλου
Ελένη Lang - Γρυπάρη
Ελευθερία Μαντζούκου
Ελευθέριος Λάριος
Ελλη Γρατσία Ιερομνήμων
Ηλίας Ηλιόπουλος
Θεόδωρος Μπατρακούλης
Θεόδωρος Ορέστης Γ. Σκαπινάκης
Θεοφάνης Μαλκίδης
Θύμιος Παπανικολάου
Θωμάς Δρίτσας
Ιωάννης Μιχαλόπουλος
Ιωάννης Χαραλαμπίδης
Ιωάννης Γερμανός
Κρίτων Σαλπιγκτής
Κυριάκος Κατσιμάνης
Κυριάκος Σ. Κολοβός
Κωνσταντίνος Αλεξάνδρου Σταμπουλής
Κωνσταντίνος Ναλμπάντης
Κωνσταντίνος Ρωμανός
Κωνσταντίνος Χολέβας
Λαμπρινή Θωμά
Μαίρη Σακελλαροπούλου
Μανώλης Βασιλάκης
Μανώλης Εγγλέζος - Δεληγιαννάκης
Μάρκος Παπαευαγγέλου
Μάρω Σιδέρη
Μιλτιάδης Σ.
Μιχάλης Χαραλαμπίδης
Μιχάλης Κ. Γκιόκας
Νέστωρ Παταλιάκας
Νικόλαος Μάρτης
Νίκος Ζυγογιάννης
Νίκος Καλογερόπουλος Kaloy
Νίκος Λυγερός
Νίκος Παπανικολάου
Νίκος Σαραντάκης
Νίνα Γκατζούλη
Παναγιώτης Α. Μπούρδαλας
Παναγιώτης Ανανιάδης
Παναγιώτης Ήφαιστος
Παναγιώτης Α. Καράμπελας
Παναγιώτης Καρτσωνάκης
Παναγιώτης Φαραντάκης
Παναγιώτης Χαρατζόπουλος
Πανίκος Ελευθερίου
Πάνος Ιωαννίδης
Πασχάλης Χριστοδούλου
Παύλος Βαταβάλης
Σοφία Οικονομίδου
Σπυριδούλα Γρ. Γκουβέρη
Σταύρος Σταυρίδης
Σταύρος Καρκαλέτσης
Στέλιος Θεοδούλου
Στέλιος Μυστακίδης
Στέλιος Πέτρου
Στέφανος Γοντικάκης
Σωτήριος Γεωργιάδης
Τάσος Κάρτας
Φαήλος Κρανιδιώτης
Φειδίας Μπουρλάς
Χρήστος Ανδρέου
Χρήστος Δημητριάδης
Χρήστος Κηπουρός
Χρήστος Κορκόβελος
Χρήστος Μυστιλιάδης
Χρήστος Σαρτζετάκης
Χριστιάνα Λούπα
Χρίστος Δαγρές
Χρίστος Δ. Κατσέτος
Χρύσανθος Λαζαρίδης
Χρύσανθος Σιχλιμοίρης
Gene Rossides
Marcus A. Templar

Επικοινωνία
Οι απόψεις σας είναι ευπρόσδεκτες!
 

 


Ο ρόλος των ΗΠΑ στο κουρδικό ζήτημα και η απαγωγή Οτσαλάν

Πάνος Πικραμένος
δημοσιογράφος

Αντίβαρο, Ιανουάριος 2007




Οκτώ χρόνια μετά την απαγωγή του Α. Οτσαλάν στο Ναϊρόμπι της Κένυα, το κουρδικό ζήτημα όχι μόνο δεν έχει σβήσει ή ηττηθεί, -όπως πολλοί πίστεψαν τότε- αλλά αντίθετα, με την εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ το 2003, φαίνεται να έχει περισσότερες δυνατότητες παρά ποτέ για την επίλυσή του. 

 

 

 Ουδείς αμφιβάλλει πλέον, ότι ο μεγάλος, και μάλλον ο μόνος, κερδισμένος από την τραγωδία του πολέμου στο Ιράκ, είναι το κουρδικό Έθνος. Με Πρόεδρο του Ιράκ τον Κούρδο Τ. Ταλαμπανί, τον Μ. Μπαρτζανί διοικητή του Β. Ιράκ, και τις στρατιωτικές δυνάμεις τους να παίζουν σημαντικό ρόλο στο πλευρό των Αμερικανών, οι Κούρδοι, έχουν πλέον βάσιμες ελπίδες για μία de joura αυτονομία του Β. Ιράκ, όπου βρίσκονται και τα πετρελαιοφόρα «χρυσωρυχεία» της Μοσούλης και του Κιρκούκ.

Οι πιο αισιόδοξοι, θεωρούν την αμερικανική εισβολή ως την κουρδική «ναυμαχία του Ναυαρίνου» και μιλούν ακόμη και για ενδεχόμενη τριχοτόμηση του Ιράκ, γεγονός που θα σημάνει την ίδρυση ανεξάρτητου κουρδικού κράτους. Με την Άγκυρα να τελεί υπό γεωπολιτικό πανικό και να κατηγορεί την αμερικανική πλευρά ότι ανέχεται ή και υποστηρίζει την δράση των «γκιερίλα» του ΡΚΚ (την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές 140.000 στρατός έχει συγκεντρωθεί στα σύνορα Τουρκίας-Ιράκ, απειλώντας με εισβολή), έχει γίνει παραπάνω από σαφές, ότι ο αμερικανικός παράγων ποτέ δεν είχε σοβαρές ενστάσεις για  το κουρδικό αυτονομιστικό κίνημα. Δεν είχε ουσιαστικό πρόβλημα ούτε με τους Κούρδους της Τουρκίας, ούτε και με το Εργατικό Κόμμα Κουρδιστάν (ΡΚΚ), παρά το ότι επισήμως αυτό χαρακτηρίζεται ως «τρομοκρατική» οργάνωση και παρά τις ευνόητες επιφυλάξεις που μπορεί να έχει μία υπερδύναμη έναντι ενός εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος με αριστερό χαρακτήρα.

Όλα δείχνουν ότι το μόνο πρόβλημα των ΗΠΑ ήταν ο ίδιος ο ηγέτης του ΡΚΚ, Α. Οτσαλάν. Και όπως φαίνεται, το πρόβλημα αυτό «διευθετήθηκε» με τα δραματικά γεγονότα του Φεβρουαρίου 1999, τα οποία  σημάδεψαν ανεξίτηλα την μνήμη όλων μας. 

 

Σχέσεις ΗΠΑ-Κούρδων και ΡΚΚ. 

 Το έμπρακτο ενδιαφέρον και η ανάμειξη της Ουάσιγκτον στο Κουρδικό Ζήτημα, άρα και στην διαμάχη του ΡΚΚ με το Τουρκικό κράτος, δεν ξεκίνησε λίγες ημέρες ή εβδομάδες πριν την απαγωγή Οτσαλάν, όπως λανθασμένα αφήνουν να εννοηθεί   ορισμένοι αναλυτές, μεταξύ των οποίων και ο κ. Σάββας Καλεντερίδης, στο βιβλίο του με τον τίτλο «Παράδοση Οτσαλάν, η ώρα της αλήθειας». Η εμπλοκή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στο κουρδικό ζήτημα, που εκδηλωνόταν είτε δια της παρουσίας της είτε δια της σκόπιμης απουσίας της, έχει ιστορία πολλών ετών. 

Στις 11 Οκτωβρίου 1998, με πρωτοβουλία των ΗΠΑ και παρουσία του Προέδρου Μπιλ Κλίντον, υπεγράφη η ιστορική «συμφωνία της Ουάσιγκτον», μεταξύ των δύο Κούρδων ηγετών του Β. Ιράκ, του «φεουδάρχη» Μ. Μπαρτζανί και του «αστού» Τ. Ταλαμπανί. Η συμφωνία αυτή, που προσέδωσε χαρακτηριστικά αυτόνομης πολιτικής οντότητας στο Β. Ιράκ, και έθεσε τις βάσεις για να λήξει ο κουρδικός εμφύλιος πόλεμος μεταξύ διαφόρων οργανώσεων και παρατάξεων στο Β. Ιράκ, πανικόβαλλε τόσο την Άγκυρα, η οποία χρησιμοποιούσε τις δυνάμεις του Μ. Μπαρζανί, στο πόλεμο εναντίον των Κούρδων της Τουρκίας και του ΡΚΚ, όσο και την Βαγδάτη, που σε ότι αφορά την κουρδική μειονότητα ακολουθούσε την πολιτική του «διαίρει και βασίλευε». Με την συμφωνία της Ουάσιγκτον, ο έλεγχος του Β. Ιράκ ουσιαστικά ανελήφθη από τους Αμερικανούς. Από την πλευρά τους, αυτοί ανέλαβαν την ανάδειξη και διεθνή αναγνώριση του Κουρδικού Ζητήματος.  

Όμως η προστατευτική «ομπρέλα» των ΗΠΑ πάνω από τους Κούρδους, είχε ανοίξει πολύ νωρίτερα και με τρόπο πρακτικό. Από την εποχή της πρώτης εισβολής των Αμερικανών στο Ιράκ, το 1991, αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη περιπολούσαν καθημερινά πάνω από το Β. Ιράκ, βομβαρδίζοντας φυλάκια και σχηματισμούς του ιρακινού στρατού, -πολλές φορές σε ρόλο «προστασίας» των Κούρδων «πεσμεργκά» του Μπαρτζανί και  του Ταλαμπανί. Οι βομβαρδισμοί αυτοί γίνονταν γνωστοί από τις συνεχείς καταγγελίες της ιρακινής κυβέρνησης του Σ. Χουσείν και διάρκεσαν μέχρι και λίγο πριν την δεύτερη εισβολή. Το αποτέλεσμα ήταν ότι, εκτός ορισμένων περιόδων, στο βόρειο τμήμα του Β. Ιράκ, η παρουσία του ιρακινού στρατού ήταν μικρή έως συμβολική και ειδικότερα στην ύπαιθρο περιοριζόταν σε ορισμένα φυλάκια με ολιγομελές προσωπικό. Μάλιστα όταν στις 31 Αυγούστου 1996 η Βαγδάτη εξαπέλυσε επίθεση στο Κουρδιστάν, και η πόλη Αρμπίλ έπεσε στα χέρια του ιρακινού στρατού, σε αντίποινα, στις 3 και 4 Σεπτεμβρίου το Ιράκ δέχθηκε επίθεση των ΗΠΑ στον Νότο. 

Επισημαίνεται ότι η αμερικανική πολεμική αεροπορία, η οποία κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των δύο εισβολών επιχειρούσε κυρίως από το αεροδρόμιο Ινσιρλίκ της Τουρκίας, ουδέποτε απετέλεσε απειλή για τους σχηματισμούς των ανταρτών του ΡΚΚ, οι οποίοι μετά το 1995-6, δρώντας στο Β. Ιράκ, είχαν καταλάβει τα οροπέδια του Ζαπ κατά μήκος των τουρκικών συνόρων στο έδαφος του Ιράκ, τα οποία αποτελούν φυσικό οχυρό και εκτείνονται ανατολικά σχεδόν μέχρι τα σύνορα με το Ιράν. Αυτούς. τους βομβάρδιζαν συνεχώς τα τουρκικά αεροσκάφη που παραβίαζαν τον εναέριο χώρο του Ιράκ, και όχι η αμερικανική πολεμική αεροπορία.

Η μόνιμη παρουσία αμερικανών και ισραηλινών στρατιωτικών συμβούλων και εκπαιδευτών στις κουρδικές περιοχές του Μπαρζανί και του Ταλαμπανί, ήταν κοινό μυστικό τουλάχιστον από το 1996 και καταγγελλόταν συνεχώς από το ΡΚΚ και το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο Κουρδιστάν (ARGK), που τότε βρίσκονταν σε διαμάχη με τις κουρδικές οργανώσεις του Β. Ιράκ. Αυτό γιατί το ΡΚΚ λόγω του εμφυλίου πολέμου που μαινόταν εκείνη την εποχή, θεωρούσε ότι η παρουσία των αμερικανών και ισραηλινών στρεφόταν εναντίον του.

Όπως αποκαλύφθηκε κατά την διάρκεια της δεύτερης εισβολής, η παρουσία αυτών των «συμβούλων» στρεφόταν εναντίον των δυνάμεων του Ιράκ και ήταν παραπάνω από εκτεταμένη, αφού μέχρι το τέλος του 2002, τουλάχιστον 5.000 Κούρδοι του Ιράκ, είχαν εκπαιδευτεί σε αμερικανική βάση της νήσου Γκουάμ, στον Ειρηνικό, σε ζητήματα …δημόσιας διοίκησης. Είναι εύκολα αντιληπτό ότι 5000 άνθρωποι δεν εκπαιδεύονται σε λίγες εβδομάδες ή μήνες. Η διαδικασία αυτή πρέπει να διήρκεσε αρκετά χρόνια, ενώ ο αριθμός των Κούρδων του Ιράκ που έλαβαν στρατιωτική εκπαίδευση από Αμερικανούς  και Ισραηλινούς στο Β. Ιράκ, είναι άγνωστος. Σε ότι αφορά το ίδιο το ΡΚΚ, αν και από το Στέητ Ντηπάρτμεντ επισήμως χαρακτηριζόταν ως «τρομοκρατική» οργάνωση, ουδέποτε δέχθηκε ουσιαστική και αποφασιστικής σημασίας πίεση από την Ουάσιγκτον, σε πολιτικό, στρατιωτικό ή αστυνομικό επίπεδο στην Μέση Ανατολή ή στις χώρες της Δύσης, όπου «θυγατρικές» πολιτικές οργανώσεις του είχαν ισχυρή και μόνιμη παρουσία.

Την πιο «αυστηρή» αντιμετώπιση, οι οργανώσεις και τα μέλη του ΡΚΚ είχαν στην Γερμανία, για ειδικούς όμως λόγους, χωρίς ποτέ το γεγονός αυτό να απειλήσει σοβαρά την παρουσία των κουρδικών οργανώσεων σε αυτή την χώρα, η οποία αποτελούσε και αποτελεί την μεγαλύτερη «δεξαμενή» στρατολόγησης ανταρτών και εξασφάλισης οικονομικής βοήθειας στην Ευρώπη. 

Στην Ουάσιγκτον τα γραφεία του ΑΚΙΝ, (American Kurdish Information Network) οργάνωσης που εκφράζει και τους Κούρδους της Τουρκίας, με επικεφαλής τον Κούρδο  Κάνι Χούλαμ, λειτουργούσαν στην Ουάσιγκτον από το 1993 ουσιαστικά σε ρόλο άτυπης πολιτικο-διπλωματικής παρουσίας. Το ΑΚΙΝ έχει να παρουσιάσει σημαντικά επιτεύγματα έχοντας αποκτήσει ισχυρούς υποστηρικτές ακόμη και στο Κογκρέσο των ΗΠΑ.

Όμως ακόμη και στους κόλπους των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, της   CIA, οι Κούρδοι της Τουρκίας και το ΡΚΚ είχαν συμπάθειες. «Δεξαμενές σκέψης» και ινστιτούτα, τα οποία θεωρούνται προσκείμενα στην CIA, όπως το Rand Corporation και ο αναλυτής Γκράχαμ Φούλερ, πρώην στέλεχος των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, εξέφραζαν δημόσια την άποψη ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική πρέπει να δει «με άλλο μάτι» το ΡΚΚ και τις πολιτικές οργανώσεις του ανά τον κόσμο και να το αναβαθμίσει σε συνομιλητή της. Μάλιστα, στις 16 Φεβρουαρίου 1999, ο Γ. Φούλερ έσπευσε στην Ρώμη για να συναντήσει τον Α. Οτσαλάν, όμως δεν τον πρόλαβε αφού αυτός είχε ήδη αναχωρήσει ξανά για την Ρωσία, ενώ άρθρα του δημοσιεύονταν επί πολλά χρόνια στον κουρδικό Τύπο της Διασποράς και σε περιοδικά κουρδικών πολιτικών οργανώσεων.

Ο ανεπίσημος διάλογος, μεταξύ προσωπικοτήτων και οργανώσεων φιλικά προσκείμενων στο ΡΚΚ και αμερικανών ή ισραηλινών κυβερνητικών αξιωματούχων, ουδέποτε διεκόπη. Ο επιφανέστερος Κούρδος  συνομιλητής, ήταν ο ίδιος ο τότε Πρόεδρος του εξόριστου Κοινοβουλίου του Κουρδιστάν κ. Γιασάρ Καγιά, αρκετά γνωστός στην Ελλάδα, από τις συχνές επισκέψεις του, αλλά και από τις αποκαλύψεις για τα όσα συνέβησαν στο Ναϊρόμπι της Κένυα. Από την άλλη πλευρά, είναι χαρακτηριστικό ότι καθ΄ όλη την διάρκεια της πολύπλευρης στρατιωτικής δράσης του, το ΡΚΚ πολύ προσεκτικά, ουδέποτε απείλησε αμερικανικά συμφέροντα. Τα παραπάνω δεν αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία, ότι το ενδιαφέρον της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ όχι απλώς για το κουρδικό ζήτημα γενικά, αλλά και  για τους Κούρδους της Τουρκίας και το ΡΚΚ, ήταν έντονο και μακροχρόνιο.  Άλλωστε πρέπει να είναι κάποιος αφελής για να πιστέψει ότι οι ΗΠΑ που επί χρόνια προετοίμαζαν μία δεύτερη εισβολή στο Ιράκ, βασισμένη στο «διαίρει και βασίλευε» μεταξύ εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων, δεν θα είχαν το «βλέμμα» και τους «βραχίονες» των μυστικών υπηρεσιών τους, στραμμένους στα όσα συνέβαιναν στις ταραγμένες περιοχές των Κούρδων του Ιράν, της Συρίας και της Τουρκίας, όπου το ΡΚΚ έπαιζε κυρίαρχο ρόλο

Οι τελευταίες καταγγελίες της Άγκυρας περί ανοχής ή ακόμη και στρατιωτικής υποστήριξης των αμερικανικών στρατευμάτων στους αντάρτες του ΡΚΚ, οι οποίοι εξακολουθούν να δρουν στην Τουρκία εξορμώντας από βάσεις στο ιρακινό Κουρδιστάν, δείχνουν ότι το ενδιαφέρον αυτό παραμένει αμείωτο, αν δεν έχει αυξηθεί δραματικά μετά το 2003, δεδομένης της επιρροής που ασκεί το ΡΚΚ στους στην κουρδική μειονότητα της Συρίας και του Ιράν.  

Το πρόβλημα «Άπο» 

Το πρόβλημα λοιπόν των ΗΠΑ, δεν ήταν το ΡΚΚ, ήταν ο ίδιος ο ηγέτης του ο Α. Οτσαλάν. Την στιγμή που στην Ουάσιγκτον λειτουργούσαν τα γραφεία του ΑΚΙΝ, και  αμερικανοί και ισραηλινοί εκπαιδευτές, τουλάχιστον από το 1996, προετοίμαζαν ουσιαστικά την αυτονομία του κουρδικού Ιράκ, η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μ. Όλμπράιτ, το 1999 σε κοινή συνέντευξη Τύπου με τον τότε ΓΓ του ΝΑΤΟ Χαβιέ Σολάνα, δήλωνε ότι: «ο Οτσαλάν πρέπει να παραπεμφθεί στην δικαιοσύνη. Εμείς θέλουμε να δικαστεί στην Τουρκία». Παράλληλα ο εκπρόσωπος του Στέητ Ντηπάρτμεντ, Τ. Ρούμπιν απαντώντας σε σχόλιο Έλληνα δημοσιογράφου για την πρόσκληση που είχαν απευθύνει Έλληνες βουλευτές στον Οτσαλάν να επισκεφθεί την Ελλάδα, δήλωνε κατηγορηματικά «Καμία χώρα δεν θα πρέπει να παραχωρήσει άσυλο στον τρομοκράτη. Το τονίζω και πάλι, καμία χώρα». 

Όλα τα δεδομένα λοιπόν, καταδεικνύουν ότι οι Αμερικανοί επιθυμούσαν την ύπαρξη των οργανώσεων των Κούρδων της Τουρκίας, όπως και του Ιράκ, της Συρίας και του Ιράν, όχι όμως υπό την ηγεσία του «Άπο». Το γιατί, κατά την γνώμη μου, πρέπει να αναζητηθεί στην ανασφάλεια που προκαλούσε στην αμερικανική πλευρά η απρόβλεπτη πολιτική σκέψη και ο χαρακτήρας του Α. Οτσαλάν, η μεγάλη πολιτική πείρα του και η ικανότητα του ενδεχομένως να μεγιστοποιήσει τα πολιτικά οφέλη των Κούρδων, από την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ και τα όσα προηγήθηκαν, αλλά και στην ανάγκη κατευνασμού της τουρκικής πλευράς για την οποία αποτελούσε πρόκληση. Εδώ επίσης πρέπει να αναζητηθεί και το ποίος ήταν ο εξωγενής παράγων που το φθινόπωρο 1998 ενθάρρυνε την Τουρκία στην απόφασή της να πιέσει την Δαμασκό για να εκδιώξει τον Οτσαλάν από την Συρία

Στις 17 Ιουλίου 2007, λίγο πριν κλείσει η ύλη της «Δ», ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Α. Γκιουλ, μιλώντας στο τηλεοπτικό δίκτυο ATV, επιβαιβεώνει εμμέσως τα όσα υποστηρίζουμε. Αναφερόμενος σε καταγγελίες ότι οι ΗΠΑ «παραδίδουν οπλισμό» στο ΡΚΚ, δήλωσε οργισμένος: «Εάν οι ΗΠΑ προωθούν όπλα στο ΡΚΚ, αυτό οπωσδήποτε θα αποκαλυφθεί. Οι σχέσεις μας θα εκτροχιαστούν μόλις αποκαλυφθεί κάτι τέτοιο. Το ερευνούμε. Οι ίδιες τους χαρακτήρισαν τρομοκρατική οργάνωση. Οι ίδιες συνέλλαβαν κάποτε τον αρχηγό τους και μας τον παρέδωσαν».

 

 Η μεγάλη σκακιέρα  

Στην «απενεργοποίηση» του Α. Οτσαλάν, φαίνεται να «πάτησαν» ορισμένες από τις σημαντικότερες εξελίξεις της πρώτης δεκαετίας του αιώνα που διανύουμε, γεγονός που μέχρι σήμερα δεν έχει επισημανθεί από τον Τύπο. 

Πρέπει να θεωρείται βέβαιο, ότι η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, που ξεκίνησε την άνοιξη του 2003, θα είχε εξελιχθεί και οργανωθεί εντελώς διαφορετικά, αν ο απρόβλεπτος ηγέτης των Κούρδων της Τουρκίας, παρέμεινε ενεργός  στην ηγεσία του ΡΚΚ.  Κατά μία άποψη, η εισβολή ίσως και να μην είχε γίνει, αφού σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια της επίθεσης, μία ολόκληρη αμερικανική ταξιαρχία, θα εισέβαλλε στο Ιράκ από τον Βορρά. Άρα θα ξεκινούσε από την Τουρκία και θα διερχόταν από εδάφη στα τουρκο-ιρακινά σύνορα, όπου η στρατιωτική παρουσία των εμπειροπόλεμων «γκιερίλα» του ΡΚΚ ήταν αποφασιστικής σημασίας. Αν και η άποψη αυτή κρίνεται υπερβολική και θεωρείται ως επικρατέστερη η εκδοχή ότι η εισβολή θα είχε πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε, πρέπει να σημειωθεί ότι η Τουρκία ποτέ δεν θα δεχόταν να καταστήσει τον Οτσαλάν «συνέταιρο» στο ζήτημα της διέλευσης των αμερικανικών στρατευμάτων σε μία διαδρομή, Τουρκία-εδάφη ελεγχόμενα από το ΡΚΚ –Ιράκ.  Επιπλέον, μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο ότι: 

  • ο Α. Οτσαλάν θα είχε μεγιστοποιήσει με απρόβλεπτο τρόπο τα πολιτικά και στρατιωτικά οφέλη από την διέλευση των αμερικανικών στρατευμάτων,
  • το Πεντάγωνο δεν επιθυμούσε για ευνόητους λόγους να έχει τον Οτσαλάν ως συνομιλητή.
  • Ο Οτσαλάν θα ήταν «κόκκινο πανί» για την Άγκυρα, η οποία θα εκκαλείτο να επιτρέψει την διέλευση αμερικανικών στρατευμάτων από το έδαφός της, σε αναγκαστική “συνεννόηση” με το ΡΚΚ
  • μία υποθετική σύγκρουση των δυνάμεων του ΡΚΚ με αμερικανικά στρατεύματα στο Ιράκ, θα ήταν μία εφιαλτική για τους Αμερικανούς προοπτική, αφού θα διακύβευε την συμμαχία με των ΗΠΑ με τους Κούρδους, (από τα κεντρικά σημεία στήριξης του σχεδίου της εισβολής), ενώ αν η σύγκρουση αυτή επεκτεινόταν σε ευρύτερες κουρδικές περιοχές, ενδεχομένως θα προκαλούσε την αντίδραση ακόμη και δυνάμεων όπως η ΕΕ.

Τελικά οι Αμερικανοί δεν εισέβαλαν στο Ιράκ και από τον Βορρά μέσω Τουρκίας, αλλά μόνο από τον Νότο, λόγω της άρνησης της τουρκικής κυβέρνησης να επιτρέψει την διέλευση αμερικανικών στρατευμάτων, παρά την προετοιμασία και τις υποδομές που είχαν κατασκευάσει οι Αμερικανοί. 

ΡΚΚ και ένταξη Τουρκίας στην ΕΕ

Εκτός όμως από την εισβολή στο Ιράκ, και ένα δεύτερο μεγάλο θέμα, υψίστης σημασίας για τα αμερικανικά συμφέροντα, σκόπιμα ή μη, ίσως να «πάτησε»,  στην «εξουδετέρωση» του Οτσαλάν.

Κύκλοι προσκείμενοι στο ΡΚΚ, αλλά και ορισμένοι Έλληνες αναλυτές, υποστηρίζουν ότι η έναρξη της διαδικασίας ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έμμεσα ή άμεσα σχετίζεται με αυτή την υπόθεση. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η Τουρκία πολύ δύσκολα θα είχε την άνευ όρων υποστήριξη των ελληνικών κυβερνήσεων, αν η πολιτική της «ελληνοτουρκικής φιλίας» δεν είχε υιοθετηθεί ως επίσημη ελληνική πολιτική και δεν είχε επικοινωνιακά επιβληθεί στο εσωτερικό της Ελλάδας. Πολλοί εκ των ιδεολογικά και πολιτικά διαφωνούντων με αυτή εκφράζονταν από το κίνημα των υποστηρικτών του Οτσαλάν και του ΡΚΚ στην Ελλάδα, το οποίο είχε κατακτήσει μεγάλη επικοινωνιακή ισχύ.

Το κίνημα αυτό, μοιραία  είχε σε μεγάλο βαθμό και αντιτουρκικό χαρακτήρα, μαζί του συντάσσονταν αρκετές δεκάδες βουλευτών του ελληνικού Κοινοβουλίου από όλα τα κόμματα, ενώ η επικοινωνιακή δύναμή του στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας υπήρξε (και εξακολουθεί να είναι) πολύ μεγάλη. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το περιοδικό «η Φωνή του Κουρδιστάν», είχε κυκλοφορία που συχνά ξεπερνούσε τις 50.000 τεύχη, αριθμός πρωτοφανής για ένα πολιτικό περιοδικό που πωλείτο στα φανάρια των δρόμων, ενώ η διαδήλωση διαμαρτυρίας αμέσως μετά τις αποκαλύψεις για τον ρόλο της κυβέρνησης Σημίτη, υπήρξε από τις μεγαλύτερες μετά την Μεταπολίτευση.  

  • Με την «εξουδετέρωση» αυτού του κινήματος, που εξαπλωνόταν τόσο στους κόλπους της εξουσίας όσο και στις λαϊκές μάζες,
  • με το επικοινωνιακό μπαράζ που υπέστησαν οι κύκλοι των υποστηρικτών του Κουρδικού -κατηγορούμενοι συλλήβδην για «υπερεθνικισμό»,
  • με την διάλυση του λόμπυ βουλευτών, δημοσιογράφων και επιχειρηματιών που υποστήριζαν ενεργά την υπόθεση των Κούρδων
  • και την τοποθέτηση του Γ. Παπανδρέου στο Υπουργείο Εξωτερικών, αμέσως μετά τα γεγονότα του Φεβρουαρίου 1999

 έγινε εφικτή η λεγόμενη «πολιτική των σεισμών» και η αναγωγή της μέχρι τότε περιθωριακής «ελληνοτουρκικής φιλίας» σε επίσημη ελληνική πολιτική, ένα βήμα που όπως φαίνεται κρίθηκε απαραίτητο για να επιτευχθεί η άνευ όρων ελληνική συναίνεση στην έναρξη της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην ΕΕ. Σε κάθε άλλη περίπτωση η άνευ όρων συναίνεση για την ένταξη της Τουρκίας θα σήμαινε δυσβάστακτο πολιτικό κόστος για τους εκάστοτε κυβερνώντες. 

Γενεσιουργός παρέκκλιση;  

Στις 3 Φεβρουαρίου 1999, ο βρόγχος είχε κλείσει. Ο Α. Οτσαλάν είχε φύγει από την Ελλάδα και βρισκόταν στην Κένυα.

Ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα Ν. Μπερνς, κατά την διάρκεια επίσκεψής του στην Θεσσαλονίκη, απαντώντας σε επίμονες ερωτήσεις δημοσιογράφων για τον Οτσαλάν κάνει μία σχεδόν άγνωστη, αλλά αποκαλυπτική δήλωση: “η Ελλάδα έλαβε τις αποφάσεις, που έπρεπε να πάρει” και για περισσότερα σχετικά με το θέμα παρέπεμψε στην ελληνική κυβέρνηση. (ΑΠΕ Αριθμός Είδησης: 426771).

Πράγματι, όπως φαίνεται οι αποφάσεις είχαν ληφθεί. Αξιόπιστες πηγές αναφέρουν ότι λίγες ημέρες νωρίτερα, είχε προηγηθεί μυστική συνάντηση του κ. Μπερνς με τον τότε υπουργό Εξωτερικών Θ. Πάγκαλο, όπου η αμερικανική πλευρά πρότεινε «μετ΄ επιτάσεως» την  μεταφορά του Οτσαλάν στην Κένυα. Η κυβέρνηση Σημίτη είχε συμφωνήσει ότι δεν θα εκτίθετο, αφού από το Ναϊρόμπι ο «Άπο» θα ταξίδευε για αλλού: «εσείς φέρτε τον στην Κένυα και μετά ότι είναι να συμβεί, δεν θα συμβεί στα χέρια σας» λέγεται ότι ήταν η υπόσχεση προς την ελληνική πλευρά.

Όμως, τα σχέδια φαίνεται ότι χάλασαν οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες για ευνόητους λόγους επέμειναν ο Οτσαλάν να απαχθεί στο Ναϊρόμπι, όταν βρισκόταν ακόμη υπό την «προστασία» των ελληνικών αρχών. Όπως δήλωσε, στην εκπομπή «Φάκελοι» του δημοσιογράφου Α. Παπαχελά ο διακεκριμένος Τούρκος δημοσιογράφος και διευθυντής του CNN Turk κ. Μεχμέτ Αλί Μπιράντ, οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες συνεργάστηκαν στενά με την τουρκική ΜΙΤ.

Αλήθεια ή ψέματα, θα το δείξει το μέλλον: το χρονικό αυτής της μελανής σελίδας της ιστορίας τώρα αρχίζει να γράφεται. Αδιευκρίνιστα παραμένουν μία σειρά από γεγονότα, όπως το γιατί επετράπη στον Οτσαλάν να εισέλθει τόσο εύκολα στην Ελλάδα, αφού οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες όπως λέγεται ήταν ενημερωμένες, τι ήταν το περίεργο ατύχημα στο αεροδρόμιο της Κέρκυρας, πως επείσθη ο Οτσαλάν ότι ιδανική χώρα προορισμού ήταν η Ελλάδα, αφού έπρεπε να είχε σαφέστατες ενδείξεις ότι μεγάλα τμήματα του πολιτικού φάσματος και του κρατικού μηχανισμού και του Τύπου, όχι απλώς δεν τον ήθελαν αλλά τον αντιπαθούσαν Ο Α. Οτσαλάν από το κελί της φυλακής του εξαπέλυσε δριμύ κατηγορητήριο εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και εναντίον ορισμένων εκ των πρωταγωνιστών αυτής της υπόθεσης. Τελικά όμως, όλα εξελίχθηκαν παράδοξα:  

  • η Ελλάδα ουδέποτε κατηγορήθηκε από τις ΗΠΑ ή την Τουρκία, ότι υποθάλπει την «τρομοκρατία» του ΡΚΚ και του Οτσαλάν, αν και ο «τρομοκράτης» εφιλοξενείτο σε ελληνική πρεσβεία. Το ΡΚΚ παρά την σφοδρή αντιελληνική ρητορική του, ουσιαστικά δεν «εκδικήθηκε» την ελληνική κυβέρνηση και μετά τα γεγονότα του Φεβρουαρίου 1999 περιορίστηκε στις καταλήψεις ορισμένων ελληνικών πρεσβειών. Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι το ΡΚΚ, ερεύνησε εξαιρετικά σοβαρά και σε βάθος την υπόθεση της έλευσης του Α. Οτσαλάν στην Ελλάδα και τα όσα συνέβησαν στο Ναϊρόμπι της Κένυα. Αν και το πόρισμα είναι καταπέλτης για την κυβέρνηση Σημίτη, ουδέποτε οι ευθύνες προσωποποιήθηκαν σε άλλα  πρόσωπα, πλην των υπουργών, συμβούλων και αξιωματούχων που ενεπλάκησαν στην υπόθεση.
  • Οι Έλληνες και Κούρδοι πρωταγωνιστές αυτού του δράματος, οι οποίοι  λογικά θα μπορούσαν να υποστούν την κατηγορητήρια μήνη των κουρδικών οργανώσεων, παραμένουν μέχρι σήμερα τουλάχιστον συνομιλητές τους ή ακόμη και συνεργάτες και μέλη τους, ακόμη και αυτοί που κατηγορήθηκαν ονομαστικά από τον Α. Οτσαλάν.
  • Με την «εξουδετέρωση» του Α. Οτσαλάν, το Κουρδικό Ζήτημα και ειδικότερα αυτό των Κούρδων της Τουρκίας, μετά από μία περίοδο βαθιάς κρίσης και παλινδρομήσεων, αντί να υποστεί συντριπτική ήττα ή ακόμη και  εκμηδένιση, έχει περισσότερο από ποτέ στην Ιστορία τις πιθανότητες με το μέρος του 

Τι μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά; Μπορεί να σημαίνουν ότι στο πλαίσιο των κοσμοϊστορικών ανακατατάξεων της παγκοσμιοποιούμενης διεθνούς γεωπολιτικής «σκακιέρας», ο Α.Οτσαλάν θεωρήθηκε εμπόδιο, για τα αμερικανικά σχέδια για το  Ιράκ, την αυτονομία του πετρελαϊκού Ελ Ντοράντο του Ν. Κουρδιστάν ή δευτερευόντως ίσως ακόμη και για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ;

Μπορεί άραγε όλες οι κινήσεις, από την εκδίωξη του Άπο από την Συρία, μέχρι την περιπλάνησή του ανά τον πλανήτη όπου οι πόρτες έκλειναν μία προς μία, πλην της ελληνικής (την οποία και εμπιστευόταν και όπου μοιραία κατέφυγε), να ήταν ένα εξ αρχής καλοστημένο κυνήγι κεφαλών σε ένα τεραίν υψηλής πολιτικής;

Και η τελευταία πράξη; Ο ελληνικός παράγων; Συμμετείχε σε αυτούς τους υποτιθέμενους σχεδιασμούς; Και αν ναι, σε ποια έκταση και σε ποιο επίπεδο; Ποιοι γνώριζαν και ποιοι ήταν τα πιόνια και οι αφελείς;

Και ένα ακόμη ερώτημα που προκύπτει από αυτούς τους στοχασμούς, είναι αν πέρα από την απέχθεια για το μακιαβελικής έμπνευσης έγκλημα της παράδοσης ενός ηγέτη όπως ο Οτσαλάν στους δημίους του, υπάρχουν άραγε και Κούρδοι που θεωρούν ότι έτσι όπως ήλθαν τα πράγματα, είναι καλύτερα για το κουρδικό ζήτημα;

Πηγές προσκείμενες στο ΡΚΚ, αναφέρουν ότι, ο Α. Οτσαλάν επιθυμεί να επαναληφθεί η δίκη του στην Ελλάδα, όπου οι Κούρδοι θα προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το πώς οι ΗΠΑ, στήριξαν τις πιέσεις τις Τουρκίας προς την Συρία για να εκδιώξει τον Άπο, μεθόδευσαν την άρνηση μίας σειράς χωρών να του παραχωρήσουν πολιτικό άσυλο και πως οργάνωσαν την μεταφορά του στην Κένυα, με σκοπό να παραδοθεί στην Τουρκία. Κεντρικός βραχίονας αυτού του σχεδιασμού, σύμφωνα με τις ανωτέρω πηγές, υπήρξε ο «ελληνικός παράγων», ενώ στόχος του ήταν η δρομολόγηση μίας σειράς γεγονότων και πολιτικών για τις οποίες ο Οτσαλάν θεωρήθηκε εμπόδιο. 

Ωστόσο το μόνο βέβαιο παραμένει ότι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ που γνωρίζει άριστα την «στρατηγική των μειονοτήτων», βρήκε  στους Κούρδους έναν ιδανικό μοχλό προώθησης των συμφερόντων της σε μία περιοχή παραδοσιακά εχθρική γι αυτήν. Από την άλλη πλευρά, 5 εκ. Κούρδοι του Ιράκ, 6 εκ. του Ιράν, 2 εκ. της Συρίας και 12 εκ. Κούρδοι της Τουρκίας, βλέπουν την προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή, ως την σανίδα σωτηρίας, ως την τελευταία ελπίδα, να πραγματοποιηθεί το προαιώνιο κουρδικό όνειρο: η ανεξαρτησία.

Το άρθρο γράφτηκε τον Αύγουστο του 2007, και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό  Διπλωματία, τον Οκτώβριο του ιδίου έτους

www.diplomacy.gr

 

Αυτό το κείμενο είναι γραμμένο σε μονοτονικό. Διαβάστε την πολυτονική του έκδοση.

http://www.antibaro.gr