Τα αδιέξοδα του Ελσίνκι

Του Βενιαμίν Καρακωστάνογλου

 

 

Η ΕΛΛΑΔΑ παραχώρησε τη συγκατάθεσή της για την απόδοση στην Τουρκία του καθεστώτος της υποψήφιας για ένταξη χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ελσίνκι, Δεκέμβριος 1999) για δύο κυρίως λόγους:

1) Για να πάψει να υφίσταται κριτική και πιέσεις, από Ευρωπαίους και Αμερικανούς, ότι εμποδίζει την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας και να χρησιμοποιείται ως άλλοθι από εκείνες της ευρωπαϊκές δυνάμεις που αρνούνται για δικούς τους λόγους, την ένταξη της γειτονικής χώρας στην Ενωμένη Ευρώπη. Εξάλλου θεωρήθηκε ότι η χρησιμοποίηση των αντιρρήσεων ή όρων της Ελλάδας για την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, ως «όπλου» για την αντιμετώπιση των τουρκικών διεκδικήσεων, είχε αποδώσει ότι μπορούσε και είχε κλείσει πλέον τον κύκλο του.

2) Για να εμπλέξει τους Ευρωπαίους εταίρους μας στα ελληνοτουρκικά προβλήματα, καθιστώντας αυτά ευρωτουρκικά, δηλαδή ζητήματα για τα οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έθετε απαιτήσεις και όρους προς την Τουρκία, και όχι μόνον διμερώς η Ελλάδα. Σε σχέση με τον πρώτο λόγο, η Ελλάδα πράγματι βελτίωσε τη διεθνή εικόνα της μετά τη συνυπογραφή της ευρωπαϊκής υποψηφιότητας της Τουρκίας, εισέπραξε εγκώμια από τους συμμάχους και εταίρους μας και έπαψε να υφίσταται πιέσεις και κριτική. Αναφορικά όμως με τον δεύτερο λόγο (που είναι και η μόνη ουσιαστική αιτία για την ελληνική απόφαση στο Ελσίνκι), τα πράγματα περιπλέκονται:

Πρώτον, η Τουρκία (όπως επανειλημμένα δηλώνεται από την ηγεσία της) δεν αναθεώρησε σε τίποτε την επεκτατική – διεκδικητική πολιτική της προς την Ελλάδα, παρά τα χαμόγελα και τις ανώδυνες συμφωνίες «χαμηλής πολιτικής».

Δεύτερον, οι εταίροι μας δεν φαίνονται διατεθειμένοι να αναλάβουν οι ίδιοι την υποστήριξη των ελληνικών θέσεων στα διμερή ελληνοτουρκικά προβλήματα (συνέπειες κυρίως μονομερών και αστήρικτων τουρκικών διεκδικήσεων). Έτσι, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες συνεχίζουν να θεωρούν την πολιτική διευθέτηση του Κυπριακού απαραίτητα προϋπόθεση για την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά την περί του αντιθέτου πρόβλεψη των «Συμπερασμάτων» της συνόδου κορυφής στο Ελσίνκι, που ήταν και η μόνη «χειροπιαστή» ωφέλεια του ελληνισμού από τη συναίνεση για την τουρκική υποψηφιότητα. Έτσι την ερμήνευσε και ο κ. Τζέμ, τονίζοντας ότι το Ελσίνκι δεν διασφαλίζει την ένταξη της Κύπρου χωρίς την προηγούμενη λύση του πολιτικού προβλήματος.

Στο ίδιο ζήτημα (Κυπριακό) οι θέσεις της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων, στο πλαίσιο των εκ του σύνεγγυς διακοινοτικών διαπραγματεύσεων, είναι πιο δύσκαμπτες και ακραίες.

Εξάλλου στα θέματα του Αιγαίου αναλλοίωτες παραμένουν οι τουρκικές διεκδικήσεις για συγκυριαρχία και αναθεώρηση του υφιστάμενου καθεστώτος, μέσω ενός πολιτικού, εφ’ όλης της ύλης, διαλόγου ανάμεσα στις δύο χώρες.

Προς την κατεύθυνση αυτή (δηλαδή την άμεση έναρξη διαλόγου και αναθεώρησης του νομικού καθεστώτος) πιέζουν ισχυροί κύκλοι στην Τουρκία, αλλά και τα ΜΜΕ της γείτονος, θεωρώντας μάλιστα ότι πρόκειται για υποχρέωση της Ελλάδας που απορρέει από τη συμφωνία του Ελσίνκι! Από την αντίπερα όχθη του Αιγαίου, βέβαια, εμείς (ορθά) πιστεύουμε ότι στο Ελσίνκι η Τουρκία (και οι άλλες υποψήφιες χώρες) ανέλαβαν τη δέσμευση να διευθετήσουν «τις συνοριακές διαφορές τους ή άλλα σχετιζόμενα ζητήματα» και «αν αποτύχουν, θα πρέπει εντός ευθέτου χρόνου να φέρουν οιαδήποτε αξίωση ή διαφορά που έχουν στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα εξετάσει τα θέματα που αφορούν σε αυτές τις διαφορές, ιδιαίτερα σε ότι αφορά εμπλοκές που αυτές μπορούν να προκαλέσουν στη διαδικασία εισδοχής, το αργότερο έως το τέλος του 2004».

Το αν αυτές οι προβλέψεις θα εφαρμοστούν απομένει να αποδειχθεί, μολονότι από ελληνικής πλευράς δικαιολογείται μια δυσπιστία και επιφυλακτικότητα, αν αναλογιστεί κανείς τις παλαιότερες δεσμεύσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το «Μακεδονικό», που μετά από μια βαθμιαία διολίσθηση της πολιτικής των εταίρων μας, ανετράπησαν στη συνέχεια.

Μάλιστα το πρώτο δείγμα της συμμόρφωσης με το γράμμα της συμφωνίας του Ελσίνκι και της επίδειξής (αυτονόητης άλλωστε) ευρωπαϊκής αλληλεγγύης προς την Ελλάδα θα δοθεί σύντομα, στην διάρκεια του Νοεμβρίου, καθώς θα διαμορφωθεί το πλαίσιο και οι προϋποθέσεις της εταιρικής σχέσης της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση: το αν θα περιληφθούν όροι και δεσμεύσεις που θα επαναλαμβάνουν ή θα εξειδικεύουν τους όρους του Ελσίνκι (ειδικά αυτούς ελληνικού ενδιαφέροντος) στο κείμενο εταιρικής σχέσης. Η τουρκική διπλωματία ήδη εργάζεται πυρετωδώς για να αποφύγει οποιαδήποτε σχετική αναφορά, ενώ και οι δηλώσεις της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας τονίζουν το «απαράδεκτο» τέτοιων όρων! Πάντως, σύμφωνα με δημοσιεύματα του Τύπου, το κείμενο που προωθεί η Κομισιόν προς το συμβούλιο υπουργών Εξωτερικών, και το οποίο θα συζητηθεί στις 20 Νοεμβρίου, είναι ελάχιστα ικανοποιητικό για την Ελλάδα. Τα κρίσιμα για τη χώρα μας σημεία των συμπερασμάτων του Ελσίνκι (Αιγαίο) περιλαμβάνονται μόνο στο προοίμιο του εγγράφου της εταιρικής σχέσης, με την ίδια μάλιστα, γενικόλογη και μη δεσμευτική διατύπωση. Η αναφορά για το Κυπριακό περιλήφθηκε στις βραχυπρόθεσμες δεσμεύσεις της Τουρκίας και μόνο ως υποχρέωσή της να ενισχύσει εντός του 2001 τις προσπάθειες επίλυσης, υπό τον ΟΗΕ. Και εδώ καμιά ουσιαστική δέσμευση, ούτε για το περίγραμμα της λύσης, ούτε για κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Το γεγονός μάλιστα ότι το αρχικό κείμενο δεν έκανε μνεία του ζητήματος και χρειάστηκαν εργώδεις προσπάθειες και πιέσεις της Ελλάδος για να περιληφθεί, δείχνει τις αληθινές διαθέσεις των Ευρωπαίων εταίρων μας, καθώς και το τι πρόκειται να ακολουθήσει.

Εξάλλου η πρόσφατη παρασπονδία της Τουρκίας στη νατοϊκή άσκηση και οι τοποθετήσεις της ηγεσίας Τουρκίας και Ελλάδας που εκφράστηκαν στη συνέχεια (ιδιαίτερα στην άτυπη διάσκεψη κορυφής ΝΑ Ευρώπης στα Σκόπια) επιβάλλον τα εξής σχόλια:

1) Η τουρκική στάση έπρεπε να θεωρείται αναμενόμενη, καθώς οι δηλώσεις όλων των βαθμίδων της τουρκικής ηγεσίας προϊδέαζαν για την, ουδέ επ’ ελάχιστον, μετακίνηση από τις πάγιες θέσεις όσον αφορά το Αιγαίο.

2) Το ΝΑΤΟ απέτυχε να εφαρμόσει τον ίδιο του το σχεδιασμό της άσκησης που συναινετικά είχε συμφωνηθεί. Τήρησε δε στάση «Πόντιου Πιλάτου», όπως μας έχει συνηθίσει ήδη από το 1974. Η αδικαιολόγητη αποχώρηση του Αμερικανού διοικητή Ν. Ευρώπης αποτελεί μεμπτή ενέργεια που διευκόλυνε την τουρκική αυθαιρεσία.

3) Αποδείχθηκε περίτρανα ότι η συγκάλυψη και η διαιώνιση των ανεπίλυτων ουσιαστικών προβλημάτων, μέσω της εφαρμογής κάποιων μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης (που και γι’ αυτά έχει υπάρξει σοβαρή δυστοκία), δεν αποτελεί βιώσιμη και ρεαλιστική λύση. Έτσι κι αλλιώς, δε εξυπηρετεί αυτόν που διεκδικεί, δηλαδή την Τουρκία.

Δ) Η Τουρκία (δια στόματος Ετσεβίτ) ζήτησε εφ’ όλης της ύλης άτυπο και μη ανακοινώσιμο διάλογο με την Ελλάδα, βασιζόμενη προφανώς στο γράμμα της συμφωνίας του Ελσίνκι, που υπονοεί ότι θα πρέπει να γίνει προσπάθεια διευθέτησης των συνοριακών διαφορών, συνεπώς κάποιας μορφής διάλογος, πριν την ενδεχόμενη προσφυγή στη δικαστική επίλυση.

Συνεπώς, εμφανίζεται προσηλωμένη στην συμφωνία του Ελσίνκι! Αντίθετα, η Ελλάδα απάντησε, δια στόματος Σημίτη ότι το μόνο ζήτημα για διευθέτηση είναι της υφαλοκρηπίδας, και έτσι προσδιόρισε και περιόρισε, για πολλοστή φορά, το εύρος των υπό συζήτηση (και στη συνέχεια δικαστική επίλυση) θεμάτων που αποδέχεται η Ελλάδα ως εκκρεμή σχετικά με το καθεστώς του Αιγαίου. Αν η Τουρκία δεχθεί αυτή τη θέση, τότε προφανώς, μετά από μια σύντομη διαπραγμάτευση για τους όρους ενός συνυποσχετικού, το διεθνές δικαστήριο θα κληθεί να επιλύσει αποκλειστικά το ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας. Είναι γνωστό όμως ότι η Τουρκία δεν δέχεται κατ’ αρχήν την δικαστική οδό, αλλά και όποτε άφησε να διαφανεί ότι θα μπορούσε να το πράξει, το εξήρτησε από τη συνολική υποβολή σε δικαστική επίλυση όλων των κατά την άποψή της θεμάτων που είναι εκκρεμή σχετικά με το καθεστώς του Αιγαίου, θέματα τα οποία έσπευσε να «εμπλουτίσει» από το 1996 με τα Ίμια και το σύνολο των βραχονησίδων του Αιγαίου. Καθώς όμως η γειτονική χώρα, σε αντίθεση με την Ελλάδα, δεν αποδεχθεί την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για όλες τις διεθνείς διαφορές της, δεν μπορεί να επιτύχει αυτόματα τη δικαστική επίλυση όλου του πακέτου θεμάτων που η ίδια θεωρεί «ανοικτά» στο Αιγαίο. Είτε λοιπόν θα αλλάξει πολιτική, αποδεχόμενη τη γενική και υποχρεωτική δικαιοδοσία του διεθνούς δικαστηρίου (ώστε να οδηγήσει σε δικαστική επίλυση όποια εκείνη θεωρεί εκκρεμή ζητήματα), πράγμα βέβαια που είναι εξαιρετικά επικίνδυνο για ένα κράτος που συνήθισε να αυθαιρετεί, είτε θα αναγκαστεί να δεχθεί στην πράξη την άποψη της Ελλάδας για ύπαρξη μίας μόνο διαφοράς: αυτής για την υφαλοκρηπίδα. Και αν δεν το πράξει μέχρι το 2004 (υποβάλλοντας το ζήτημα στη Χάγη), τότε ίσως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα θεωρήσει ότι η Τουρκία δεν συμμορφώθηκε με τους όρους του Ελσίνκι. Το τελευταίο πάντως, ως προς τις ενδεχόμενες συνέπειές του, είναι τόσο αόριστα διατυπωμένο στη συμφωνία του Ελσίνκι, ώστε να καθίσταται αρκετά απίθανο ότι θα εμποδίσει αποφασιστικά την πορεία ένταξης της Τουρκίας.

 

http://www.antibaro.gr