Κινδυνεύει το πιο
πολύτιμο αγαθό μας

ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ "ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ"
(υπεγράφη τόν Μάρτιο τού 1982)

Η διαμόρφωση μιας γλώσσας υπερβαίνει οποιαδήποτε νομοθετική στοιχειοθέτηση κι ένας γλωσσικός ή εκφραστικός καταναγκασμός θα έπληττε ασφαλώς τα θεμέλια τής ελευθερίας τού σκέπτεσθαι. Κανείς βέβαια δεν διανοήθηκε να αποπειραθεί κάτι τέτοιο, εν συνειδήσει τουλάχιστον. Παρ' όλα αυτά, συχνά η γλώσσα μας υποφέρει από αυτόκλητους "εκλαϊκευτές" ή "εκσυγχρονιστές" της, οι οποίοι στην πραγματικότητα όχι μόνο δεν μπορούν να την ακούσουν στην σύγχρονή της λαλιά και να την παρακολουθήσουν στην δημιουργική γραφή της, αλλά παραγνωρίζουν την διαχρονική της υπόσταση και σημασία. Ποτέ ίσως μέσα στην ιστορική της διαδρομή και όταν ακόμη συμπιεζόταν από τις πιο αντίξοες συνθήκες, η ελληνική γλώσσα ως ιδιαίτερη οντότητα δεν διέτρεξε τους κινδύνους που διατρέχει σήμερα' διότι ποτέ άλλοτε οι ενσυνείδητες παρεμβάσεις και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας δεν ήταν σε θέση να την επηρεάσουν τόσο δυσμενώς, ακόμη και να την αποδυναμώσουν. Σήμερα, εκτός των άλλων, ένας ξεπερασμένος γλωσσαμυντορισμός, εν ονόματι μιας τεχνητής Δημοτικής, μάς θυμίζει όλο και περισσότερο τους καθαρευουσιάνους γλωσσαμύντορες τού παρελθόντος. Επιθυμούμε να το διακηρύξουμε καθαρά: Για μάς δεν υπάρχει το δίλημμα, δημοτική-καθαρεύουσα, υπάρχει η ενιαία ελληνική γλώσσα, πολυδιάστατη στην σύγχρονή της ανάπτυξη, το πιο πολύτιμο αγαθό τού λαού μας, το πιο αξιόλογο προϊόν εξαγωγής τού τόπου μας στον διεθνή χώρο. Και εδώ ακριβώς επισημαίνουμε τους κινδύνους μιας αποκοπής από τις ρίζες τής γλώσσας μας, τον αρχαίο ελληνικό λόγο και την λόγια παράδοση, που μαζί με την δημώδη γλωσσική κληρονομιά μας συνθέτουν μιαν αδιάκοπη γλωσσική συνέχεια και πλούτο τεσσάρων χιλιάδων ετών.

Οδυσσέας Ελύτης, Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Αριστοτέλης Νικολαϊδης, Γιάννης Ντεγιάννης, Αριστόξενος Σκιαδάς, Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Γιώργος Χειμωνάς.


http://antibaro.gr

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ

Τα ελληνικά είναι τραγούδι

Πρέπει να σας πω ότι δεν ήμουν πάντοτε υπέρ των τόνων. Τούς θεωρούσα διακοσμητικά στολίδια, κατάλοιπα άλλων εποχών, που δεν χρειάζονται πια. Και καθώς δεν ήμουν ποτέ καλός στην ορθογραφία, το μονοτονικό με διευκόλυνε. Βέβαια, η γλώσσα χωρίς τόνους φάνταζε στα μάτια μου σαν σεληνιακό τοπίο, αλλά νόμιζα ότι αυτό ήταν μια προσωπική μου εντύπωση, θέμα συνήθειας. Ώσπου συνέβη το εξής: Είχα βρεθεί για ένα διάστημα ν' ακούω συστηματικά, καινούργια ανέκδοτα τραγούδια, επωνύμων και ανωνύμων, για λογαριασμό τής δισκογραφικής εταιρείας "Λύρα", προκειμένου αυτή να τα ηχογραφήσει ή να τα επιστρέψει στους συνθέτες. Είναι δύσκολο ν' απορρίπτεις και ακόμα δυσκολότερο να εξηγείς το γιατί. Όταν βέβαια το τραγούδι είναι τετριμμένο ή άτεχνο, η εξήγηση είναι εύκολη. Μού συνέβη όμως να δω τραγούδια όπου οι στίχοι δεν ήταν άσχημοι και η μουσική δεν ήταν τυχαία, επιπλέον ταίριαζε θεματικά και με τους στίχους. Κι όμως, το τραγούδι συνολικά δεν "κύλαγε" όπως λέμε( οπότε το επιστρέφαμε στον ενδιαφερόμενο με διάφορες ασάφειες και υπεκφυγές. Το πράγμα με απησχόλησε. Έφερνα στο μυαλό μου μεγάλες ωραίες επιτυχίες, παλιά τραγούδια (...) και τα συνέκρινα μ' αυτά που απέρριπτα, ώσπου μετά από μήνες διεπίστωσα κάτι πολύ απλό: Όταν μια μουσική μετατρέπει συστηματικά τις μακρές συλλαβές σε βραχείες ή όταν ανεβάζει την φωνή εκεί όπου υπάρχει απλώς μια περισπωμένη, ενώ την κατεβάζει συστηματικά εκεί που υπάρχει ψιλή οξεία, όταν δηλαδή η μουσική κινείται αντίθετα -προσέξτε, αντίθετα όχι στο ρυθμό τού ποιήματος, αλλά αντίθετα στις αναλογίες τονισμού και αντίθετα στην ορθογραφία του- τότε όσο έξυπνη και να 'ναι, κάνει το τραγούδι δυσκίνητο και ασθματικό. Στα πετυχημένα τραγούδια δεν συμβαίνει αυτό. Βέβαια, όταν γράφει κανείς πάνω σ' ένα ρυθμό ή σ' ένα μουσικό δρόμο, πρέπει να ακολουθήσει τα καλούπια τους, οπότε θα υπάρχουν σημεία όπου αυτή η πείρα που περιέγραψα, δεν τηρείται. Αυτό όμως θα συμβεί μόνον όταν δεν γίνεται αλλιώς. Και πάντα η βιασμένη λέξη θα τοποθετείται έτσι ώστε να προηγούνται και να έπονται επιτυχείς στιγμές, ώστε να μειώνεται η εντύπωση τής ατασθαλίας, η οποία έτσι συνδυασμένη ωφελεί, διότι το τραγούδι αλλιώς θα ήταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δεν το είχα προσέξει. Και ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι οι τόνοι και τα πνεύματα ίσως να μην ήταν διακοσμήσεις, ίσως να είχαν λόγο. (...)

"Η μουσικότητα της
ελληνικής γλώσσης είναι
εφάμιλλος τής συμπαντικής"
Γ. Ξενάκης

Μέσα στο στούντιο είχα και δύο εκπλήξεις. Να η πρώτη: Προσπαθώντας να ακούσω την διαφορά οξείας και περισπωμένης, διάβασα την φράση: "Λυγά πάντα η γυναίκα". Το "πάντα" ακούγεται ψηλότερα από το "λυγά" που παίρνει περισπωμένη. "Λυγά πάντα η γυναίκα' ακούγεται όμως περιέργως ψηλότερα κι από το "γυναίκα", που όμως παίρνει οξεία. Γιατί άραγε; Τηλεφώνησα σ' έναν φίλο και έμαθα ότι η "γυναίκα" οφείλει να παίρνει παρισπωμένη, διότι είναι τής τρίτης κλίσεως, η οποία όμως καταργήθηκε, γι' αυτό πήρε οξεία η "γυναίκα". Να λοιπόν, που από άλλο σημείο ορμώμενος, αναγκάστηκα να συμφωνήσω ότι κακώς καταργήθηκε η τρίτη κλίση αφού στην φωνή μας εξακολουθεί να υπάρχει "Λυγά πάντα η γυναίκα" λοιπόν και παίρνει και περισπωμένη. Η δεύτερη έκπληξη: Έδωσα σ' έναν ανύποπτο νέο, που παρευρισκόταν στο στούντιο, να διαβάσει λίγες φράσεις. Εκεί μέσα είχα βάλει σκοπίμως την ίδια λέξη ως επίθετο και ως επίρρημα, διότι είχα πάντα την περιέργεια να διαπιστώσω αν προφέρουμε διαφορετικά το ωμέγα από το όμικρον. Ακούστε τις φράσεις:
Είν' ακριβός αυτός ο αναπτήρας. Ας μην είν' ωραίος, έχει την αξία του. Ναι, ακριβώς αυτό ήθελα να πω".
Ακουστικώς δεν παρατήρησα διαφορά. Έκοψα τις δύο λέξεις και τις κόλλησα την μία κατόπιν της άλλης. Ακούστε το!
"Ακριβός... ακριβώς".
Ελάχιστη διαφορά στο αυτί ο ηχολήπτης μόνον επέμενε ότι το δεύτερο είναι κάπως πιο φαρδύ. Ας το ξανακούσουμε:
"Ακριβός... ακριβώς".

"Όταν κάποτε φύγω από τούτο το
φως θα ελιχθώ προς τα πάνω όπως
ένα ρυάκι που μουρμουρίζει.
Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα
στους γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω αγγέλους, θα
τούς μιλήσω ελληνικά,
επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες.
Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική"
Νικ. Βρεττάκος

Ασήμαντη διαφορά. Συνδέσαμε τότε τον παλμογράφο. Να το διάγραμμα του επιθέτου ακριβός, όπως προέκυψε, και να το πολύ πλουσιότερο τού επιρρήματος. Δεν είναι καταπληκτικό; Όταν το είδα, τα μηχανήματα του στούντιο μού φάνηκαν σαν όργανα του παραμυθιού. Ο παλμογράφος μού φάνηκε σαν μια σκαπάνη που, κάτω από το έδαφος της καθημερινής ομιλίας, ανακαλύπτει αυτό που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, έστω μέσα σε χειμερία νάρκη, αυτό που συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν να μνημειώσουν οι Αλεξανδρινοί δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Τίποτε δεν χάθηκε. Όλα υπάρχουν. Αρκεί να προσέξουμε αυτό το τραγούδι της καθημερινής ομιλίας που πηγαινοέρχεται συνεχώς ανάμεσά μας. Ακούστε πώς ηχούν οι τονισμοί. Ακούστε τα μακρά. Ακούστε την λαϊκή τραγουδίστρια πώς αποδίδει το ωμέγα ή την ψιλή οξεία (...).
Τέλος, ακούστε την θεία φωνή του Ανδρέα Εμπειρίκου, την παράξενη απαγγελία που κυνηγά την λάμψη της οξείας, τον πλούτο της διφθόγγου, τους τόνους και την ορθογραφία, σαν μουσικά σύμβολα μιάς φωνής που προϋπάρχει αδιάκοπα και οδηγεί το ποίημα. (...)
Δεν περιφρόνησα καμμιά άποψη και δεν κολάκευσα καμιά. Προσπάθησα να πω τρείς φορές τρείς αλήθειες.
Πρώτον: Τα ελληνικά είναι τραγούδι. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να απλοποιήσει ένα τραγούδι ή να το δει πρακτικά. Γιατί να δούμε λοιπόν τα ελληνικά, πρακτικά;
Δεύτερον: Όποιος σταθεί αλαζονικά απέναντι στα ρεφρέν που τον ψυχαγώγησαν διά βίου, στρέφεται εναντίον της προσωπικής του ιστορίας και πίστης. Τα ίδια μπορεί να πάθει ένας λαός με την γλώσσα. Ιδίως αν η γλώσσα του είναι τα ελληνικά.
Τρίτον: Τα ελληνικά ως τραγούδι είναι ανυπόφορα δύσκολα. Κανείς δεν τα βγάζει πέρα με τα ελληνικά. Απέναντι στα ελληνικά θα είμαστε πάντα φάλτσοι και αγράμματοι. Αλλά τί να γίνει; Σημασία έχει η συνείδηση ότι τα μιλάμε, όχι για να γίνουμε δεξιοτέχνες, αλλά για να γίνουμε άνθρωποι. Ευχαριστώ.


http://antibaro.gr

ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ

Μονοτονισμένη μουσική

Στο περιοδικό Φιλόλογος (τ. 40/1985) δημοσιεύθηκε ενδιαφέρουσα πειραματική έρευνα περί της εφαρμογής του μονοτονικού συστήματος εις το Γυμνάσιο. Η έρευνα διεξήχθη σ' ένα τμήμα της Πρώτης και ένα τμήμα της Δευτέρας τάξεως του Γυμνασίου Διαβατών Θεσσαλονίκης, επί τούτου δε συνεργάσθηκαν μία καθηγήτρια στον τομέα Ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, η οποία έδωσε το θέμα και επέβλεψε το πείραμα σε όλες του τις φάσεις, και μία ειδική ερευνήτρια.

"Η δημοτική κινδυνεύει
περισσότερο απ' τους
φίλους της κι όχι
από τους εχθρούς της"
Ευάγ. Παπανούτσος

Κατ' αρχήν τα παιδιά έγραψαν δύο εκθέσεις σε διάστημα δεκαπέντε ημερών και ένα μήνα αργότερα επανεξετάσθηκαν γραπτώς κατά διαφορετική έννοια: η ερευνήτρια τούς υπαγόρευσε, εντός ενδεκαλέπτου, δώδεκα ειδικά μελετημένες σύντομες προτάσεις (π.χ. Γεια χαρά, φίλε!) και εν συνεχεία τούς παρεχώρησε τετράλεπτο διορθώσεως, εκπνέοντος τού οποίου έληξε το πείραμα. Το δεύτερο τούτο στάδιο είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, γιατί αν στην έκθεση οι εξεταζόμενοι παρέκαμπταν με ευχέρεια την κάθε αμφίβολη περίπτωση, εδώ έγραφαν απαρεγκλίτως τα υπαγορευόμενα, οπότε φάνηκε ολοκάθαρα πόσο αφομοίωσαν τους κανόνες του μονοτονικού. Σημειωτέον ότι κατά το προηγούμενο σχολικό έτος τα υποκείμενα είχαν διδαχθεί το μονοτονικό σύστημα και ότι πριν αρχίσει το πείραμα, η είδική ερευνήτρια τούς το ξαναδίδαξε. Αλλά και μετά κάθε έκθεση, σαράντα επί των εβδομήντα μαθητών είχαν πάλι την ευκαιρία να το επαναλάβουν μαζί της, σε ατομική εξέταση τού διορθωμένου των γραπτού.
Η έρευνα έδειξε ότι γενικώς τα παιδιά δεν βάζουν τόνους και ότι πολύ συχνά παρατονίζουν, πράγμα το οποίο προσπαθούν να αποφύγουν συλλαβίζοντας φωναχτά. Επίσης, ότι στις περιπτώσεις εκθλίψεως ή αποκοπής δεν θυμούνται πότε πρέπει να απαλείψουν ή ν' αφήσουν τον τόνο και γι' αυτό γράφουν ολόκληρες τις λέξεις. Κανείς απ' όσους εξετάσθηκαν δεν τήρησε ακριβώς τους κανόνες του μονοτονικού, αν και καταλαμβάνουν μόνο μιάμιση σελίδα στην εν χρήσει Γραμματική του Γυμνασίου. Μάλιστα, τα σφάλματα των μαθητών διπλασιάσθηκαν ή πολλαπλασιάσθηκαν στην καθ' υπαγόρευσιν εξέταση.
Η έρευνα έδειξε ακόμη ότι όσοι κάνουν ορθογραφικά λάθη, το μέγα δηλαδή πλήθος των Γυμνασιοπαίδων, κάνουν και τονικά, ενώ υψηλό ποσοστό μαθητών αγνοεί την ετυμολογία κοινοχρήστων λέξεων, λόγω απειρίας των Αρχαίων, σε περιπτώσεις δε όπως του ρήματος εύχομαι, ταυτίζει το ύψιλον με το φι και παρατονίζει την δίφθογγο στο έψιλον. Έδειξε, τέλος, ότι οι περισσότερες παραβάσεις γίνονται σε λέξεις όπου ο τονισμός διαφοροποιεί την σημασία, ήγουν στα ερωτηματικά επιρρήματα πού και πώς, στις προσωπικές αντωνυμίες (μού, σού, μάς, σας κ.λπ.), στις συνιζημένες λέξεις (π.χ. μιά, δυο), τις οποίες τα παιδιά τονίζουν κατά σύστημα σαν δισύλαβες, και στον τόνο των εγκλιτικών (π.χ. ο δάσκαλός μας είπε), που προκαλεί ευλόγως σύγχυση, αφού ο δεύτερος τόνος ανήκει στην μονοσύλλαβη προσωπική αντωνυμία, η οποία όμως κατά το μονοτονικό σύστημα δεν τονίζεται.
Οι ανωτέρω πειραματικές διαπιστώσεις οδήγησαν τις ερευνήτριες στα εξής γενικά συμπεράσματα: Ενώ με το μονοτονικό σύστημα θα έπρεπε να αποφεύγονται τα τονικά σφάλματα, εν τούτοις αυτό δεν συμβαίνει και ως προς τους βασικούς του κανόνες και ως προς τις εξαιρέσεις των. Το καθιερωμένο μονοτονικό σύστημα έχει, όπως υπογραμμίζουν, μηχανικό και όχι λογικό χαρακτήρα. Τούτο δυσχεραίνει τα πράγματα, διότι στην γλώσσα μας υπάρχουν σιωπηλά γράμματα, τα οποία εάν δεν αναγνωρίσει ο μαθητής ετυμολογικώς (π.χ. Εύ-βοια, εύ-φημος) κατ' ανάγκην θα σφάλει, αφού είναι επόμενο να ταυτίσει το σιωπηλό ύψιλον με το βήτα ή με το φι του δευτέρου συνθετικού και να τονίσει στο έψιλον. Το αυτό ισχύει για τις άτονες, ημίτονες, τονισμένες και υπερτονισμένες λέξεις της Νεοελληνικής, που εν προκειμένω ισοπεδώνονται, γιατί μπορεί να είναι μονοσύλλαβες, πλην έντονες (π.χ. φως, χθες), ή δισύλλαβες, αλλά συχνά στην συνάφεια άτονες (π.χ. από 'δω, ότι έλεγε). Εξ άλλου, παρατηρούν, το μονοτονικό δεν βοηθεί πάντοτε να διακρίνομε ομώνυμες λέξεις - λόγου χάριν το "για" στις φράσεις "για να δούμε" (τελικός σύνδεσμος) και "για δές την" (μόριο)-, εις βάρος πάντα του νοήματος. Συνάγουν λοιπόν μετριοπαθώς ότι στην εννεάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση παρατηρείται μία γενικότερη δυσκολία των μαθητών τόσο στην ανάγνωση όσο και στην χρήση του γραπτού λόγου -ιδίως στην ορθογραφία και την σύνταξη-, για να επιφέρουν όμως αναιτιολόγητα πως θα ήταν καλό να είχαμε ακόμη λιγότερους τόνους με όσο το δυνατόν λογικότερη κατοχύρωση, οπότε αξίζει τον κόπο να μελετηθεί τι επιπτώσεις θα είχε στην γραφή και την ανάγνωση μια περαιτέρω τονική απλοποίηση και αν η εφαρμογή τού ατονικού συστήματος θα αποτελούσε λύση.
Η εικόνα που δίνει η έρευνα θα ήταν πληρέστερη εάν, μαζί με τα ελαττώματα τής εφαρμογής, έδειχνε και τα γενικότερα μειονεκτήματα τού αμελετήτου συστήματος, συνδέοντάς τα με τον τύπο των λοιπών ορθογραφικών λαθών και τα εκφραστικά αδιέξοδα των μαθητών. Βέβαια, κάτι τέτοιο δεν ήταν στις επιδιώξεις των ερευνητριών, ώστε να τις μεμφθούμε για παράλειψη. Μέχρι να σχηματισθεί όμως πλήρης εικόνα, αξίζει να υπογραμμίσει κανείς ορισμένες εγγενείς αδυναμίες του μονοτονικού. Επί παραδείγματι, αφήνει αδήλωτη την έμφαση σε φράσεις όπως: αυτό είναι το ζαχαροπλαστείο της περιοχής, αφού δεν έχει τρόπο να διαστείλει την ποιοτική από την αριθμητική μοναδικότητα του καταστήματος, εάν δεν εισαχθεί επί τούτου νέα εξαίρεση στα ισχύοντα. Ούτε διακρίνει τον τελικό σύνδεσμο "γιά" από το αιτιολογικό, το διαζευκτικό ή το προτρεπτικό ομώνυμό του, όπως στην περίπτωση μονοτονισμένου στίχου του Ζ. Παπαντωνίου, που συναντούμε σε αναγνωστικό τού Δημοτικού (μπράβο του για ρεζιλίκι), τού ρουμελιώτικου "για έβγα ήλιε μ' για θα βγω, για έβγα για θα λάμψω" ή τής φράσεως "για να σου πω", η οποία έχει άλλη έννοια εάν το "για" είναι προτρεπτικό μόριο και άλλη εάν είναι τελικός σύνδεσμος.

"Κάθε έξωθεν επέμβαση
δεν είναι μόνο εγκληματική
εις βάρος τής γλώσσας,
δηλαδή εις βάρος ενός πολύτιμου
εθνικού κυττάρου,
αλλά είναι και βλακώδης.
Μία από τις πρόσφατες
δυναμιτιστικές απόπειρες εναντίον
τής γλώσσας μας είναι και
το περιβόητο μονοτονικό".
Αντ. Σαμαράκης

Γενικώς το μονοτονικό παρουσιάζει μειωμένη διακριτική ικανότητα επειδή θεωρεί τον τόνο σημάδι και όχι σύμβολο ποιού φωνής, οπότε τον σημειώνει κατά ορισμένη μηχανική δεοντολογία και όχι σύμφωνα με τον τονισμό της λέξεως. Τουναντίον, το παραδεδομένο τονικό σύστημα ανταποκρίνεται στις ποικίλες τροπές τού λόγου και διασώζει το χρώμα τού τόνου, είτε για εμφατικούς τύπους πρόκειται είτε για ανεμφάτους. Αυτό διότι ο τόνος του λειτουργεί προσωδιακά και αποτελεί, ως εκ τούτου, ηχητικό πλαίσιο ενεργοποιούμενο στην φράση, όχι ποιοτικώς αμετάβλητο ηχητικό σημείο (νότα), σαν τον τόνο τού μονοτονικού. Ο τελευταίος θα ίσχυε εάν στην γλώσσα μας τονίζαμε απαράλλακτα την ίδια συλλαβή, καθώς οι Γάλλοι τονίζουν κυρίως την λήγουσα, διακρίνοντας έτσι αυτόματα την έντονη από την άτονη συλλαβή. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν συμβαίνει, επειδή ο τόνος στα ελληνικά αποτελεί ιδιαίτερο προσωδιακό χαρακτηριστικό των τύπων κάθε λέξεως και πέφτει αναλόγως στο θέμα (ο ήρως, η ιδέα) ή στην κατάληξη (ο πατήρ, της μητρός), είναι έξις φυσική που μάς επιβάλλει να γνωρίζουμε όλες τις λέξεις με το πνεύμα και τον τόνο τους. Εξ ου η διακριτική ενέργεια των τόνων (που/πού, πως/πώς) και η ατοπία του κονσερβοποιημένου μονοτονισμού, σύμφωνα με τους κανόνες τού οποίου το "χθες", το "μας", το "λεν", ως μονοσύλλαβα δεν τονίζονται, αλλά το "εχθές", το "εμάς", το "λένε", ως δισύλλαβα τονίζονται, ενώ πρόκειται για τις ίδιες λέξεις με τον ίδιο τόνο φωνής( εξ ου τα μονοτονικά εκτρώματα του τύπου "ποιος το δε"; ή "δος μου τόνε", όπου η αντωνυμία τονίζεται και η προστακτική του ρήματος όχι, ή του τύπου "πε(ς)το", όπου όταν απαλείφεται προαιρετικά το τελικό σίγμα, μένει ένα κινεζόηχο "πε το"! Ήθελα να ξέρω πώς αποφασίσαμε ότι οι μονοσύλλαβες λέξεις δεν τονίζονται, αφ' ης στιγμής και πλήθος είναι στην γλώσσα μας και ο τονισμός των έχει σημασία για τον λόγο.
Ενδέχεται να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι αυτά τα βραχυκλώματα συμβαίνουν μόνο στο μηχανικό μονοτονικό και ότι σε μία λογική διασκευή του αποκλείονται. Ασφαλώς, ένα σύστημα όπου κάθε λέξη, εκτός από τις όντως άτονες, τονίζεται κατά την προφορά της, παρουσιάζει μεγαλύτερη λειτουργικότητα από το διάτρητο ισχύον μονοτονικό. Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο πώς καθ' εαυτό αποτελεί σύστημα πλεονεκτικό, ικανό να αντικαταστήσει την παραδεδομένη τονογραφία μας, αν κρίνω από τις μονοτονικά αδιευκρίνιστες ομωνυμίες, που επιτρέπει το προσωδιακό υπόστρωμα της γλώσσας μας. Επί παραδείγματι, η ιδιωματική προφορά των τοπικών διαλέκτων δεν μεταφέρεται άνετα στον οπωσδήποτε μονοτονισμένο γραπτό μας λόγο, αίφνης στην περίπτωση της φράσεως "θέλου μια ουρίτσα". Εάν δεν δασύνουμε την "ουρίτσα", ο αναγνώστης θα μείνει με την εντύπωση ότι μάς χρειάζεται ουρά και όχι περιθώριο μιάς ώρας. Το αυτό ισχύει και για φράσεις τού τύπου "περιμένω την ακριβή εικόνα που μου υποσχέθηκες", όπου μένει άδηλο αν περιμένουμε κάποια εικόνα αξίας (ακριβή) ή κάποια πιστή (ακριβή) περιγραφή, αφού η αιτιατική τού "ακριβής" διαφέρει από την τού "ακριβή" κατά την περισπωμένη. Ούτε είναι σαφής η έννοια προτάσεων, όπως "Ωραία η θέα"!, "Τι ωραία!" και "η Νίκη πρόβαλε μοιραία μπροστά του", όπου αγνοούμε αν το δεύτερο "ωραία" και το "μοιραία" είναι επίθετα ή επιρρήματα, εφ' όσον ούτε οξύνονται ούτε περισπώνται, είτε προτάσεων όπως "τρικυμία παρέσυρε βοηθό ασυρματιστή", όπου για τον ίδιο λόγο δεν μπορούμε να ξέρουμε αν παρέσυρε τον βοηθό τού ασυρματιστή ή τον βοηθό ασυρματιστή τού πλοίου. Το λογικό μονοτονικό απαιτεί, εξ ίσου με το μηχανιστικό, τυποποιημένη και αναλυτικά συγκροτημένη σύνταξη, η οποία εκ προοιμίου αποκλείει κάθε συνθετική ενέργεια στην φράση, μεταφέροντας το κέντρο βάρους της γραφής από το νόημα στην ορθοπεδική λογιστική.

"Ας μην ξεχνούμε ότι οι γλώσσες δεν νομοθετούνται.
...Κατά τα άλλα, την γλώσσα την πλάθουν μόνοι τους, ελεύθεροι, οι λαοί και κυρίως οι λογοτέχνες.
...Ας ελπίζωμε ότι ο λαός, φωτισμένος από όσους γράφουν, δεν θα ξεστρατίσει από τον δρόμο τής ακρίβειας και τής ευγένειας και τής μουσικότητας που δυνάμει περικλείει η ελληνική γλώσσα".
Κωνσταντίνος Τσάτσος

Αλλά το σοβαρότερο ελάττωμα τού μονοτονικού είναι ότι με το ένα και μοναδικό σημείο που χρησιμοποιεί, καταστρέφει τον ρυθμό τού λόγου, διαλύει το μέτρο και εξαλείφει κάθε χρώμα από την φωνή, ξεριζώνει δηλαδή το αίσθημα. Οι εισηγητές τού αναπήρου αυτού συστήματος ήταν προφανώς ανυποψίαστοι ή εντελώς αδιάφοροι για την προσωδιακή υφή της αρχαίας γλώσσας και, όπως ήταν επόμενο, αντιμετώπισαν τεχνολογικά το θέμα τών πνευμάτων και τών τόνων. Όμως, αν και η Νέα Ελληνική δεν διατηρεί την προσωδία τής μάνας της, περισώζει χαρακτήρες τής αρχαίας προφοράς στην προσωδία και την μουσικότητα τόσο της κοινής λαλουμένης όσο και των τοπικών διαλέκτων. Το βλέπουμε, επί παραδείγματι, στο ιδιαίτερο ηχητικό ποιόν των ερωτηματικών πού και πώς, τα οποία για να το δηλώσουν γεγραμμένα περισπώνται (οξυβαρύνονται), ενώ το μονοτονικό σημάδι αγνοεί το χρώμα της φωνής και λειτουργεί ως κωδικός συμβολισμός της ερωτήσεως. Επίσης, το βλέπουμε στην περίπτωση της βαρείας, η οποία προφέρεται σήμερα όπως ανέκαθεν. Προφέροντας, λόγου χάριν, την πρώτη λέξη της φράσεως "γλυκό κρασί", μαλακώνουμε την τάση της φωνής, για να εναρμονισθεί μουσικά με την επομένη λέξη, πράγμα το οποίο σημειώνουμε γραπτώς με την βαρεία( αντίθετα όταν προφέρουμε "κρασί" και ακολουθεί σημείο στίξεως, κόβεται δηλαδή η αναπνοή, εντείνουμε την φωνή διότι το σημείο στίξεως, όπως και ο τόνος του εγκλιτικού, τρέπει - "κοιμίζει", έλεγαν άλλοτε - την οξεία σε βαρεία. Εάν όμως η πρόταση έχει αδιάκοπη συνέχεια "γλυκό κρασί πεθύμησα", εκφωνούμε το γλυκό και το κρασί βαρύνοντας τον τόνο και στις δύο λέξεις.
Επικαλούμενος εκφράσεις παλαιών γραμματικών, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως η βαρεία δεν είναι ο τόνος. Καθώς όμως υπεγράμμιζαν εκείνοι, και ας μού επιτραπεί να παραπέμψω για τους σχετικούς τόπους στον δεύτερο τόμο των "Ελληνικών Ανεκδότων" (φιλολογική προσφορά τού Εμμ. Βεκκέρου), η βαρεία δεν συνιστά τόνο επιτάσεως αλλά τόνο ομαλισμού ή ανέσεως τής φωνής, αρμονικό κλείσιμο τής λέξεως στο πλαίσιο τής συνέπειας, ήγουν τής φράσεως. Τι νόημα έχει να επικαλούμεθα παλαιούς γραμματικούς, εάν δεν έχουμε κατανοήσει μαζί τους πως οι τόνοι και τα πνεύματα είναι προσωδίες, διαφορετικά ύψη τής φωνής που αποτελούν συστατικό στοιχείο τής εκφοράς τού λόγου; Αυτές τις προσωδίες τις δηλώνουμε στον γραπτό λόγο με τα γνωστά σύμβολα δίκην μουσικής σημειογραφίας, η οποία χωρίς να παίζει, βέβαια, ρόλο παρτιτούρας, υπογραμμίζει σε κάθε λέξη τους συντελεστές τής προφοράς. Οι μακρές και βραχείες συλλαβές συγκροτούν την κατά ποσόν προσωδία τής αρχαίας γλώσσας μας, οι δε τόνοι και τα πνεύματα την κατά ποιόν - το χρώμα τής εκφράσεως. Κατά ποιόν προσωδία είναι η ένταση (οξεία προσωδία), η άνεσις ή ο ομαλισμός (βραχεία προσωδία) και η μεσότης τής φωνής, τουτέστιν η περισπωμένη, γνωστές από τα χρόνια τού Αριστοτέλους (βλ. "Ρητορικής" 1403b27-32 και "Ποιητικής" 1456b31-33) και νωρίτερα. Ο πλατωνικός Σωκράτης ("Κρατύλου" 399a-b) δεν εξηγεί ότι από την έκφραση "Διί φίλος" σχηματίσθηκε μία λέξη, ο Δίφιλος, επειδή ακριβώς αφαιρέσαμε το δεύτερο ιώτα τού "Διί" και "αντί οξείας τής μέσης συλλαβής βαρείαν εφθεγξάμεθα";
Παρόμοια ισχύουν και για την περίπτωση τής δασείας. Η δασεία, βεβαιώνουν ομοφώνως οι παλαιοί και οι σύγχρονοι φιλόλογοι, σημειωνόταν γραπτώς πολύ προ των κλασικών χρόνων, με το ψηφίο Η. Όταν όμως, περί τα τέλη τού Ε' αιώνος, καθιερώθηκε στην Αθήνα η ευκλείδειος γραφή, το Η αυτό χρησιμοποιήθηκε για να δηλώνει το μακρό Ε, διχοτομήθηκε δε για να δηλώσει με το έν ήμισυ (() την δασεία ως αύρα βαθιά και, αργότερα, με το άλλο ((), ως λεπτή αύρα ή άπνοια την ψιλή. Εάν η ψιλή ήταν σημείο ιδιαίτερου πνεύματος ή απλώς απουσίας τού δασέος, δεν το γνωρίζουμε ασφαλώς και ως εκ τούτου οι αποφάνσεις διίστανται. Σήμερα, η επιστήμη κλίνει προς το ενδεχόμενο η ψιλή να δήλωνε την έλλειψη ενός πνεύματος δασέος, χωρίς να γίνεται ωστόσο πιο πειστική από τους παλαιούς γραμματικούς των "Ελληνικών Ανεκδότων", οι οποίοι ετόνιζαν (τ. ΙΙ, σ. 692-3) ότι "το σημείον τής δασείας, ήτοι το διχοτόμημα τού Η το επί τα έξω απεστραμμένον, τίθεται επάνω φωνήεντος δασυνομένου, ήγουν εκ τού θώρακος μετά πολλής τής ορμής εκπεμπομένου( το δε έτερον τού αυτού στοιχείου διχοτόμημα, το επί τα έσω εστραμμένον, επάνω φωνήεντος ψιλουμένου, ήτοι εξ άκρων των χειλέων προφερομένου. Έστι γαρ η μεν ψιλή ποιότης συλλαβής, καθ' ην άκροις τοις χείλεσι το πνεύμα προφέρεται, οίον Αίας( η δε δασεία ποιότης συλλαβής, καθ' ην αθρόον εκ βάθους χειλέων το πνεύμα εκφέρεται, οίον ήλιος".

(...)

Για να γίνει σαφές το μέγεθος τού πράγματος, στα περί ελαττωμάτων τού μονοτονικού, θα προσθέσω δείγματα γραπτού λόγου των μαθητών δύο τμημάτων τής Πρώτης τάξεως Γυμνασίου των Αθηνών, ερανισμένα από κείμενα φετινών εκθέσεων και πρόχειρα διαγωνίσματα Αρχαίων και Νέων Ελληνικών, τα οποία μού εμπιστεύθηκε με άδεια ελευθέρας χρήσεως η οικεία καθηγήτρια. Το υλικό είναι καταθλιπτικό και γίνεται καταθλιπτικότερο εάν αναλογισθούμε ότι τα παιδιά αυτά ενεγράφησαν στο Δημοτικό το σχολικό έτος 1979-80 και διδάσκονται Ελληνικά ήδη έξι χρόνια. Σημειωτέον ότι δεν πρόκειται για περιπτώσεις προβληματικών ατόμων: τα παραδείγματα που δίδω και που θα μπορούσα να πολλαπλασιάσω ανετότατα, αντιπροσωπεύουν ποσοστά 47% των μαθητών τού ενός τμήματος και 70% τού άλλου.
Σε εκθέσεις με το απολύτως βατό θέμα "Πώς θα ήθελα τους γονείς μου", εκτός των απαραιτήτων πλέον παρατονισμών και τής ισχυρής ροπής προς τον ατονισμό, αφθονούν λάθη τού τύπου "οπατέρασμου", "ηαδερφήμου", "απωπάνω", "καταλάθως", "μεχαστούκισε", "ναντίνομε", "όταν του ζητάω λεφτά για σινεμά οι για το σχολείο οι και για αλλού", "Ένα βάζω που της τω έκαναν δώρο", "Η μητέρα μου φεύγει το πρωεί και έρχεται το βράδι, φεύγει το μεσιμέρι και έρχεται κατά τις 11 στο σπίτι κουρασμένει", "τους αγαπώ πάρα πωλύ και ας είναι αυστιρή. τιν αυτιρώτητα...", "Οι γωνείς μου είναι πολύ καλοί και ευγενικοί... Ο μπαμπάς μου είναι λίγο αυστηρώς και θα τον ήθελα λίγο πιο μαλακό δηλαδή να μην είναι αυστηρώς", "είναι και ευσηνήδιτοι για το κάθε πράγμα που κάνουν. Εγώ τους γονείς μου δεν τους θέλω ακριβώς έτσι θέλω να γινόντουσαν πιο εύθημοι και πιο αυστηροί γιατί άμα ένα παιδί καλομάθει στα χάδια του γονειού του όταν μεγαλώσει θα είναι πολύ αιβέσθητω"( "Ακόμα τον ήθελα όπως είναι ψιλός στο πάχος όπως είναι μεσσέος", "ευγενικιά μαζί μετούς ανθρώπους".

"Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου
στις αμμουδιές του Ομήρου"
Οδυσσέας Ελύτης

Εξ ίσου αντιπροσωπευτική συμμετοχή σε πρόχειρο διαγώνισμα Νέων Ελληνικών -τα παιδιά καλούνται να αποδώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο γωωστού κειμένου- είναι η ακόλουθη: " Απαντησης. Πέρσι τα εγγόνια στη πρωτοχρονιά της έβαλαν δόντια της γιαγιάς που λάμπουν. Μα ολοένα τα μάτιά της γιαγιάς έσφηνα απότοτε που πέθανε η μονάκριβη η κόρη της. Τα παιδιά χαίρονταν όταν έβλεπαν να τρώγει φουντουκία με τα ολόασπρα δόντια της. Η γιαγιά και ο μεγάλο της εγγονός βουλεβάν γιά να τα βλάλουν πέρα. Ο μικρός εγγονός φιλάγε ένα σκέδιο όταν έφτασε η μέρα ήταν ότι ο θεος εδώσε το φώς της γιαγιάς". Και η συμμετοχή άλλου μαθητού σε πρόχειρο διαγώνισμα Αρχαίων -τα παιδιά καλούνται να αποδώσουν ελεύθερα το νόημα είκοσι πέντε στίχων τής "Οδύσσειας" και να υπογραμμίσουν τα ιδεολογικά στοιχεία- με τα εξής: "Η Αθηνά λέει στων τηλέμαχο να πάρη το καλύτερο καράβι με είκοσι λαμνοκόπους και να πάει να βρει είδηση για των Πατέρα του που λείπει πολλά χρόνια και του λέει είτε από των Δία να πας στο γέρο Νέστορα στη πύλο και μετά στην Σπάρτη στο Μενέλαο Και αν μάθει καμία πως ζει να περιμένης Ένα χρόνο. Και αν μάθεις πως δε ζει να γυρίσεις αμέσω στην πατρίδα σου να κάνεις θυσίες και μετά να παντρεύψεις την μάνα σου". Ιδεολογικά στοιχεία: "1) Η προσπάθεια της Αθηνάς να πείση των τηλέμαχο να ψάξει να βρει των Πατέρα του. 2) Η Αθήνα πρωσπαθούσε να κάνει των τηλέμαχο να γίνει άντρας."
Το απελπιστικό αυτό επίπεδο δεν περιορίζεται σε αμελητέα ποσοστά δυσμαθών κάποιας τάξεως ενός αθηναϊκού Γυμνασίου, αλλά κατά πληθωρικές ενδείξεις πλήττει ως θεομηνία τα σχολεία σε όλη την επικράτεια. Δεν αρκεί επομένως να διακηρύξει κανείς ότι η γλωσσική πολιτική τής τελευταίς δεκαετίας και η μονοτονική μεταρρύθμιση είχαν ολέθρια αποτελέσματα, (...) αλλά να δείξει ότι η επιδείνωση αυτή δεν έχει να κάνει με διογκωμένο απλώς αριθμό λαθών, εν συγκρίσει προς εκείνα τα οποία κάναμε άλλοτε, έχει να κάνει με έναν τύπο και είδος λαθών που ομολογουμένως είναι πρωτόφαντα.


http://antibaro.gr




http://antibaro.gr

 

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ

Η γλώσσα είναι προϊόν ελευθερίας

Η γλώσσα είναι προϊόν ελευθερίας. Κατά τον πατέρα τού Νεοελληνικού Διαφωτισμού, τον Αδαμάντιο Κοραή, "κανείς, όσον ήθελεν είσθαι σοφός, ούτ' έχει, ούτε δύναταί πoθεν να λάβη το δίκαιον να λέγη προς το έθνος: "ούτω θέλω να λαλής, ούτω να γράφης"". Δεν μπορείς, λοιπόν, να πεις στον άλλον "ούτω θέλω να γράφης". Στα προσωπικά του γραπτά, στα δικά του κείμενα, στην αλληλογραφία, στο βιβλίο, στην γραπτή του έκφραση.

Εγώ είμαι υπέρ του
παλαιού συστήματος,
εναντίον του
μονοτονικού και υπέρ
της διδασκαλίας των
Αρχαίων Ελληνικών.
Είναι η βάση για να
ξέρεις την ετυμολογία
των λέξεων.
Η σημερινή κακοποίηση
τής γλώσσας με ενοχλεί
και αισθητικά. Θέλω να
δω γραμμένο το
"καφενείον" κι ας μην
προφέρουμε το "ν".
Τώρα, όλες οι λέξεις
έχουν μια τρύπα".
Οδυσσέας Ελύτης

Θεωρώ, λοιπόν, ότι είναι ζήτημα ελευθερίας το να επιλέγεις τον τρόπο γραφής και, κατ' επέκτασιν, τον τρόπο να τονίζεις τα κείμενά σου: πολυτονικά ή μονοτονικά. Η πολιτεία παίζει πάντοτε ρυθμιστικό ρόλο( αυτός είναι ο ρόλος της... Θέσπισε, λοιπόν, το μονοτονικό, με το σκεπτικό τού απλούστερου τονισμού και με την ιστορική επίκληση τού γεγονότος ότι οι αρχαίοι δεν χρησιμοποιούσαν τόνους. Αυτό είναι αλήθεια. Όσο είναι αλήθεια ότι σχεδόν επί 20 αιώνες οι Έλληνες χρησιμοποίησαν στην γραφή τους τόνους και πνεύματα. Συστηματικά από τον 9ο αιώνα μ.Χ., λιγότερο συστηματικά από τον 2ο αι. π.Χ.! Άρα υπάρχει μια παράδοση πολυτονικής ορθογραφίας, όπως πολύ περισσότερο υπάρχει μια μακρύτερη παράδοση ιστορικής ορθογραφίας.
Και ωστόσο οι γραμμές αυτές γράφονται με μονοτονικό, που σημαίνει ότι ο γλωσσολόγος -το έχω ξαναγράψει- δεν έχει επιστημονικά (δομικά τής γλώσσας) επιχειρήματα να υποστηρίξει ότι η χρήση των τόνων έχει κάποιον ιδιαίτερο λειτουργικό χαρακτήρα που μπορεί να δικαιολογήσει τη συνέχεια τής χρήσης τους. Ο γλωσσολόγος... Κι ο λογοτέχνης; Ο λογοτέχνης που επιλέγει να εκδίδει τα κείμενά του με πολυτονικό, γιατί αισθητικά, που θα πει οπτικά, δεν μπορεί να δει τις λέξεις αποψιλωμένες από τη σημειολογία των τόνων; Δεν έχει το δικαίωμα να μορφώσει το κείμενό του όπως αυτός κρίνει; Και βέβαια το έχει. Γι' αυτό, το θέμα των τόνων δεν είναι μαύρο-άσπρο. Έχει περισσότερες πλευρές κι αυτό δεν μπορεί να το παραβλέψει κανείς.
Ας διαμορφώσει, λοιπόν, ο καθένας την μορφή τού γραπτού του όπως αυτός κρίνει. Αυτό θα πει ελευθερία στην γλώσσα και στην γραφή της. Ας μη θέλουμε όμως, από την άλλη, να αμφισβητήσουμε το δικαίωμα τής πολιτείας να ρυθμίσει τη μορφή τής επίσημης γλώσσας - του σχολείου, της διοίκησης, της επιστήμης. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Το μονοτονικό είναι "καταδικασμένο" να επικρατήσει.
Προσωπικά, θα έθετα τους εξής όρους:
α) Το δικαίωμα να επιλέγει κανείς, εφόσον το θέλει, να γράφει με πολυτονικό.
β) Την αναθεώρηση τού μονοτονικού συστήματος, ώστε να αποκτήσει έναν πιο λειτουργικό τρόπο χρήσης (ο ίδιος γράφω "η πορεία τού γλωσσικού ζητήματος" με τόνο στο "τού", γιατί είναι αναγνωστικά και προσληπτικά απαραίτητος) και
γ) Την ανάγκη συστηματικής διδασκαλίας και του πολυτονικού συστήματος από το Γυμνάσιο και εξής, ώστε να μην προκαλείται απέχθεια και αποστροφή στον αναγνώστη που θα ξενίζεται από ένα πολυτονικά γραμμένο κείμενο.

Το ζήτημα των τόνων είναι πολύπλευρο και πολύπλοκο( ας μην το αντιμετωπίζουμε απλοϊκά και υπεραπλουστευμένα, ούτε φανατικά και επιτιμητικά γι' αυτό που οι άλλοι επιλέγουν.


http://antibaro.gr

Constantine Cavafy (1863 - 1933)

C.P. Cavafy's Biography

Constantine P. Cavafy (Konstantinos Kavafis), born in Alexandria, Egypt, in 1863, was the ninth and last child of Constantinopolitan parents. His father, Peter Cavafy, left Constantinople as a young man (in 1836) to join his elder brother George in England where the two worked with Greek business firms in Manchester, London, and Liverpool. They returned to London in 1846, and three years later founded Cavafy Brothers, an export-import firm that prospered for some years dealing in Egyptian cotton and Manchester textiles. In 1894 Peter revisited Constantinople and there married Hariklia, daughter of a diamond merchant, George Photiadis, of Yenikoy on the Bosphorus (she was then a girl of fourteen). He left her in his mother's house in Pera and returned the following year to bring her and her first-born son to England. In August of that year (1850) he obtained British nationality, and he and his family spent the next few years in Liverpool. In late 1854 or early 1855 the family moved to Alexandria, and the Alexandrian branch of Cavafy Brothers soon became the central office of the family firm. Peter died in 1870, leaving the family poorly provided for. Hariklia and her seven sons moved to England two years later. The eldest son, George, became manager of the family firm in London, and the second son, Peter, manager in Liverpool. Their inexperience caused the ruin of the family fortunes.  George's injudiciousness largely contributed to the liquidation of the firm in 1879, and Peter managed to lose their private inheritance by unwise speculations. With the exception of George, who stayed on in London, the family returned to a life of gentei poverty in Alexandria. 

 The seven years that Cavafy spent in England, between the ages of nine and sixteen, were important in the shaping of his poetic sensibility. Apart from his reading in English literature, he became so much at home in the English language and so familiar with English manners that the influence of both remained with him throughout his life (he is reported to have spoken his native Greek with a slight British accent until the day he died). His first verse was written in English (signed "Constantine Cavafy"),   and both his subsequent practice as a poet and his limited prose criticism demonstrate a substantial familiarity with the English poetic tradition, in particular the works of Shakespeare, Browning, and Oscar Wilde. 

Immediately after Cavafy returned to Alexandria from London, he enrolled for a brief period at the Hermis Lyceum, a commercial school that served the leading families in the Greek community. This is the only instance of formal education indicated by the biographical data currently available to us. During the same period he began a historical dictionary that was interrupted, significantly, at the entry "Alexander". Then, in 1882, before the British bombardment of Alexandria, Hariklia again moved her
 family abroad for a three-year interval, this time back to Constantinople, where her father gave them room in his house at  Yenikoy and where she and the three sons with her (including Constantine) lived on what her other three sons, who had returned  to Alexandria, were able to send her from their scanty earnings. It was a time of poverty and discomfort, but it proved to be  another significant stage in the development of Cavafy's sensibility. He wrote his first poems - in English, French, and Greek -   during this interval, and he apparently had his first homosexual affairs. There is also some evidence that he began to think of a  career in politics or journalism, but was discouraged because he had never- attended law school. In any case, soon after his return  to Alexandria in 1885, he received a press card as correspondent for the Alexandrian newspaper Telegraphos, and by 1888  he was working at the Egyptian Stock Exchange as assistant to his brother Aristidis. But much of his ambition during these years  was devoted to the writing of poems and a few prose essays, including one in English entitled "Give Back the Elgin Marbles". 

 At the age of twenty-nine Cavafy took up an appointment as special clerk in the Irrigation Service (Third Circle) of the  Ministry of Public Works, where he had apparently been doing piece-work as an unsalaried clerk for as long as three years, while   waiting for an appropriate vacancy to occur. He held this appointment for the next thirty years, and it provided the principal source of  his income, supplemented by speculative earnings (sometimes quite substantial) on the Egyptian Stock Exchange, which   admitted him as a broker in 1894. His Greek citizenship precluded his becoming a member of the so-called "permanent staff" of the  Service which was restricted to British or Egyptian subjects, but during the course of his career he received regular increases in  salary (from 7 pounds a month in 1892 to 33 pounds a month in 1919), and he retired in 1922 with the rank of "Assistant   Director". He continued to live in Alexandria until his death, from cancer of the larynx, in 1933. It is recorded that he received the holy communion of the Orthodox Church shortly before dying, and that his last motion was to draw a circle on a blank sheet of  paper and then place a period in the middle of the circle. 

 From the outline of his sparse history, it would seem that Cavafy's richest life had to be the inner life sustained by his  personal relations and his artistic creativity. Yet what little is known of the poet's social life suggests an image that is equally  undramatic. There is now some reason to question the traditional view of Cavafy as an isolated figure hiding behind the dim  candlelight of a stuffy, book-lined room (Sareyiannis' memoir indicates that the poet received visitors often and was known to be a  stimulating, loquacious host when the mood struck him). At the same time, the bare facts of his biography suggest an unusually  restricted circle of personal relations. He lived with his mother until her death in 1899, then with his unmarried brothers, and for  most of his mature years, alone. The poet himself identified only two love affairs, both apparently transitory (see the comment on   "September, 1903" and "December, 1903" in C.P. Cavafy: Passions and Ancient Days). A number of personal notes - largely  unpublished - reveal that Cavafy was tormented until his middle forties not by complications resulting from his homosexual relationships  (as a number of his erotic poems might lead one to think) but by guilt over what he felt to be a relentless autoeroticism. His one  intimate, long-standing friendship, so far as is known, was with Alexander Singopoulos, whom Cavafy designated his heir and  literary executor some ten years before his death, that is, when the poet was sixty years old.  Cavafy did maintain several influential literary relationships during his later years, including a twenty-year acquaintance  with E.M. Forster; and as his unique contribution to twentieth-century poetry began to receive some local recognition, he became  one of the few literary personalities European visitors to Alexandria might try to approach. Several of those who managed to search  him out have reported that Cavafy was not only a receptive host but a learned conversationalist who had the fascinating capacity  to gossip about historical figures from the distant past so as to make them seem a part of some scandalous intrigue taking place in  the Alexandrian world immediately below the poet's second-floor balcony. Yet for all his local renown, Cavafy remained  virtually unrecognized in Greece until late in his career (an article on his poetry by Grigori Xenopoulos in 1903 is a revealing  exception), and his own attitude toward the public presentation of his work suggested an "uncommon aesthetic asceticism" (as expressed  in the introduction to Passions and Ancient Days). Cavafy never offered a volume of his poems for sale during his lifetime; his  method of distributing his work was to give friends and relatives the several pamphlets of his poems that he had printed privately  and a folder of his latest broadsheets or offprints held together by a large clip. The only evidence of some public recognition in  Greece during his later years was his receipt, in 1926, of the Order of the Phoenix from the Greek dictator Pangalos, and his  appointment, in 1930, to the International Committee for the Rupert Brooke memorial statue that was placed on the island of Skyros.  The latter may have been partly a consequence of the recognition Cavafy had gained in England by that time, including publication  of "Ithaka" in T.S. Eliol's Criterion and the enthusiastic interest of T.E. Lawrence, Arnold Toynbee, and others who had  been introduced to his work by E.M. Forster.

 Though Cavafy met various men of letters during his several trips to Athens (including a four-month visit for medical  reasons shortly before his death), he did not receive his full measure of appreciation from the Athenian literati until some time   after the publication of his first collected edition in 1935. It seems likely that his importance went relatively unrecognized before his  death for exactly those reasons that have now established him as perhaps the most original and influential Greek poet of this  century: his uncompromising distaste, in his mature years, for rhetoric of the kind then prevalent among contemporary poets in  mainland Greece; his almost prosaic frugality in the use of figures and metaphors; his constant evocation of spoken rhythms and colloquialisms; his frank, avant-garde treatment of homosexual themes; his reintroduction of epigrammatic and dramatic modes that had remained largely dormant since Hellenistic times; his often esoteric but brilliantly alive sense of history; his   commitment to Hellenism, coupled with an astute cynicism about politics; his aesthetic perfectionism; his creation of a rich, unified mythic  world during his mature years. These attributes, not yet in fashion during his day, and his refusal to enter the market place even  to buy prestige, may have prevented him from realising all but the most private rewards for his genius. They are also among the characteristics most likely to assure him an enduring place in the longest literary tradition the Western World has known.

 Edmund Keeley
 

Other relevant links:
A tribute to Cavafy
Amazon Books on Cavafy
In.gr on Cavafy
Alsta Vista on Cavafy
Translated poems (English) by Cavafy
Home page (English) of Cavafy
More poems (English/French/German) of Cavafy
"Cavafy" a film
Skorpia fylla for Cavafy
More than 100 poems of Cavafy (in Greek)
Cavafy - Archive (in Greek mostly)

 

Aνδρέας Σταλίδης - http://www.antibaro.gr